Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

"Μνήμες οι μυρωδιές μας! "





Σοφία Θεοδοσιάδη  -  Τότε που οι γειτονιές μυρίζανε γαζία...


Ήρθε και φέτος, όπως κάθε χρόνο η Άνοιξη και οι δρόμοι εγεμίσαν
μυρωδιές, μοσχοβολιές, αρώματα από γαζίες και μιμόζες
"μη μου άπτου".. ακακίες ξεχωριστές αυτές μοναδικές
αρώματα μεθυστικά ζαλίζουν του ανθρώπου τον νου..

Μα το δυνατότερο απ' όλα τα αρώματα για εμέ, είναι αυτό της μνήμης μας
της παιδικής,
που ανήσυχα τον νου μου αρωματίζει.

Από παντού ξεχύνεται και σήμερα η μνήμη μου, καθώς τον δρόμο
με τα σπάρτα για τη θάλασσα κατηφορίζω τραγουδώντας,
καθώς μελωδίες απ' το ραδιόφωνο νοσταλγικές
εκεί, στην αληθινή μας τη ζωή και πάλι μας γυρνούν, μας επιστρέφουν...
αγαπώ τις μελωδίες στο ραδιόφωνο, γιατί σε παροτρύνουν να σκεφτείς...

Ατέλειωτο το κίτρινο στα μάτια μου μπροστά
τι ομορφιά και τι συνταίριασμα, τον δρόμο τον στολίσαν
τον αγκάλιασαν και έγειραν, λες και θελήσανε στο απέραντο γαλάζιο
εκεί της θάλασσας να φτάσουνε σιμά..

Κι από την άλλη οι πανέμορφες, οι ευαίσθητες αυτές οι ακακίες...
οι γαζίες... οι μιμόζες οι αισχυντηλές - έτσι τις ονομάσαν οι ειδήμονες,
γιατί είναι ευαίσθητες πολύ και ''ντροπαλές'' και σαν πας το άνθος τους
να πιάσεις, ευθύς αυτές το κλείνουν.

Κι έτσι παρασύρθηκα ξανά και στη γειτονιά μου την παλιά
περιπλανήθηκα ξανά...
και σήμερα πρωί-πρωί, εκεί που η φύση η κατακίτρινη γύρω μου μοσχοβολούσε
και ένα χαμόγελο ζεστό αγωνιζόταν να φυτέψει στα χείλη τα κλειστά, μα νοερά..

Ολάκερος ο δρόμος φυτεμένος από τα χέρια του παππού, από γαζίες...
και ευαίσθητες μιμόζες φυτεμένος, τώρα όλα αλλάξανε και δεν υπάρχει πια
μα πάντα η εικόνα μες στη μνήμη μου, φωτογραφία ανεξίτηλη,
ποζάρει σιγανά...

Κάποιες από τις μνήμες μας μένουνε άσβηστες εκεί, στο άλμπουμ
της ψυχής μας...
γιατί αυτές συνδέονται συχνά με κάποια γεγονότα της ζωής,
που τη μνήμη μας χαράξαν...

Είτε αυτός είναι ένας έρωτας ανεκπλήρωτος κάτω από τις γαζίες,
στο στενό δρομάκι μας της γειτονιάς
ή και το ξερίζωμα των δέντρων των υπέροχων αυτών...
με άλλα πιο ''μοντέρνα'''και ''μοδάτα''...
που πολύ συχνά έχουνε κάποιοι ''ειδήμονες'' σκεφτεί,
που την αισθητική των δρόμων επί χάρτου ζωγραφίζουν,
αγνοώντας
τα αρώματα που η μνήμη αναζητά...

Μνήμες οι μυρωδιές μας!...




db – [2fA]

                                              


Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

"Προσευχή για την πεθερά "






Από τον π. Ανδρέα Κονάνο
-  ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΘΕΡΑ


Κύριε, βοήθησε την πεθερά μου,
να καταλάβει κάποια πράγματα που όλο λέμε,
κι όλο ξεχνάμε.
Σίγουρα κι αυτή τα ξέρει στο μυαλό της.
Μα κάπου αντιστέκεται η ψυχή της να τα βιώσει.

Να καταλάβει ότι η ζωή πάει μπροστά
κι ότι δεν έχουμε - μικροί μεγάλοι -
τα ίδια μυαλά.
Να δεχτεί ότι όπως έζησε αυτή τη ζωή της,
έτσι πρέπει να προχωρήσουμε κι εμείς τη δική μας.
Με τις δικές μας επιλογές.
Ότι το πιο ωραίο είναι ο σεβασμός κι η ελευθερία.
Ότι τα λάθη επιτρέπονται και είναι ανθρώπινα.
Τα δικά μας, εννοώ.
Διότι αυτή, συνήθως, αισθάνεται ότι δεν κάνει κανένα.

Ότι, όταν δεν μας πρήζει,
τότε τη θέλουμε συχνά δίπλα μας.
Πως όταν δεν πετάει υπονοούμενα,
μπηχτές και πλάγιες κακίες,
ευχόμαστε να ζήσει χίλια χρόνια
και δεν μας κουράζει καθόλου η παρουσία της.
Ενώ όταν μας ανακατεύει, ευχόμαστε άλλα!
(Συγχώρα μας, Θεέ μου)

Να καταλάβει, Κύριε, ότι πρέπει να ζήσουμε τη δική μας ζωή,
κι όχι τη δική της.

Πως ο μουσακάς,
τα σουτζουκάκια και το παστίτσιο
έχουν πολλούς τρόπους να μαγειρευτούν,
και τα πουκάμισα διάφορους τρόπους να πλυθούν,
να σιδερωθούν, να διπλωθούν.
Και πως σωστό,
δεν είναι αυτό που λέμε εμείς ή αυτή,
μα η αγάπη που ενώνει,
που σέβεται,
που ξέρει να τιμά, να σιωπά,
να δίνει τόπο στα νιάτα που θέλουν να πετάξουν,
και ένα λιμάνι με λιγότερα κύματα
σ’ αυτούς που έκαναν ήδη
τα ταξίδια τους,
τις τρέλες τους, τις επιλογές τους.

Να καταλάβει ότι η κόρη της είναι πια η γυναίκα μου.
Κι ο γιος της, δεν είναι πια ο ¨άντρας¨ της,
μα ο δικός μου.
Και να το πάρει απόφαση - επιτέλους!
Και να κοπεί αυτός ο ομφάλιος λώρος,
που μας έχει όλους τυλίξει και μπλέξει,
είτε μένουμε στην ίδια γειτονιά
είτε χιλιόμετρα μακριά.

Και κάποιος, Κύριε,
να της εξηγήσει ότι υπάρχει και ΚΑΠΗ,
και εκκλησία,
και πλέξιμο
και ελληνική ή τούρκικη ταινία,
και facebook και διάφορα άλλα,
για να περνά το χρόνο της.

Και πως, κατά βάθος,
την αγαπάμε.



facebook – [2fA]



Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

"Καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν.. "





Χαρμόσυνα βιώματα
-  Γεώργιος Παπαζάχος, καθηγητής Ἰατρικῆς


ντί ἄλλης Πασχάλιας εὐχῆς θά σᾶς μεταφέρω τά χαρμόσυνα ἀναστάσιμα βιώματα 
τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Πορφύριου, ὅπως τά ἔζησα μία Τρίτη της Διακαινησίμου, 
στό κελάκι του.
Πῆγα νά τον δω σάν γιατρός.
Μετά τήν καρδιολογική ἐξέταση καί τό συνηθισμένο καρδιογράφημα, μέ παρακάλεσε 
νά μήν φύγω. Κάθισα στό σκαμνάκι κοντά στό κρεβάτι του.
Ἔλαμπε ἀπό χαρά τό πρόσωπό του.

Μέ ρώτησε:
- Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει «Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν;… »
- Ναί γέροντα, τό ξέρω.
- Πές το.

Ἄρχισα γρήγορα-γρήγορα:
«Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν,
ἄλλης βιοτής, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν
καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιο,
τόν μόνον εὐλογητόν τῶν πατέρων Θεόν καί ὑπερένδοξον».

- Τό κατάλαβες;
- Ἀσφαλῶς τό κατάλαβα. Νόμισα πώς μέ ρωτάει γιά τήν ἑρμηνεία του.
Ἔκανε μία ἀπότομη κίνηση τοῦ χεριοῦ του καί μοῦ εἶπε:
- Τίποτε δέν κατάλαβες βρέ Γιωργάκη! Ἐσύ τό εἶπες σάν βιαστικός ψάλτης…
Ἄκου τί φοβερά πράγματα λέει αὐτό τό τροπάριο:

Ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του δέν μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα ποτάμι, ἀπό ἕνα ρῆγμα 
γής, ἀπό μία διώρυγα, ἀπό μία λίμνη ἤ ἀπό τήν Ἐρυθρά θάλασσα.
Μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα χάος, ἀπό μία ἄβυσσο, πού ἦταν ἀδύνατο νά τήν περάσει 
ὁ ἄνθρωπος μόνος.

Αἰῶνες περίμενε αὐτό τό πέρασμα, αὐτό τό Πάσχα.
Ὁ Χριστός μᾶς πέρασε ἀπό… τόν θάνατο, στή Ζωή.
Γι’ αὐτό σήμερα «Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, ἅδου τήν καθαίρεσιν».
Χάθηκε ὁ θάνατος. Τό κατάλαβες;
Σήμερα γιορτάζουμε τήν «ἀπαρχή» τῆς «ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου» ζωῆς κοντά Του.

Μίλαγε μέ ἐνθουσιασμό καί βεβαιότητα. Συγκινήθηκε.
Σιώπησε λίγο καί συνέχισε πιό δυνατά:
- Τώρα δέν ὑπάρχει χάος, θάνατος καί νέκρωση, Ἅδης.
Τώρα ὅλα χαρά, χάρις καί Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας.
Ἀναστήθηκε μαζί Του ἡ ἀνθρώπινη φύση.
Τώρα μποροῦμε καί μεῖς νά ἀναστηθοῦμε, νά ζήσουμε αἰώνια κοντά Του…

Τί εὐτυχία ἡ Ἀνάσταση! «Καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον».
Ἔχεις δεῖ τά κατσικάκια τώρα τήν ἄνοιξη νά χοροπηδοῦν πάνω στό γρασίδι, νά τρῶνε λίγο 
ἀπό τή μάνα τους καί νά χοροπηδοῦν ξανά;
Αὐτό εἶναι τό σκίρτημα, τό χοροπήδημα.
Ἔτσι ἔπρεπε κι ἐμεῖς νά χοροπηδοῦμε ἀπό χαρά ἀνείπωτη γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου 
καί τήν δική μας.
Διέκοψε πάλι τόν λόγο του. Ἀνέπνεα μία εὐφρόσυνη ἀτμόσφαιρα.

- Μπορῶ νά σού δώσω μία συμβουλή; συνέχισε.
Σέ κάθε θλίψη σου, σέ κάθε ἀποτυχία σου νά συγκεντρώνεσαι μισό λεφτό στόν ἑαυτό σου 
καί νά λές ἀργά-ἀργά αὐτό τό τροπάριο.
Θά βλέπεις ὅτι τό μεγαλύτερο πράγμα στή ζωή σου -καί στή ζωή τοῦ κόσμου ὅλου- ἔγινε. 
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ σωτηρία μας.
Καί θά συνειδητοποιεῖς, ὅτι ἡ ἀναποδιά πού σου συμβαίνει εἶναι πολύ μικρή γιά νά χαλάσει 
τή διάθεσή σου».

Μοῦ’ σφίξε τό χέρι λέγοντας:
- Σού εὔχομαι νά «σκιρτᾶς» ἀπό χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου τό χάος ἀπό τό ὁποῖο μᾶς 
πέρασε ὁ Ἀναστάς Κύριος, «ὁ μόνος εὐλογητός τῶν Πατέρων»…
Ψάλε τώρα καί τό «Χριστός Ἀνέστη!»



fb - Panteleimon Krouskos

[2φΑ]




Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

"Παρουσίαση βιβλίου "





ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ  -  ΚΥΡΙΑΚΗ  22/4







[2φΑ]




"Επιστημονική ημερίδα "





ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ  -  ΣΑΒΒΑΤΟ  21/4







-  Η συμμετοχή είναι ΔΩΡΕΑΝ

-  Θα δοθούν πιστοποιητικά παρακολούθησης




[2φΑ]





"Βραδιά Σπύρου Λούκου "





ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ  -  ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ  20/4


Στο Πνευματικό Κέντρο του Ι. Ναού
των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μοσχάτου
[Γράμμου 88 και Ταξιαρχών 43]

-  υπέρ της τράπεζας τροφίμων







[2φΑ]





Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

"Tα τραύματα της αγάπης "




π. Λίβυος  -  "Η αγάπη είναι πληγή..."


Η αλήθεια είναι, ότι η αγάπη μετριέται με τις πληγές που άφησε στην ψυχή
και το κορμί μας. Αυτοί που αγαπήσαμε μας παίδεψαν πολύ.
Αυτούς που αγαπήσαμε τους παιδέψαμε.
Το σημείο αναγνώρισης μιας αγάπης, δεν είναι τα λόγια που ειπώθηκαν,
αλλά ο πόνος που νιώσαμε, οι θυσίες που κάναμε, το φως που μεταλάβαμε.

Είπε ο Μητροπολίτης Γορτύνης Μακάριος σε εσπερινό κήρυγμα του,
«Όταν ο Χριστός χρειάστηκε να πείσει τους μαθητές του, ότι είναι ο Κύριος τους,
δεν τους έδειξε τον θρίαμβο της ανάστασης του, αλλά τις πληγές του.
Ελάτε να δείτε τις πληγές, βάλτε το δάκτυλο σας στα τραύματα της αγάπης μου. 
Ουσιαστικά ήταν σαν να τους έλεγε "δεν με θυμάστε; δεν με αναγνωρίζετε;
εγώ είμαι που σας αγάπησα έως θανάτου. Δείτε τις πληγές μου"».

Στην Βασιλεία του Θεού, δεν θα αναγνωριστούμε από τις επιτυχίες
και τα κατορθώματα μας, αλλά από τους καημούς και τα βάσανα μας.
Όπως εκείνη η πονεμένη γυναίκα στην αιμοκάθαρση που κάποτε 
έδειξε τις πληγές της στον Άγιο Παΐσιο, λέγοντας του 
«δες γέροντα την πληγή μου, φαίνεται το κόκκαλό μου», για να λάβει την απάντηση, 
«εγώ δεν βλέπω μέσα στην πληγή σου το κόκκαλο, αλλά τον παράδεισο…. »



fb – [2fA]



Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

"Το παραμύθι κι η παραβολή "




π. Βασίλειος Χριστοδούλου  -  Τό παραμύθι κι  παραβολή
[Ἀπό σχόλιο τοῦ συγγραφέα στό βιβλίο «Τό παραμύθι σου ἄνοιξε»
τοῦ π. Σπυρίδωνα Βασιλάκου]


Εἰκονίζουμε τόν Χριστό ὡς «ὁ Φωτοδότης», «ὁ Μέγας Ἀρχιερέας», «ὁ Παντοκράτωρ», «ὁ Ζωοδότης», «ὁ Νυμφίος», «ὁ Ἑλκόμενος», καί μέ τόσους ἄλλους τρόπους· καί ὅλοι αὐτοί προσδιοριστικοί εἴτε τῆς Θεϊκῆς Του δύναμης εἴτε τῆς κενωτικῆς Του «ἀδυναμίας».
Θά ἤθελα μία ἀπεικόνιση (τήν ἔχω ἤδη μέσα στό μυαλό μου) πού θά ἀνταποκρίνεται περισσότερο στό ἐνδιάμεσο τῶν δύο αὐτῶν ἄκρων, κάπως πιό παραμυθητική, περισσότερο καθημερινή, πού νά μήν ἔχει –γιά τά δικά μας ἀνθρώπινα μέτρα, οὔτε ἄφταστη δόξα, ἀλλ’ οὔτε καί ἀνείπωτο πόνο.
Μήν ξαφνιαστεῖτε! Θά ἤθελα μία ἀπεικόνιση: Χριστός «ὁ Παραμυθᾶς»!

Προσέξτε! Ὄχι ὁ Χριστός νά μᾶς παραμυθιάζει, ἀλλ’ ὁ Χριστός νά μᾶς λέει συγκλονιστικές ἀλήθειες γιά ’Κεῖνον, γιά ’μᾶς καί τή Βασιλεία Του στή γλώσσα καί μέ τόν τρόπο πού θά μπορούσαμε νά τίς κατανοήσουμε ‒καλύτερα μᾶλλον νά τίς ὑποψιαστοῦμε‒ στή γλώσσα δηλαδή τῆς παραβολῆς (τοῦ παραμυθιοῦ).

Τό παραμύθι εἶναι μία μυθολογική διήγηση τῆς ὁποίας τά πρόσωπα πού πρωταγωνιστοῦν δέν εἶναι ὑπαρκτά, δέν ἔχουν ἱστορική σήμανση, οὔτε ὅμως καί τά γεγονότα πού περιγράφονται ἀπηχοῦν ἱστορικά συμβάντα.
Πίσω ὅμως ἀπό τά πρόσωπα καί τά γεγονότα τοῦ μύθου παίρνει σάρκα καί ὀστά μία ἤ πολλές ἀλήθειες, οἱ ὁποίες, ἄν διατυπώνονταν μέ τόν τρόπο τῆς λογικῆς ἐξήγησης, τοῦ φιλοσοφικοῦ καί τεκμηριωμένου λόγου, δέν θά γίνονταν ἀπό τούς περισσότερους κατανοητές ἤ ἀκόμα χειρότερα θά γίνονταν ἀνιαρές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αὐτοῦ πού λέμε εἶναι τό παγκόσμια γνωστό ἀριστούργημα τοῦ Γάλλου συγγραφέα Ἀντουάν ντέ Σαίντ-Ἐξυπερύ «Ὁ Μικρός Πρίγκιπας».
Τά πρόσωπα, οἱ πλανῆτες, ἡ ἀλεπού τοῦ μύθου δέν εἶναι πρόσωπα ὑπαρκτά· οἱ ἀλήθειες ὅμως, πού ὁ συγκεκριμένος μύθος κομίζει εἶναι τόσο συγκλονιστικές καί διαιώνιες πού συνεχίζουν μέσα στά χρόνια νά ἐκπλήσσουν καί νά τροφοδοτοῦν τούς ἀνθρώπους.
Ἐάν προσπαθούσαμε π.χ. τό περιεχόμενο τοῦ περίφημου διαλόγου τῆς ἀλεποῦς μέ τόν Μικρό Πρίγκιπα νά τό ἐντάξουμε μέσα σέ μία δομημένη ὁμιλία ἐπιχειρημάτων, στέρεης ἀνάπτυξης καί τεκμηριωμένων συμπερασμάτων, ἴσως καί νά προκαλούσαμε τό χασμουρητό.

Ὑπάρχουν ὅμως καί ἐκεῖνες οἱ ἀλήθειες πού ὑπερβαίνουν τή δυνατότητα λογικῆς τεκμηρίωσης, πού δέν μποροῦν νά κατανοηθοῦν μέ τή νοητική διεργασία τοῦ ἀνθρώπου, πού κομίζουν μία πραγματικότητα ὑπερβατική, ἀνυπότακτη σέ ὁποιαδήποτε προσπάθεια λεκτικῆς ἐκφορᾶς καί συμμόρφωσής της.
Γι’ αὐτές τίς ἀλήθειες ὑπάρχει μία ἄλλη μορφή μυθολογικῆς-εἰκονολογικῆς διήγησης, εἶναι ἡ «παραβολή»· ὁ κατ’ ἐξοχήν τρόπος διδασκαλίας πού χρησιμοποίησε ὁ Χριστός.

Φοβόμαστε τήν «παραβολή» νά τήν ὀνοματίσουμε «παραμύθι», γιατί καί τό παραμύθι τό ἔχουμε ἀδικήσει διαβάζοντάς το μέ λανθασμένο τρόπο.
Δέν ἔχουμε μυηθεῖ στή «λογική» του, ὥστε νά τό καταλάβουμε, παραμένοντας μόνο στήν ἐπιφάνεια τοῦ μύθου (ὅτι δηλαδή τά πρόσωπα καί τά γεγονότα πού παρουσιάζονται δέν εἶναι πραγματικά) καί ἔτσι τό συμπέρασμα πού βγάζουμε εἶναι πώς ὅ,τι περιέχεται σέ μιά διήγηση παραμυθιοῦ εἶναι ψέματα [1].
Ἄρα τήν παραβολή δέν μποροῦμε νά τήν ὀνομάσουμε παραμύθι, ἀφοῦ ὁ Χριστός δέν εἶναι ποτέ δυνατόν νά λέει ψέματα (νά μᾶς παραμυθιάζει).

Ἄν ὄμως μπορούσαμε νά μυηθοῦμε στή «λογική» τοῦ παραμυθιοῦ καί μέσα ἀπό τόν λιτό, ἐκφραστικό τρόπο καί τήν εἰκονολογική του γλώσσα καταδυόμασταν στό βάθος του, θά μᾶς ἀποκαλύπτονταν λαλίστατες ἀλήθειες πού θά φλυαροῦσαν στή καρδιά, ἐνῶ λογική καί στόμα τραυλίζοντας, θά προσπαθούσαν νά τίς ψελλίσουν.
Θά αἰσθανόμασταν πώς τό ὑπέδαφος τοῦ παραμυθιοῦ εἶναι ἡ παραμυθία.
Εἶναι τό μελτέμι πού φυσᾶ ἀπό μιά θάλασσα εὐρυχωρίας πάνω σέ στενεμένους ἀπό τή λογική καί τίς ὑποχρεώσεις της ἀνθρώπους.

Δέν ὑπάρχει ὁ πατέρας καί οἱ δυό γιοί στήν παραβολή τοῦ ἀσώτου (ὡς ἱστορικά πρόσωπα)· ἀλληγορεῖται ὁ Πατέρας Θεός καί ἡ σχέση Του μέ τόν ἄνθρωπο 
(Λκ. ιε΄ 11-32).
Αὐτό πού ὑπάρχει ὅμως ὡς συνταρακτική ἀλήθεια πίσω ἀπό τή διήγηση τήν γεμάτη εἰκόνες, εἶναι ἡ ἀμετανόητη Πατρική Ἀγάπη καί ἡ ἀδιανόητη τρέλλα τοῦ ἀνθρώπου συνεχῶς καί μέ πολλούς τρόπους νά τήν πληγώνει (καί τόσα ἄλλα), γιά τά ὁποῖα θέλεις νά μιλήσεις, ἀλλά δέν ὑπάρχουν λέξεις διαθέσιμες νά τά χωρέσουν.
Δέν ὑπάρχει γλώσσα ἱκανή νά τά περιχωρήσει καί ἀτόφια νά τά μεταφέρει.
Δέν ὑπάρχει τό ἀμπέλι, οὔτε ὁ ἰδιοκτήτης του, οὔτε φυσικά οἱ μισθωτές γεωργοί καί οἱ ὑπηρέτες τοῦ ἰδιοκτήτη καί ὁ γιός του πού ἀποστέλλονται γιά νά εἰσπράξουν τούς καρπούς 
(Μτθ. κα΄ 33-44/Μρκ. ιβ΄ 1-12).

Δέν ὑπάρχει ὁ βασιλιάς καί ὁ γιός του πού παντρεύεται, οὔτε βέβαια καί οἱ προσκεκλημένοι πού γιά λόγους βιοτικῆς μέριμνας ἀρνοῦνται τελικά τή συμμετοχή τους στό γαμήλιο δεῖπνο 
(Λκ. ιδ΄ 16-24).
Ὅλα αὐτά εἶναι τά σημαίνοντα τοῦ μύθου.
Ὑπάρχει ὅμως ἡ Βασιλεία, ἡ σημαινόμενη ἀλήθεια!
Μία πραγματικότητα πού ὑπερβαίνει τή δυνατότητα ἀκριβοῦς διατύπωσης καί τό μόνο πού μπορεῖ νά δοθεῖ εἶναι ἡ ὀσφραντική ὑποψία της μέσα ἀπό τήν ἀλληγορία.

Μέσα ἀπό μία εἰκονολογική διήγηση μέ τοπία καί σκηνές τῆς καθημερινότητάς μας ὁ Χριστός μεταφέρει ἕναν «ἦχο καθαρό ἑορταζόντων», τή γεύση μιᾶς χαρᾶς καί ἑνός πανηγυριοῦ, γιά τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ἐμπειρία, γι’ αὐτό καί δέν μπορεῖ λογικά νά τά ἑρμηνεύσει, ἀλλά πού μπορεῖ ὅμως νά τά προγευτεῖ ἀντιστοιχώντας τα μέ χαρές, κόπο καί εὐθύνη τῆς ἐδῶ ζωῆς του.
Ἡ μόνη λοιπόν διαφορά τῆς παραβολῆς μέ τό παραμύθι εἶναι πώς ἡ παραβολή μεταφέρει μία ἀλήθεια πού ὄχι μόνο ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νά κατανοήσει, ἀλλά καί πού ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια δέν μπορεῖ σέ ὅλο της τό πλάτος καί τήν ἔκταση μέ τή γλώσσα καί τή λογική αὐτοῦ τοῦ κόσμου νά διατυπωθεῖ.

Τό παραμύθι καί ἡ παραβολή εἶναι μία ἐκλαϊκευμένη μορφή ποίησης.
Ὅπως ἡ Ποίηση μέ τό ἐλάχιστο τῆς διατύπωσης κομίζει τό μέγιστο τῆς μετοχῆς, ἔτσι καί ἡ παραβολή καί τό παραμύθι μέ τό ἁπλοϊκό τοῦ τρόπου καί τήν γλώσσα τῆς εἰκόνας μιλοῦν γιά γεγονότα ἀνήκουστα, ἀνείπωτα καί ἀφανέρωτα, ἀλλά καί γιά ἀλήθειες πού, ἄν προσπαθούσες τόν πυρῆνα τῆς κατανόησής τους νά σπάσεις μέ ἐργαλεῖο τή λογική, θά προκαλούσες ὄλεθρο πυρηνικό.

Ὁ Ἐλύτης τό γνώρισε· ἰχνηλάτησε αὐτή τή πορεία καί φθάνοντας στό τέλος της μᾶς βεβαιώνει πώς «ἀπό τό ἐλάχιστο φτάνεις πιό σύντομα ὁπουδήποτε».
Γιά χιλιομετρικές ἀποστάσεις αἰώνων φωτός μιλοῦσε ὁ Χριστός καί ἡ παραβολή μεταφράζοντας συντόμευε τήν ἀπόσταση, φθάνοντας τούς ἀνθρώπους ἔξω ἀπό τό παραθύρι Της, ὅπου τό Πνεῦμα εἶχε φροντίσει ἀνοικτό νά τό κρατεῖ, ἑνῶ ὁ Πατέρας ἀπό μέσα …μαγείρευε!

«Ὁ παραμυθᾶς» λοιπόν εἶναι μία ἔννοια ταυτισμένη στήν ἐμπειρία τοῦ ἐνήλικα μέ τόν ὁρισμό τοῦ «ψευταρᾶ», ἐνῶ στήν ἐμπειρία τοῦ παιδιοῦ μέ τήν τρυφερή εἰκόνα τοῦ παπποῦ ἤ τῆς γιαγιᾶς· ἡ ἀγκαλιά τῶν ὁποίων ἄνοιγε καί κουρνιάζοντας ἐκεῖ ἐμεῖς, προφυλαγμένοι ἀπό τήν κακοκαιρία μιᾶς σκληρῆς πραγματικότητας πού λογικά καί μέ ἐπιχειρήματα τόν οὐρανό ἀρνούνταν, μᾶς ἔκανε νά ὀνειρευόμαστε καί νά ταξιδεύουμε στόν κόσμο τῆς ἀλήθειας, πού οἱ μεγάλοι ἐπέμεναν ἀνύπαρκτο νά τόν κηρύσσουν.

Κάπως ἔτσι λοιπόν φαντάζομαι τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ Παραμυθᾶ, μ’ ἀνοιχτή τήν ἀγκάλη καί σηκωμένη τήν ἄγκυρα νά περιχωρεῖ ὅλα τά παιδιά (τά μικρά καί τά μεγάλα), νά τούς μιλᾶ παραβολικά, δίνοντας ἔμφαση ὄχι σέ νουθεσίες εὐθύγραμμης πορείας, ἀλλά στό λανθάνον περιεχόμενο τῆς εὐαισθησίας πού ἐγκυμονεῖ τό μέλλον. 
Γύρω του Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι, ρήτορες καί διανοούμενοι τῆς κάθε ἐποχῆς σκωπτικά νά μειδιοῦν, «μήπως πίστεψε σ’ αὐτόν κανένα μέλος τοῦ συνεδρίου ἤ κανείς ἀπό τούς Φαρισαίους; Μόνον αὐτός ὁ ὄχλος πιστεύει, πού δέν ξέρουν τό νόμο τοῦ Μωϋσῆ καί γι’ αὐτό εἶναι καταραμένοι» (Ἰω. ζ΄ 48,49).

Τά παραμύθια ‒ὅσο παράξενο καί νά σᾶς ἀκουστεῖ‒ δέν εἶναι γιά τούς μικρούς, εἶναι γιά τούς μεγάλους!
Ἤ γιά νά τό διατυπώσω πληρέστερα, εἶναι καί γιά τούς δύο καί ὁ καθένας παίρνει τό κομμάτι του.
Οἱ μικροί παίρνουν τήν εἰκόνα παραμένοντας στά σημαίνοντα, ἐνῶ οἱ μεγάλοι εἰσπράττουν τήν οὐσία κυνηγώντας τά σημαινόμενα.
Εἶναι σάν τή θάλασσα πού ὅλοι μποροῦν νά τή χαροῦν, καί τά παιδιά καί οἱ ἐνήλικες. 
Μόνο πού τά παιδιά θά πλατσουρίζουν στίς ὄχθες της, ἐνῶ οἱ μεγάλοι θά ἀποδιδράσκουν σέ καταδύσεις.
….   ….
….   ….


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Ἡ ἐννοιολογική βέβαια ἀπόσταση μεταξύ μύθου καί ψέματος εἶναι χαοτική. 
Μύθος εἶναι ἡ διατύπωση τῆς ἀλήθειας μέ διήγηση φανταστική, ἐνῶ ψέμα
εἶναι ἡ διαστρέβλωση καί δολοφονία τῆς ἀλήθειας μέ τρόπο ἀληθοφανῆ.



frear – [2fA]

                                          


Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

"Δε σε λυπάμαι ρε Γιώργη! "









Γιώργος Μπαλταδώρος, ΑΘΑΝΑΤΟΣ!
-  επιστολή από τον 
Θωμά Κατσακιώρη 

Δε σε λυπάμαι ρε Γιώργη!
Είναι βαρύ αυτό το απόγευμα κι ας είναι Ανάσταση.
Την οθόνη του υπολογιστή μου στοιχειώνει η φωτογραφία σου, να με κοιτά κατάματα και να με ελέγχει.
Κοιτάζω ένα παλικάρι 34 ετών τόσο σίγουρο για τον εαυτό του, τόσο σίγουρο για τις επιλογές του και ντρέπομαι.
Μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου κλαίω σαν να σε ήξερα προσωπικά... δεν σε ήξερα. 
Ούτε εσύ με ήξερες, μα σαν επέλεξες επάγγελμα, την προστασία μου είχες στο μυαλό σου κι ας μη με ήξερες προσωπικά... κι αυτό απόψε με βαραίνει.

Δε σε λυπάμαι ρε συ Γιώργη, σε θαυμάζω...
Την οικογένειά σου λυπάμαι, τα παιδιά και τη γυναίκα σου, τον πατέρα, τη μάνα και τα αδέρφια σου λυπάμαι μόνο.
Τους λυπάμαι γιατί τους κλήρωσε βαρύ φορτίο, να αποχαιρετήσουν έναν ήρωα ζώντας σε μια πατρίδα αγνωμόνων!
Την πατρίδα λυπάμαι που μετρά μείον έναν ήρωα.
Λυπάμαι και το Αιγαίο που σε τύλιξε, ενώ σε είχε ανάγκη να το προστατεύεις από ψηλά.

Δε σε λυπάμαι ρε συ Γιώργο, στους ήρωες δεν ταιριάζει ο οίκτος, αξίζει ο σεβασμός, αξίζει το δέος! Αυτό αισθάνομαι για σένα: δέος!
Κι αν κλαίω μπροστά στη φωτογραφία σου που στοιχειώνει τον υπολογιστή μου, είναι γιατί νιώθω ότι δε σου αξίζω... ότι δε σου αξίζουμε... όπως δεν αξίζουμε στον Άγγελο και στο Δημήτρη... γι’ αυτό είναι τιμή μας που σας έχουμε, κι αυτή η τιμή είναι απόψε ασήκωτη...

Σε λίγο ο θάνατός σου θα παίξει στο δελτίο του ΣΚΑΙ και θα σε δούμε όλοι εμείς για τους οποίους πετούσες.
Και βλέποντάς σε θα πούμε για «τους παλιότουρκους που σε σκότωσαν» και πως χάθηκες άδικα... Κι έπειτα, μιας και δε σε ξέραμε προσωπικά, θα την αράξουμε για να δούμε παθιασμένοι το project με το οποίο ο Τούρκος καναλάρχης στηρίζει τον πρόεδρο των γειτόνων μας και βλέποντας το αποχαυνωμένοι, θα γεμίσουμε τις τσέπες του με ευρώπουλα, ευρώπουλα με τα οποία θα στηρίξει τον πρόεδρο για να παίζει στις πλάτες των συναδέλφων σου το λιοντάρι...
Και δε θα τολμήσουμε να διανοηθούμε τη σχέση του δικού μας καναπέ με το δικό σου Αιγαίο...

Γιατί το Αιγαίο ρε συ Γιώργο είναι δικό σου, όχι δικό μας... εμάς μας αρκεί ένας καναπές, δυο τρεις χασομέρηδες σε ένα σπίτι στην Τουρκία (!) και άλλοι πέντ’ έξι χασομέρηδες σε ένα νησί στο πουθενά, για να είμαστε ήρεμοι και ευτυχισμένοι κι ας γεμίζουμε με την ευτυχία μας ευρώπουλα στους φίλους αυτού που έκανε τη ζωή σου δύσκολη...

Γι’ αυτό σου λέω, δε σε λυπάμαι ρε συ Γιώργο... τον εαυτό μου λυπάμαι!
Λυπάμαι εμένα και όλους αυτούς σαν εμένα, που με τη βλακεία και τον ωχαδερφισμό μας, δε σε βοηθήσαμε την ώρα που εσύ μας προστάτευες, ούτε σου συμπαρασταθήκαμε έτσι για το γαμώτο, και που με την αδιαφορία και τον ωχαδερφισμό μας, θα πληγώσουμε κι άλλο την οικογένειά σου, που από σήμερα απόκτησε ένα καρφί στην καρδιά...

Δε σε λυπάμαι ρε συ Γιώργη, τους ήρωες δεν τους λυπάσαι, τους θαυμάζεις , τους σέβεσαι, τους προσκυνάς... μόνο τους ήρωες προσκυνάς, κανένα άλλο είδωλο.
Κι αν κλαίω απόψε, κι αν το απόγευμα είναι βαρύ παρά την Ανάσταση, είναι που η Ανάσταση ξεκίνησε για σένα, μα για μας δεν έχει ξημερώσει ακόμα, γιατί η Ανάσταση αδερφέ, θέλει συνείδηση, θέλει αξιοπρέπεια, θέλει παλικαριά...
Ποτέ κανένας αδιάφορος δεν αναστήθηκε, ποτέ κανένας ασυνείδητος δεν κατάλαβε το θαύμα...

Εμάς λυπάμαι ρε συ Γιώργο, όχι εσένα: εσύ τουλάχιστον συνάντησες το τέλος σου με το πάθος του Αθάνατου... ενώ εμείς συναντάμε τις ζωές μας με την απάθεια του νεκρού.
Δε σε λυπάμαι ρε συ Γιώργο, σε ντρέπομαι, σε ευγνωμονώ... σε ευχαριστώ!
Καλό ταξίδι άγνωστε αδερφέ... κι εκεί που πετάς, γίνε προσευχή για όλους μας....







"Στο Μπαλουκλί στην Πόλη "






"Ύδωρ το ζωήρυτον της Πηγής, μάννα το προχέον,
τον αθάνατον δροσισμόν, το νέκταρ το Θείον, την ξένην άμβροσίαν
το μέλι το εκ πέτρας, πίστει τιμήσωμεν."

Η Ζωοδόχος Πηγή, στο Μπαλουκλί της Κωνσταντινούπολης
(το ιστορικό του αγιάσματος)
-  από τον Θεολόγο, Παναγιώτη Τσαγκάρη


Ήταν γύρω στα 450μχ, όταν ένας βυζαντινός στρατιώτης, Λέοντας στο όνομα, έκοβε βόλτες σ’ ένα δασάκι στα μέρη της βασιλεύουσας, όταν ξάφνου βλέπει μπροστά του έναν τυφλό άνθρωπο να του ζητάει λίγο νερό για να σβήσει τη δίψα του.
Ο Λέοντας προθυμοποιήθηκε να του βρει και να του φέρει νερό.
Έψαξε λοιπόν, στο δάσος για να βρει νερό αλλά μάταια και έτσι, επέστρεφε λυπημένος.

Τότε όμως, άκουσε μια γυναικεία φωνή να του λέει:
«Ου χρεών σε, Λέων, αγωνιάν, το γαρ ύδωρ εγγύς», δηλαδή «Δεν χρειάζεται Λέων να αγωνιάς, να άγχεσαι, να στεναχωριέσαι, το νερό είναι δίπλα σου».
Και πάλι ακούει τη φωνή την άγνωστη να τον προστάζει:
«Λέων βασιλιά, πάρε από το νερό αυτό και δώσε να πιει να ξεδιψάσει ο τυφλός άνθρωπος και κάτι ακόμα, άλειψε μ’ αυτό τα μάτια του και αμέσως θα καταλάβεις ποια είμαι εγώ που σου μιλώ».

Έτσι πράγματι έπραξε ο Λέοντας και παρευθύς ο τυφλός ανέβλεψε.
Αλλά ταυτόχρονα άνοιξαν και τα μάτια του Λέοντα ο οποίος τώρα, κατάλαβε πως εκείνη η φωνή που του μιλούσε ήταν της Παναγίας που έκανε αυτό το θαύμα και του μίλησε και πως επίσης, σ’ Εκείνην τη Μεγαλόχαρη, οφείλεται και το μεγάλο θαύμα της θεραπείας του τυφλού.

Αλλά θαύμα ήταν και η επαλήθευση της προσφώνησης από την Παναγία, του Λέοντα, ως βασιλιά. Διότι πράγματι ο Λέων, το 486μ.Χ, ανέβηκε στον θρόνο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ως Λέων ο Α΄ ο Θράξ, ο επονομαζόμενος και Μακέλλης(457-474), και τον οποίο η Αγία Εκκλησία μας ως Άγιο τον τιμά στις 20 του Ιανουρίου.

Ο Λέων, ως αυτοκράτορας πλέον, θα αναγείρει επί της θαυματουργής πηγής, θαυμάσιο Ναό αφιερωμένο στην Παναγία, την Ζωοδόχο Πηγή για να θυμίζει τις δωρεές της Θεοτόκου προς εκείνον, αλλά και όλες τις μεγάλες ευεργεσίες της προς το γένος των ανθρώπων.
Στην θαυματουργή πηγή αυτού του ιερού Ναού, βρήκε τη γιατρειά και ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο Α΄, ο Λέοντας ο ΣΤ΄ ο Σοφός, η γυναίκα του Αγία βασίλισσα Θεοφανώ, ο Ρωμανός Α΄ ο Λεκαπηνός και η γυναίκα του, ο Πατριάρχης Στέφανος (886-912), ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωάννης(964-966), αλλά και πλήθος ακόμη, άρχοντες και απλοί άνθρωποι εκεί γιατρεύτηκαν.
Μέχρι και νεκρό ανέστησε το αγιασμένο νερό της Ζωοδόχου Πηγής.

Τον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής, γκρέμισαν οι Τούρκοι για να φτιάξουν με τα υλικά του το τέμενος του Σουλτάνου Βαγιαζήτ. Οι χριστιανοί στη θέση αυτή έχτισαν ένα παρεκκλήσι και αργότερα ένα πιο μεγάλο Ναό(1835).
Αυτού του ιερού Ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου της Ζωοδόχου Πηγής, τα εγκαίνια εορτάζει η Εκκλησία μας την Παρασκευή της Διακαινησίμου (Λαμπροβδομάδα).

Ο Ναός αυτός έμεινε γνωστός στην ιστορία ως το αγίασμα του «Μπαλουκλί». 
«Μπαλούκ» στα τουρκικά σημαίνει ψάρι και η παράδοση μας λέει πως εκεί δίπλα στο αγίασμα, στις 23 Μαΐου 1453 ένας καλόγερος τηγάνιζε ψάρια, όταν κάποιος του έφερε την είδηση πως πήραν την Πόλη οι Τούρκοι.
Ο καλόγερος απάντησε πως μόνο αν τα ψάρια που τηγάνιζε έφευγαν από το τηγάνι και έπεφταν μέσα στο αγίασμα, θα πίστευε ότι έγινε κάτι τέτοιο.
Και πραγματικά τα ψάρια ζωντάνεψαν και έπεσαν μέσα στην πηγή του αγιάσματος. 
Μέχρι σήμερα, μέσα στην δεξαμενή της Ζωοδόχου Πηγής διατηρούνται επτά ψάρια και μάλιστα σαν να είναι μισοτηγανισμένα από την μια πλευρά.

Πέρα όμως από θρύλους και παραδόσεις, η Παναγία μητέρα του Χριστού και μητέρα πάντων των χριστιανών, παραμένει για όλους μας η Πηγή της Ζωής, καθότι Εκείνη έφερε τη Ζωή, τον Χριστό στον κόσμο, ελπίδα και προστασία μας, «καταφυγή τε σκέπη και αγαλλίαμα».



antexoume 

db – [2fA]



Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

"Συνδικαλιστικά.. "










[2φΑ]




Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

"Γιατρέ, δεν αντέχω άλλο.. "










MARIO ALONSO PUIG  
-  Από το "Βρες ξανά τον εαυτό σου"   (ΨΥΧΟΓΙΟΣ)


Ένας άντρας επισκέφτηκε τον γιατρό του για κάτι πόνους που είχε.
- Γιατρέ, δεν αντέχω άλλο, πονάει όλο μου το κορμί, όλα μου πάνε στραβά.
Ο γιατρός άρχισε να υποπτεύεται ότι ενδεχομένως να υπήρχε κάποια σχέση ανάμεσα στους σωματικούς και στους ψυχικούς του πόνους, αφού ο άνθρωπος αυτός συνέχισε να παραπονιέται για το πόσο άσχημα πήγαιναν τα πράγματα στη ζωή του. 

Έτσι, κι εφόσον γνώριζε κάποια στοιχεία για την οικογενειακή και προσωπική του ζωή, του είπε:
- Σας καταλαβαίνω απόλυτα και λυπάμαι πολύ για τον θάνατο της συζύγου σας.
Ο άντρας τον κοίταξε παραξενεμένος.
- Τι λέτε γιατρέ; Η σύζυγός μου είναι μια χαρά· μάλλον κάποιος σας παραπληροφόρησε.
- Δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που η σύζυγός σας είναι καλά.
Και ο γιατρός έγραψε σ’ ένα χαρτί, διαβάζοντας δυνατά, τη φράση: 
“Η σύζυγος είναι καλά”.

“Τότε μάλλον κάποιο από τα παιδιά σας θα είναι άρρωστο”, συνέχισε ο γιατρός.
“Γιατρέ, είστε πολύ περίεργος σήμερα. Ευτυχώς, τα παιδιά μου έχουν όλα την υγεία τους”.
“Τα παιδιά του είναι υγιή”, σχολίασε ο γιατρός, σημειώνοντας και πάλι στο χαρτί αυτή τη φράση.

“Δεν θέλω να ξύνω την πληγή σας, αλλά λυπάμαι που χάσατε τη δουλειά σας”.
“Γιατρέ, δεν ξέρω τι σας συμβαίνει, αλλά…”
Εκείνη τη στιγμή ο άντρας κατάλαβε, πόσο δεν εκτιμούσε ότι πολυτιμότερο είχε στη ζωή του και πόσο είχε επιτρέψει να τον κυριεύσουν άλλα συναισθήματα, που πήγαζαν από μια συγκεκριμένη αντίληψη των πραγμάτων. 
Τότε σηκώθηκε, ευχαρίστησε θερμά τον γιατρό και έφυγε…



lecturesbureau – [2fA]




Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

"Η ιστορία του Ελιάου."





Το προνόμιο να μεγαλώνεις ένα δέντρο
-  από τον "ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ" του ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ


Σε μία όαση κρυμμένη μέσα στα πιο απόμακρα τοπία της ερήμου, ο γέρος Ελιάου ήταν γονατισμένος δίπλα σε μερικές χουρμαδιές.
Ο γείτονάς του, ο Χακίμ, ένας πλούσιος έμπορος, σταμάτησε στην όαση για να πιουν νερό οι καμήλες του και είδε τον Ελιάου να ιδρώνει σκάβοντας στην άμμο.

“Τι νέα, γέροντα; Ειρήνη σ’εσένα!”
“Και σ’εσένα!” αποκρίθηκε ο Ελιάου χωρίς να σταματήσει τη δουλειά του.
“Τι κάνεις εδώ, μ’αυτή τη ζέστη και με το φτυάρι στα χέρια;”
“Φυτεύω” αποκρίθηκε ο γέρος.
“Μα τι φυτεύεις εδώ, Ελιάου;”
“Χουρμάδες” αποκρίθηκε ο Ελιάου δείχνοντας γύρω του τις χουρμαδιές.

“Χουρμάδες!” επανέλαβε ο νεοφερμένος κι έκλεισε τα μάτια με συγκατάβαση, σαν να ’χε ακούσει την μεγαλύτερη ηλιθιότητα του κόσμου.
“Η ζέστη σε πείραξε στο μυαλό, αγαπητέ μου φίλε.
Έλα, παράτα αυτή τη δουλειά και πάμε στη σκηνή μου να πιούμε ένα ποτήρι.”
“Όχι, πρέπει να τελειώσω το φύτεμα. Μετά, αν θέλεις, θα πιούμε…”

“Για πες μου, φίλε μου, πόσο ετών είσαι;”
“Ξέρω κι εγώ… Εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα… Δεν ξέρω…
Όμως, τι σημασία έχει αυτό;”
“Κοίταξε, φίλε. Οι χουρμαδιές θέλουν πάνω από πενήντα χρόνια ώσπου να μεγαλώσουν, και μόνο όταν γίνουν μεγάλα δέντρα δίνουν καρπό.
Εγώ δεν θέλω το κακό σου, το ξέρεις. Μακάρι να ζήσεις ως τα εκατό και βάλε, όμως, ξέρεις ότι δύσκολα θα φτάσεις να μαζέψεις καρπούς απ’ αυτό που σήμερα φυτεύεις. 
Παράτα τα λοιπόν, κι έλα μαζί μου.”

“Κοίταξε, Χακίμ. Εγώ έφαγα τους χουρμάδες που φύτεψε κάποιος άλλος, κάποιος που κι αυτός ποτέ δεν ονειρεύτηκε να φάει αυτούς τους χουρμάδες.
Εγώ σήμερα φυτεύω, ώστε άλλοι να φάνε αύριο τους χουρμάδες που φύτεψα…
Έστω κι αν είναι προς τιμήν κάποιου άγνωστου, αξίζει τον κόπο να αποτελειώσω το έργο μου.”

Ο Χακίμ τον κοίταξε σκεφτικός.
“Μου έδωσες ένα σπουδαίο μάθημα σήμερα, Ελιάου.
Άφησέ με να σου ξεπληρώσω μ’ ένα πουγκί φλουριά, αυτό που με δίδαξες.”
Και με τα λόγια αυτά, ο Χακίμ έβαλε στο χέρι του γέροντα ένα δερμάτινο πουγκί.

“Σ’ ευχαριστώ για τα χρήματα, φίλε μου.
Βλέπεις μερικές φορές τι συμβαίνει; Εσύ προέβλεπες ότι ποτέ δεν θα απολάμβανα καρπούς απ’ αυτό που φύτευα.
Έμοιαζε αλήθεια, κι όμως για κοίτα, ακόμα δεν τελείωσα το φύτεμα και ήδη κέρδισα ένα πουγκί φλουριά και την ευγνωμοσύνη ενός φίλου.
Είναι το δίχως άλλο, προνόμιο, να μεγαλώνεις ένα δέντρο!... ”



lecturesbureau – [2fA]


                                       


Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

"Το Πάσχα του Ξενόπουλου "







«Το πρώτο μου Πάσχα»  -  του Γρηγορίου Ξενόπουλου


«Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια.
Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα.
Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»…
Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ... ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια, από τις εννιά η άλλη.
Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο, εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, που λειτουργούσαν από τις επτά.
Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.

Ω, ήταν τόσο όμορφα!
H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα.
Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια!
Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια.
Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ.
Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα.
Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος…

O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια. 
Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος.
Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες.
Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου…

Tην Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής.
Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. 
Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση.
Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα.
Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο…
Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα.

Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα!
Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!…
Eίδα και τον Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, έναν μεγάλο Xριστό σαν αληθινό…
Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος).
Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα.
Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.

Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών.
Eίχα παρακολουθήσει τον Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στον Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον …
Γι’ αυτό, το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος.
Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα.
Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σαν Θεός.

Έτσι έπρεπε να είναι.
Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω την Mεγάλη Eβδομάδα. 
Mαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνο το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ως τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ’ οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ’ τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα.
Έτσι και στη ζωή: Tην χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ’ από αγώνα και αγωνία, ύστερ’ από κόπο και λύπη.
Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Mεγάλη Eβδομάδα.

Ω, αυτό το ξέρετε και σεις από τώρα.
Mήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, δεν την ονομάζετε… Mεγάλη Eβδομάδα;
Γελάτε, ε;… Kαι του χρόνου!»



womantoc – [2fA]



Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

"Ο μόνος τρόπος.. "





Από μήνυμα του Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής
κ. Νικόλαου για το Πάσχα  
(2013)



….   Μέσα στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἀντικρύσαμε μὲ ἀπορία τὸν ἄνθρωπο νὰ σταυρώνει τὸν Θεό του, μὲ ἔκπληξη τὸν Θεάνθρωπο ἑκουσίως νὰ σταυρώνεται καὶ «ἐν νεκροῖς νὰ λογίζεται», τὴν πραγματικότητα τῆς ἀνθρώπινης προδοσίας, πτώσεως καὶ πνευματικῆς αὐτοκαταστροφῆς καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς ἄπειρης ἀγάπης καὶ μακροθυμίας τοῦ θεανθρώπου Κυρίου.
Σήμερα ζοῦμε τὴν χαρὰ τοῦ θεϊκοῦ θριάμβου, τὴν ἀπόδειξη τοῦ κενοῦ μνημείου, τὴν λάμψη τῆς θεότητος τοῦ Κυρίου, τὴν ἐλπίδα καὶ τῆς δικῆς μας Ἀναστάσεως.
Γι΄ αὐτὸ καὶ ψάλλουμε ἀκατάπαυστα «Χριστὸς Ἀνεστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος». ….

Ἡ εἰκόνα τῆς ζωῆς μας μοιάζει μὲ μιὰ ἀτελείωτη Μεγάλη Ἑβδομάδα καὶ ἡ παροῦσα ἐμπειρία μας, μὲ μιὰ ἀπαράκλητη Μεγάλη Παρασκευή.
Γύρω μας σταυρωτές μὲ ἀσύλληπτο μῖσος, ὄχλοι μὲ ἀδιακαιολόγητη πνευματικὴ ἐπιπολαιότητα.
Κι ἐμεῖς, σὰν τοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, κάποιοι ἀρνούμεθα, κάποιοι ἐγκαταλείπουμε, οἱ περισσότεροι κρυβόμαστε μὲ φόβο ἢ ἀμήχανα εἴμαστε «βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται», παραμένοντας στὴ νάρκη τῆς ὀλιγοπιστίας μας.

Παρὰ ταῦτα, ἀδελφοί μου, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Ὅσο καὶ ἂν φωνάζει ὁ ὄχλος, ὅσο κι ἂν καρφώνουν οἱ σταυρωτές, ὅσο καὶ ἂν σφραγίζουν τὸν τάφο οἱ ἀρχιερεῖς καὶ φαρισαῖοι τῆς σύγχρονης ἐποχῆς, ὅσο καὶ ἂν ἀπουσιάζουν οἱ μαθητὲς ἀπὸ τὰ γεγονότα, ὅσο καὶ ἂν ἡ Ἐκκλησία φαίνεται ἀδικαιολόγητα νὰ σιωπᾶ, τὸ ἅγιο Φῶς ἀναδύεται ἀπὸ τὸν τάφο καὶ σήμερα, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ζωὴ ἀνατέλλουν διότι «Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρωμ. στ΄ 9).

Ἡ πίστη στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀναστάντος καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου εἶναι ὁ μόνος τρόπος, ὁ καθένας μας νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τὶς ἁλυσσίδες τῆς προσωπικῆς του κρίσης.
Δὲν θὰ λυτρωθοῦμε μόνοι μας. Ὁ Ἀναστὰς θὰ μᾶς λυτρώσει.
Αὐτὸς θὰ μᾶς ἀναστήσει, σὲ ἐμᾶς τοῖς «ἐν τοῖς μνήμασι» τῶν παθῶν μας, θὰ χαρίσει τὴν ζωή.  ….



vasileia – [2fA]