Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

"Υποψία"








ΥΠΟΨΙΑ



«Βουβά, σκυφτά
σαν μάγισσα που αργοσαλεύει
σε περασμένη ώρα
κεντά της άδολης καρδιάς μου τη γαλήνη
η υποψία

κι’ ευθύς ολόρθη υψώνεται
φριχτά γιγαντωμένη
απ' την αλήθεια που ίσως κρύβει
και μου σκιάζει κάθε αίσθηση χαράς
και κάθε πίστη
στην αθωότητα

τίμημα δίκαιο αδύνατης καρδιάς,
αυτών που φτιάχτηκαν
να μην αντέχουν
στη θλιβερή ζωή τους
την ευτυχία. . .»


-  η αυλαία πέφτει
το κοινό χειροκροτεί

η αντήχηση
των λόγων που έσβησαν
ελίσσεται
ανάμεσα σε ηθοποιούς
θεατές και κριτικούς
αναζητώντας θύμα

ο σπόρος της δυσπιστίας
φυτρώνει στο σκοτάδι.





Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

".. τολμάν επικαλείσθαι.."





«... τολμάν επικαλείσθαι Σε τον επουράνιον Θεόν Πατέρα και λέγειν»
εκφώνηση του ιερέα, πριν από το «Πάτερ ημών»

του Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου


Λέει λοιπόν η προσευχή «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς»: Πατέρα μας που κατοικείς στους ουρανούς. Απλή προσευχή, πατέρα μας που είσαι στους ουρανούς, αλλά για να σκεφθούμε καμιά φορά το πόσο μεγάλο πράγμα είναι, ο άνθρωπος να επικαλείται το Θεό «Πατέρα του». Και βλέπετε και κάτι άλλο που θα πούμε μετά, δεν είπε ο Χριστός «Πάτερ μου ο εν τοις ουρανοίς» αλλά «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς» για να μας δείξει ότι δεν είμαστε άτομα μέσα στην εκκλησία, δεν είμαστε μόνοι μας, αλλά είμαστε όλοι μαζί και ο Θεός δεν είναι ο πατέρας μου, αλλά είναι ο Πατέρας μας και μεις δεν είμαστε εγώ, αλλά είμαστε εμείς, όλοι, είμαστε ένα σώμα οι πολλοί, εν σώμα οι πολλοί, λέει η γραφή και ο Θεός είναι πατέρας μας και είναι ο Πατέρας μας που είναι στον ουρανό.

Θυμάμαι το γέρο Παΐσιο που συχνά έλεγε και ονόμαζε τον Θεό, Ουράνιο Πατέρα και έλεγε και για τα παιδάκια που έχουν δυσκολίες στη ζωή τους και χάνουν τους γονείς τους, τον πατέρα τους και έλεγε «πόσο αναλαμβάνει ο Ουράνιος Πατέρας τη φροντίδα αυτών των παιδιών, που χάνουν τον επίγειο πατέρα και πόσο σπουδαίο πράγμα είναι να έχουμε μαζί μας τον Ουράνιο Πατέρα, ο οποίος είναι αθάνατος και ο οποίος είναι αιώνιος. Και όταν ο άνθρωπος έχει αυτή την αίσθηση ότι ο Θεός είναι πατέρας του, τότε μπορεί να κινείται μέσα στον κόσμο, μέσα στη κτίση, μέσα στη φύση, μεσ’ στη δημιουργία, παντού οπουδήποτε, οποτεδήποτε και με οποιεσδήποτε συνθήκες μπορεί να κινείται μέσα σε μεγάλη άνεση, όπως κάποιος που κινείται μέσα στο σπίτι του πατέρα του, γιατί το σπίτι του πατέρα του είναι και σπίτι δικό του και έτσι αισθάνεται ασφάλεια μέσ’το δικό του σπίτι, αισθάνεται άνεση, δεν αισθάνεται καμιά δυσκολία.

Αφού λοιπόν ο Θεός είναι πατέρας μας και εμείς αισθανόμαστε τον Θεό σαν πατέρα μας τότε λοιπόν καταργούνται όλα τα δύσκολα πράγματα που στέκονται μπροστά μας, καταργείται κι’ο φόβος, καταργείται κι’ ανησυχία, καταργείται το άγχος, καταργείται η αγωνία, καταργείται η καχυποψία για τον άλλο άνθρωπο και όλα κυλούν τόσον όμορφα και τόσον ωραία. Γιατί; Γιατί είναι μαζί μας ο Ουράνιος Πατέρας ο οποίος είναι στον ουρανό και είναι στον ουρανό και είναι και μαζί μας ταυτόχρονα και είναι στον ουρανό για ν’ ανεβάζει και μας εις τον ουρανό, να μη μας κρατά κάτω στη γη με τις πολυποίκιλες περιπέτειες της καθημερινότητας, αλλά να μας βγάζει πάνω από την τροχιά των γήινων πραγμάτων.

Αλλά πότε μπορούμε να πούμε ότι είμαστε παιδιά του Θεού, γιατί για να λέμε τον Θεό Πατέρα, σημαίνει και μεις πρέπει να αισθανόμαστε παιδιά του Θεού. Είπαμε πολλές φορές, ότι στη πνευματική ζωή υπάρχουν τρεις καταστάσεις πνευματικής σχέσης με το Θεό ας τις πω έτσι, και θα το επαναλάβω για όσους δεν το θυμούνται.

Η πρώτη πνευματική κατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό, είναι όταν ο άνθρωπος αισθάνεται σαν δούλος του Θεού, δηλαδή όπως ένας δούλος κάμνει κάτι γιατί φοβάται επειδή το λέει ο αφέντης του, το λέει ο διευθυντής του, το λέει αυτός που τον έχει αγορασμένο και κάμνει αυτό το οποίο διατάσσει ο αφέντης, γιατί φοβάται. Το κάμνει μεν αλλά φοβάται, φοβάται ότι θα τιμωρηθεί, φοβάται ότι θα θυμώσει το αφεντικό του, φοβάται ότι θα πάθει κάτι κακό, γι’ αυτό το λόγο κάμνει τις διαταγές του αφέντη του, αλλά αυτή η υπακοή βγαίνει από φόβο.

Αυτός είναι ο δούλος και δούλον ονομάζουν οι πατέρες τον άνθρωπο ο οποίος φοβάται το Θεό και κάμνει αυτά που κάμνει γιατί φοβάται μήπως πάθει κάτι, μήπως του συμβεί κάτι ή μήπως πάει στην κόλαση και λέει να μη κάμω αυτό το πράμα γιατί φοβούμαι μήπως πάω στη κόλαση, μήπως χάσω την ψυχή μου. Καλό είναι κι αυτό, δεν είναι κακό, είναι καλό, αλλά είναι νηπιώδες φρόνημα, είναι ατελές φρόνημα, όμως χρειάζεται πολλές φορές, χρειάζεται γιατί είμαστε τόσο νήπια πνευματικά που δεν έχουμε άλλο αισθητήριο και η ψυχή μας δεν καταλαβαίνει τίποτα και μόνο με την απειλή και το φόβο κάπως συνέρχεται. Α

ν απειλήσουμε τον εαυτό μας ότι, κοίταξε άμα κάμεις αυτό το πράμα θα πας στη κόλαση, θα καταστραφείς αιώνια, θα έχεις αντιμέτωπο τον Θεό, φοβάται η ψυχή του ανθρώπου μαζεύεται και κάπως συναισθάνεται ότι δεν πρέπει να κάμει αυτό το πράμα, τουλάχιστον γλυτώνει από μιαν έμπρακτη αμαρτία, είναι ένας τρόπος κι’ αυτός αποφυγής της αμαρτίας και τηρήσεως της εντολής του Θεού. Αλλά δεν είναι ο τέλειος τρόπος, είναι ο νηπιώδης τρόπος όμως είναι κι’ αυτός χρήσιμος όπως και τα μαθήματα του δημοτικού σχολείου, ναι μεν είναι νηπιακά μαθήματα, είναι το άλφα και το βήτα, αλλά άμα δεν μάθεις το άλφα και το βήτα δεν θα πας και στα υπόλοιπα και στο πανεπιστήμιο, πρέπει να πας από το δημοτικό και αρχίζει και από το νηπιαγωγείο ακόμα. Αυτός ο τρόπος λοιπόν είναι του δημοτικού σχολείου, όμως είναι χρήσιμος και χρειάζεται.

Ο δεύτερος τρόπος λεν οι Πατέρες, είναι ο μισθωτός άνθρωπος, αυτός ο οποίος κάμνει κάτι γιατί θέλει κάτι. Κάμνει το καλό, κάμνει τις εντολές του Θεού, τηρεί το λόγο του Θεού γιατί θέλει να πάει στο Παράδεισο, γιατί θέλει ο Θεός να του κάμει τα χατίρια του, γιατί θέλει ο Θεός νάναι μαζί του, γιατί θέλει, ξέρω ‘γώ, η ζωή του να είναι ευτυχισμένη σ’ αυτό το κόσμο και μετά που θα φύγει απ’ αυτό τον κόσμο πάλι να είναι καλά, δηλαδή αποβλέπει σε κάτι, σαν κάποιον ο οποίος έρχεται σπίτι σου π.χ. σου σκουπίζει το σπίτι σου, σφουγγαρίζει, αλλά το κάμνει γιατί θέλει από σένα να του δώσεις μιαν αμοιβή, περιμένει να του κάμεις ένα δώρο, περιμένει να του πεις ένα καλό λόγο να τον υποστηρίξεις κι’ εσύ μια μέρα, να τον βοηθήσεις κι’ εσύ κάποτε που θα έχει ανάγκη ή να του δώσεις χρήματα γιατί έκαμε κόπο.

Αυτός είναι ο μισθωτός άνθρωπος, είναι κάπως καλύτερα από τον προηγούμενο, από το δούλο είναι καλύτερο, αλλά δεν είναι τέλειο, ούτε είναι σ’ αυτό το οποίο θα πρέπει να φθάσει ο άνθρωπος, είναι όμως κι’ αυτό κάτι καλό τουλάχιστον όταν η ψυχή μας δεν έχει αυτή την τελείαν αγάπη, ας είναι, ας σκεφτόμαστε τ’αγαθά της Βασιλείας του Θεού, ας έχουμε μέσα μας αυτά τα οποία θα επακολουθήσουν στους ανθρώπους που αγαπούν το Θεό, ας σκεφτόμαστε τον Παράδεισο, τη δόξα των Αγίων, τη συγκατοίκηση την αιώνια μαζί με τους Αγίους και τους Αγγέλους, αυτή τη σχέση με τον Θεό, ας σκεφτόμαστε τέλος πάντων όλα τα αγαθά που θα απολαύσουμε αν τηρήσουμε τον λόγο του Θεού και είναι και αυτό καλό, καλό αλλά όχι τέλειο, μεσαίο, έτσι, μέση εκπαίδευση, το τέλειο είναι να κάμνουμε αυτό το οποίο θέλει ο Θεός σαν τέκνα Θεού.

Είναι η πρώτη κατάσταση οι δούλοι, η δεύτερη οι μισθωτοί και τρίτοι οι υιοί του Θεού, τέκνα του Θεού. Και να κάνουμε αυτό το οποίον ο Θεός θέλει, όχι γιατί τον φοβόμαστε, ούτε γιατί θέλουμε να μας πληρώσει, αλλά γιατί τον αγαπούμε τον Θεό και ο Θεός είναι Πατέρας μας και κάνουμε ότι κάνουμε γιατί αυτό είναι μέσα μας, όπως όταν κάνουμε κάτι για τον πατέρα μας, το κάνουμε γιατί είναι πατέρας μας και τον αγαπούμε και δεν έχουμε τίποτε άλλο, δεν ζητούμε τίποτα, είναι η φύση μας, η σχέση μας τέτοια με τους γονείς μας.

Αλλά για να φτάσουμε όμως σε αυτή την κατάσταση της υιοθεσίας, πρέπει να τηρήσουμε μια μέθοδο, μια διαδικασία για να φτάσουμε να είμαστε τέκνα του Θεού, παιδιά του Θεού. Πρέπει οπωσδήποτε αυτό που λέει πιο κάτω «αγιασθήτω το όνομα σου», δηλαδή ας αγιασθεί το όνομα σου. Πού να αγιασθεί το όνομα του Θεού, στον ουρανό; Αφού είναι Άγιο αφ’ εαυτού το όνομα του Θεού, αλλά εμείς να αγιάσομε το όνομα του Θεού με την αγία ζωή μας, όταν εμείς υπακούσομε στις εντολές του Θεού τότε οι εντολές του Θεού λειτουργούν μέσα μας από μόνες τους σαν καθαρτήριο πυρ, το οποίο καθαρίζει την ψυχή μας και την ύπαρξή μας από τα πάθη και την αμαρτία, μας φωτίζει το νου μας, φωτίζει την καρδία μας και σιγά-σιγά αρχίζουμε να λειτουργούμε φυσιολογικά.

Αρχίζει να λειτουργεί μέσα μας αυτή η αρμονία της φύσεως, όπως μας έπλασε ο Θεός. Όλες οι ψυχικές και σωματικές μας δυνάμεις αποκτούν τη σωστή τους θέση και λειτουργούν μέσα σε μια θαυμάσια αρμονία και εμείς έτσι γινόμαστε τόπος, όπου μπορεί να έρθει να κατοικήσει ο Θεός.






*  περικοπή από απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Μ. Λεμεσού κ. Αθανασίου.
το πλήρες κείμενο της ομιλίας ευρίσκεται δημοσιευμένο στις Σελίδες του Ιστολογίου μας.

*  όλες οι ομιλίες του Μ. Λεμεσού Αθανασίου ευρίσκονται σε μορφή αρχείων ήχου-        




Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

"Ποιητική στιγμή"























ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ



Στις ακτές της νόησης
μουσικοί κυματισμοί
αποθέτουν
μνήμες βιωμάτων

αισθήματα, εικόνες, αναζητήσεις
συνωθούνται
στην ιριδίζουσα διαστολή
της συνείδησης

φλογισμένη η αύρα του πνεύματος
κατακλύζεται εκστατική
από δημιουργικό μειδίαμα
διάχυτης έμπνευσης

μελωδικά στοιχεία
λόγου και μέτρου
συντάσσονται θαυμαστά
στις αρμόζουσες θέσεις
τις προκαθορισμένες από τις Μούσες

ο ποιητής
είναι ο μόνος
αυτόπτης μάρτυρας.




Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

"Πώς φεύγει η ανασφάλεια"





 

 

 

 

 

Πώς φεύγει η ανασφάλεια, η απελπισία, η κατάθλιψη

του Γέροντα Πορφυρίου 

 

λα τ κακ ασθήματα, νασφάλεια, πελπισία, πογοήτευση, πο πνε ν κυριεύσουν τν ψυχή, φεύγουν μ τν ταπείνωση. Ατς πο δν χει ταπείνωση, γωιστής, δν θέλει ν το κόψεις τ θέλημα, ν τν θίξεις, ν το κάνεις ποδείξεις. Στενοχωρεται, νευριάζει, παναστατε, ντιδρ, τν κυριεύει κατάθλιψη.

κατάσταση ατ θεραπεύεται μ τ χάρη. Πρέπει ψυχ ν στραφε στν γάπη το Θεο. θεραπεία θ γίνει μ τ ν’ γαπήσει τν Θε μ λαχτάρα. Πολλο γιοί μας μετέτρεψαν τν κατάθλιψη σ χαρὰ, μ τν γάπη πρς τν Χριστό. Παίρνανε δηλαδ τν ψυχικ δύναμη, πο θελε ν τ συντρίψει διάβολος κα τ δίνανε στ Θε κα τ μεταβάλλανε σ χαρ κα γαλλίαση. προσευχή, λατρεία το Θεο μεταβάλλει σιγὰ-σιγ τν κατάθλιψη κα τ γυρίζει σ χαρά, διότι πιδρ χάρις το Θεο. δ χρειάζεται ν χεις τ δύναμη, στε ν’ ποσπάσεις τ χάρη το Θεο, πο θ σ βοηθάει ν νωθες μαζί του. Χρειάζεται τέχνη. ταν δοθες στν Θε κα γίνεις να μαζί του, θ ξεχάσεις τ κακ πνεμα, πο σ τραβοσε π πίσω κι κενο τσι περιφρονημένο, θ φύγει. Στ συνέχεια, σο θ’ φοσιώνεσαι στ Πνεμα το Θεο, τόσο δν θ κοιτάζεις πίσω σου, γι ν δες ατν πο σ τραβάει. ταν σ λκύσει χάρις, νώνεσαι μ τν Θεό. Κι ταν νωθες μ τν Θε κα δοθες σ’ κενον, πνε λα τ’ λλα, τ ξεχνάς κα σώζεσαι. μεγάλη τέχνη, λοιπόν, τ μεγάλο μυστικό, γι ν’ παλλαγες π’ τν κατάθλιψη κα λα τ’ ρνητικά, εναι ν δοθες στν γάπη το Θεο.

να πράγμα πο μπορε ν βοηθήσει τν καταθλιπτικ εναι κα ργασία, τ νδιαφέρον γι τ ζωή. κπος, τ φυτά, τ λουλούδια, τ δέντρα, ξοχή, περίπατος στν παιθρο, πορεία, λ’ ατά, βγάζουν τν νθρωπο π’ τν δράνεια κα το δημιουργον λλα νδιαφέροντα. πιδρον σν φάρμακα. σχολία μ τν τέχνη, τ μουσικ κ.λπ. κάνουν πολ καλό. Σ’ κενο, μως, πο δίνω τ μεγαλύτερη σημασία εναι τ νδιαφέρον γι τν κκλησία, γι τ μελέτη τς γίας Γραφς, γι τς κολουθίες. Μελετώντας τ λόγια το Θεο, θεραπεύεται κανες χωρς ν τ καταλάβει.

Ν σς διηγηθ γι μι κοπέλα, πο λθε σ’ μένανε τν ταπεινό. πασχε π φοβερ κατάθλιψη. Δν κατάφερε κάτι μ τ φάρμακα. Παράτησε τ πάντα, τ δουλειά της, τ σπίτι της, τς πασχολήσεις της. Κι γ τς επα ατ πο ξέρω. Τς επα γι τν γάπη το Χριστο, πο αχμαλωτίζει τν ψυχή, διότι χάρις το Θεο γεμίζει τν ψυχ κα τν λλάζει. Τς ξήγησα τι εναι δαιμονικ ατ δύναμη πο καταλαμβάνει τν ψυχ κα μεταβάλλει τν ψυχικ δύναμη σ κατάθλιψη, τ ρίχνει κάτω, τ βασανίζει κα τν χρηστεύει. Τν συμβούλευσα ν’ σχολεται μ διάφορες πασχολήσεις, πως γι παράδειγμα, μ τ μουσικ πο τς ρεσε πρτα κ.λπ. Τόνισα, μως, περισσότερο τ στροφ κα τν γάπη της πρς τν Χριστό. Τς επα κόμη τι μέσα στν κκλησία μας πάρχει θεραπεία μ τν γάπη πρς τν Θε κα τν προσευχή, λλ πο θ γίνεται μ λαχτάρα.
Ατ εναι τ μυστικ τς θεραπείας. Ατ δέχεται κκλησία μας.


*  Anavaseis [Porphyrios.net: Το χάρισμα της διάκρισης, σ. 350-352]




Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

11.11.13 - "Άσκηση αρετής"













ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ:  Άσκηση αρετής

Σήμερα έγινε ο Λαϊκός Μαραθώνιος αγώνας δρόμου και είδα έναν πρώτο πίνακα αποτελεσμάτων για τα 5000 μέτρα, για την κατηγορία 60-64 ετών.
Το να τρέξει κανείς 5 χιλιόμετρα σ’ αυτή την ηλικία χωρίς να είναι αθλητής, σημαίνει ίσως μερικά πράγματα που αξίζουν να τα δούμε προσεκτικότερα.

Υπάρχουν κάποιοι (άνδρες και γυναίκες), που παρά την ηλικία τους διατηρούνται σε καλή φυσική κατάσταση. Η συμμετοχή τους στον αγώνα, μπορεί να γίνει για διάφορους λόγους και σε ρυθμούς ανάλογους των δυνάμεων τους. Είναι ένα καλό διάλειμμα από τις έννοιες όλου του χρόνου, ένα ξεμούδιασμα που σπάει τη συνέχεια των υποχρεώσεων, μια εκτόνωση ιδιαίτερα ανανεωτική σ’ αυτές τις ηλικίες.  
Όταν ωστόσο η συμμετοχή στοχεύει στη διεκδίκηση της νίκης, τα πράγματα αλλάζουν. Ένας αγώνας προϋποθέτει κατάλληλη προετοιμασία (μηνών), φυσική και ψυχολογική. Κι’ αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιων αρετών: Αγωνιστικότητας, πίστης, οράματος, επιμονής, εγκράτειας και αυτοέλεγχου. Δεν είναι λίγα.

Ο εξηντατετράχρονος που θα πάρει την απόφαση να αγωνιστεί για να νικήσει, πρέπει να διαθέτει νεανικό σθένος και εφηβική διάθεση, διαυγή εκτίμηση της πραγματικότητας και των παραμέτρων που υπεισέρχονται σε ένα τέτοιο εγχείρημα και προσανατολισμό διαφορετικό από το «σκότωμα της ώρας» στο καφενείο ή την τηλεόραση. Πρέπει δηλαδή να έχει την ικανότητα να βλέπει και λίγο πιο μακριά...   

Φυσικά, δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι, φτιαγμένοι σε ένα πρότυπο. Δεν θα τρέξουμε όλοι μαραθώνιο ή κάποια χιλιόμετρα, ούτε χρειάζεται να αποδείξουμε στον εαυτό μας και στους άλλους, κάτι.
Το σημαντικό είναι η άσκηση των αρετών που ανέφερα πιο πάνω. Ο καθένας μπορεί να τις ασκήσει στον τομέα των δυνατοτήτων του. Αρκεί να το κάνει και να μην αφήνει τη φθορά του χρόνου να εισχωρεί στην ψυχή του.
Η άσκηση των αρετών κατά το διάστημα της προετοιμασίας και ο αγώνας, κάνουν τον άνθρωπο καλύτερο, πνευματικότερο. Η νίκη είναι μια επιπλέον ικανοποίηση.



Ο πρώτος νικητής του παραπάνω πίνακα, όπου φαίνονται μόνο οι πρώτοι 14 από ένα μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων, είναι ένας ξεχωριστός φίλος μου!
Είναι συνταξιούχος πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού και είχα την τύχη να υπηρετήσουμε μαζί τη θητεία μας στο ναυτικό, στο ίδιο πλοίο.




"Άσκηση πρώτη"












ΑΣΚΗΣΗ  ΠΡΩΤΗ



Ας ανοίξουμε την ανθολογία
της ζωής μας

το χάρτινο καραβάκι
που αρματώσαμε
στη σκάφη της αυλής
πλέει πάντοτε
στην καρδιά μας

οι λευκοί ταχυδρόμοι
ονείρων
στην άκρη του ουρανού
φτερουγίζουν ακόμα
στη σκέψη μας

τα φθινοπωρινά
ξένοιαστα απογεύματα
στη γειτονιά
δεν τελειώνουν ποτέ     
πριν νυχτώσει


όλα τα άλλα
αναμνήσεις δίχως νόημα

πεντόβολα
στα χέρια της παιδικής
επιβεβαίωσης.
 











Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

03. "Ordet"






ORDET  [O Λόγος, Δανία – 1954]


Η ταινία Ordet του Carl Theodor Dreyer, γυρίστηκε στη Γιουτλάνδη της Δανίας και το σενάριο της στηρίχθηκε σε ένα θεατρικό έργο του Δανού πάστορα και συγγραφέα Kaj Munk [Kaj Herald Leininger Munk], που το 1944 εκτελέσθηκε από τους Γερμανούς για την αντιναζιστική δράση του.

Το θεατρικό ύφος του έργου έχει διατηρηθεί και στην ταινία. Τα μεγάλα πλάνα, ο αργός ρυθμός (σε πραγματικό χρόνο) κίνησης, οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες-ήρωες του έργου με τη λιτή και αυστηρή παρουσία τους, συνθέτουν ένα θαυμάσιο και αυθεντικό σύνολο. Έναν ζωντανό πίνακα, που συνοδεύουν διακριτικά οι ήχοι της φύσης και της καθημερινής ζωής στην εξοχή.

Πέρα από την αισθητική πλευρά όμως, είναι η πνευματικότητα, η εσωτερική ζωή των ηρώων με τις εμμονές, τις αγωνίες, τις αναζητήσεις, τις ψυχολογικές τους διακυμάνσεις, που με τόση ωριμότητα και μοναδική δεξιοτεχνία ο Ντράγιερ αξιοποιεί για να δομήσει μια σπουδαία, αριστουργηματική ταινία.


Στο αγρόκτημα των Μπόργκεν, ζει ο Μόρτεν με τους τρεις γιους του, τη νύφη του και τις δυο του εγγονές. Βρισκόμαστε στο 1925. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι βιβλικά πατριαρχική, με τον κυριαρχικό αλλά και ανεκτικό πατέρα να τονίζει σε κάθε ευκαιρία, τόσο στους γύρω του όσο και στον εαυτό του, την πίστη του στον Θεό.
 
Ο Μίκελ ο μεγάλος γιός, ομολογεί πως δεν πιστεύει στον Θεό, αντίθετα από τη γυναίκα του, ο Γιοχάνες ο μεσαίος, νομίζει πως είναι ο Χριστός και τον μικρό τον Άντερ, τον απασχολεί περισσότερο ο έρωτας του για την Άννε, την κόρη του Πέτερ του ράφτη. O Πέτερ, αυστηρά δογματικός Λουθηρανός, βρίσκεται σε διαμάχη με τον Μόρτεν γιατί ο καθένας τους θεωρεί λανθασμένο τον τρόπο πίστης του άλλου. Ο πάστορας και ο γιατρός του χωριού έχουν επίσης ο καθένας, τις δικές του πεποιθήσεις.

Ένα μωσαϊκό ερμηνειών, του δρόμου που οδηγεί στον Θεό και διαβαθμίσεων πίστεως, όπως συμβαίνει και στην κοινωνία μας ή όπως συμβαίνει ίσως και στην ψυχή του κάθε ανθρώπου, στη διάρκεια της πορείας του προς τον Θεό.

Ο ρυθμός που κινούνται τα πρόσωπα του έργου, δεν μας οδηγεί εύκολα σε ταυτίσεις, αλλά μας δίνει την ευκαιρία να εξοικειωθούμε τόσο με τον χώρο, όσο και με τα ίδια τα πρόσωπα. Έτσι προοδευτικά μετατοπίζεται η προσοχή μας από τις δραστηριότητες τους στο χώρο και επικεντρώνεται στον εσωτερικό τους κόσμο.


Από τους χαρακτήρες του έργου, σαν πιο ολοκληρωμένη προσωπικότητα ξεχωρίζει μέσα στην ηρεμία που την περιβάλλει, η Ίγκερ, η γυναίκα του Μίκελ, που έχει ήδη δύο κόρες και είναι έγκυος στις μέρες της. Η Ίγκερ που πιστεύει γαλήνια, ειρηνικά, απλά, όπως απλός είναι ο Θεός, η Ίγκερ που πέρα από την πίστη της, έχει και μια καρδιά γεμάτη αγάπη προς όλους, που πέρα από την πίστη της και την αγάπη της είναι και ταπεινή, αθόρυβη, έτοιμη να βοηθήσει, να υπηρετήσει, να υπερασπιστεί, να συμπαρασταθεί στον καθένα που έχει ανάγκη.

Η Ίγκερ είναι που κρατάει το σπίτι, όχι τόσο με τις φροντίδες και τις ασταμάτητες δουλειές της, όσο με τις προσευχές και την αίσθηση του μέτρου, με το παράδειγμα της. Γι’ αυτό και όλοι την αγαπούν και τη σέβονται. Όλοι κινούνται γύρω της, γιατί και η ίδια με πολύ σεβασμό, υπομονή και γλυκύτητα, ασχολείται με όλους βλέποντας μέσα στις ψυχές τους και με τον καθένα χωριστά συζητά με πολλή αγάπη τα προβλήματα του.

Με όλους εκτός από τον Γιοχάνες, τον τρελό αδελφό που τον παρακολουθεί διακριτικά, επίσης με πολλή στοργή και με κατανόηση στην απομόνωση που εκείνος επιζητά.


Ο Γιοχάνες ο σαλεμένος, ο Γιοχάνες με τα κηρύγματα του, είναι το άλλο σημαντικό πρόσωπο στο έργο. Ένας προικισμένος νέος που σπούδαζε θεολογία και που ο πατέρας του προσδοκούσε απ’ αυτόν ότι θα γινόταν η φωνή που θα επανέφερε τους Χριστιανούς στον ίσιο δρόμο. Όμως ο Γιοχάνες που έπλαθε μέσα του την πίστη με την ταπείνωση, που αγαπούσε ειλικρινά τον πατέρα του που πάλευε με τη δική του πίστη, αλλά και περίμενε απ’ αυτόν τόσα πολλά, λύγισε από την πίεση του χρέους του σ’ εκείνον και συμβίβασε ασυνείδητα τα πράγματα, ταυτίζοντας τον εαυτό του με τον Χριστό και σωματοποιώντας την πνευματική δυσκαμψία του πατέρα του στην κατατονικόμορφη συμπεριφορά του.

Ωστόσο ο Γιοχάνες παρ’ όλα αυτά, ήταν μια ακέραια προσωπικότητα. Είχε πίστη θερμή και βαθιά, σταθερή και δυναμική, είχε αγάπη και ταπεινότητα, έβλεπε οράματα που αποδεικνύονταν αληθινά, είχε κερδίσει με την πηγαία απλότητα του την αγάπη και την εμπιστοσύνη της ανεψιάς του Μάρεν. 


Ίσως ο προτεσταντισμός να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην πίστη και ο καθολικισμός στον ορθολογισμό, όμως όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος και όλη τη γνώση να έχεις και όλη την πίστη, ώστε να μετακινείς βουνά, αν δεν έχεις αγάπη δεν είσαι τίποτα.

Η ορθόδοξη προσέγγιση του Θεού προϋποθέτει και πίστη και αγάπη και ταπείνωση, γιατί ο Θεός είναι Βούληση και η Πίστη είναι η απόλυτη βούληση, ο Θεός είναι Συναίσθημα και η Αγάπη είναι το απόλυτο συναίσθημα, ο Θεός είναι Σοφία και το ταπεινό φρόνημα μας οδηγεί στη γνώση του Θεού.

Ο Θεός είναι το Πρόσωπο και μόνο σαν “πρόσωπα”, με πίστη, αγάπη και ταπείνωση, μπορούμε να απευθυνθούμε σ’ Αυτόν και να προσευχηθούμε, να δοξολογήσουμε, να ευχαριστήσουμε, να Τον παρακαλέσουμε να αναστήσει τον αδελφό μας.


Ο Μόρτεν πηγαίνει με τον Άντερς στον Πέτερ να του ζητήσει την Άννε για νύφη του. Εκείνος, όπως αρνήθηκε προηγουμένως στον Άντερς, επαναλαμβάνει την άρνηση του στον Μόρτεν και υπερασπίζονται ο καθένας την πίστη του, εκδηλώνοντας ανοιχτά την αντίθεση και την επιθετικότητα τους.

Αυτός ο ιερός πόλεμος εν ονόματι του Θεού της αγάπης και της συγγνώμης, είναι πραγματικά τόσο ακατανόητος όσο και συνηθισμένος. Ο εγωισμός είναι ένας εχθρός κρυφός και ύπουλος. Τον ταυτοποιούμε συχνά με την προσωπικότητα μας ή με την ισχυρή βούληση. Εκεί όμως που νομίζει κανείς ότι έχει αγγίξει τον Θεό, όταν αξιωθεί να δει, να γνωρίσει τον εαυτό του καλύτερα, καταλαβαίνει πόσο μακριά από την πραγματικότητα βρίσκεται. 

 
Μόλις έχει τελειώσει η συγκέντρωση των συγχωριανών για το ταπεινό κήρυγμα του Πέτερ κι’ αμέσως μετά εκείνος εύχεται τον θάνατο της Ίνγκερ, που ξεκίνησε ήδη με τον γιατρό της την διαδικασία ενός ιδιαίτερα δυσοίωνου τοκετού, για να αντιληφθεί επιτέλους ο Μόρτεν το τεράστιο και καταστροφικό λάθος της πίστης του!

Τι να πούμε; Και κυρίως τι να πούμε για την ετοιμότητα που έχουμε όλοι μας να κρίνουμε και να καταδικάσουμε στη συνείδηση μας τον Πέτερ, τον Μόρτεν, τον αδελφό μας, τον πλησίον μας, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πως ο Πέτερ, ο Μότρεν, ο πλησίον μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, αδυσώπητοι κριτές του εαυτού μας!


Επιστροφή στο σπίτι. Το παιδί χάθηκε, η Ίνγκερ κινδυνεύει, αλλά τελικά ο γιατρός ανακοινώνει πως εκείνη κοιμάται και πιστεύει πως αν δεν υπάρξουν επιπλοκές, όλα θα εξελιχθούν ομαλά. Προτού φύγει, θα πιει ένα καφέ, θα καπνίσει ένα πούρο παρέα με τον ιερέα, ικανοποιημένος που σαν καλός επιστήμονας έσωσε την καημένη την Ίνγκερ. Ο Μόρτεν είναι ευγνώμων στον Θεό και στο γιατρό για τη σωτηρία της Ίνγκερ και ευχαριστημένος ενδόμυχα από τη φανερή επιβράβευση της πίστης του.

Ποιος όμως μπορεί να προβλέψει ή να ερμηνεύσει τα σχέδια του Θεού; Την ώρα που πρέπει να καταθέτουμε τη χαρά μας στα πόδια Του, ζητώντας ιδίως τώρα το έλεος Του, απερίσκεπτα η ανακούφιση μας παρασύρει στην έπαρση.

Ο Γιοχάνες βλέπει και πάλι τον άγγελο με το δρεπάνι να επανέρχεται. Το σχέδιο του Θεού δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.
Η Μάρεν πλησιάζει τον θείο Γιοχάνες, μαθαίνει τι συμβαίνει, αλλά είναι ήσυχη. Αν πεθάνει η μαμά της, ο θείος της θα την αναστήσει. Σε μια υπέροχη σκηνή, ο «τρελός» θείος παίρνει στην αγκαλιά του απαλά τη μικρή Μάρεν, για να την βάλει και να την ευλογήσει στο κρεβατάκι της κι’ εκείνη τον φιλά τρυφερά.


Την ίδια ώρα η Ίνγκερ πεθαίνει στον ύπνο της. Το ανακοινώνει συντετριμμένος ο Μίκελ. Η αίσθηση του θανάτου γεμίζει το σπίτι. Η σιωπή είναι πιο εύγλωττη από τα μικρά ξεσπάσματα πικρίας. Η Ίνγκερ έφυγε. Τα δυο αδέλφια οδηγούν τον Γιοχάνες να τη δει.

Εκείνος που είδε πρώτα τον πατέρα καταρρακωμένο, ένα ανήμπορο γεροντάκι σκυφτό και αμίλητο, βλέπει τώρα μπροστά του την Ίνγκερ νεκρή. Όμως είναι ο Χριστός, πρέπει κάτι να κάνει, κάτι να πει. Η ένταση είναι μεγάλη, η στιγμή κρίσιμη. Τι να σκεφτεί, τι να συνειδητοποιήσει; Τον παίρνουν κοντά από την Ίνγκερ λιπόθυμο.

Η ζωή για τον Μίκελ έχει σταματήσει. Νοιώθει άδειος, ο χρόνος γι’ αυτόν είναι επίσης νεκρός. Πηγαίνει και συμβολικά, σταματά το εκκρεμές του ρολογιού.


Όλοι κινούνται στο ρυθμό του πένθους. Ο πόνος συνοδεύει την προετοιμασία της κηδείας. Το φέρετρο της Ίνγκερ στη μέση του άδειου δωματίου, ανάμεσα στα δυο παράθυρα που γεμίζουν τον χώρο με διυλισμένο φως, ανάμεσα στη σιωπή που ενώνει τον Μίκελ και τον πατέρα του, είναι μια εικόνα που μένει αξέχαστη. 


Έρχεται ο ιερέας να πει δυο λόγια και ο γιατρός να συλλυπηθεί, ενώ ακούγονται οι ύμνοι από τους γείτονες που θα συνοδεύσουν την κηδεία. Προσέρχεται μετανοιωμένος και ο Πέτερ, αλληλοσυγχωρούνται με τον Μόρτεν και παραδίδει την Άννε στον Άντερ, να μη μείνει το σπίτι χωρίς γυναίκα. Η ατμόσφαιρα αρχίζει να αλλάζει. Η μικρή Μάρεν έρχεται να αποχαιρετήσει τη μητέρα της, την χαιρετά ανέμελα και φεύγει. Όλοι νομίζουν πως δεν έχει καταλάβει. Εκείνη όμως είναι η μόνη που γνωρίζει τι θα επακολουθήσει.

Ετοιμάζονται να κλείσουν το φέρετρο. Ο Γιοχάνες, που είχε εξαφανισθεί μετά τη λιποθυμία του, μπαίνει στο δωμάτιο και είναι πια θεραπευμένος. Το σοκ του θανάτου και η εικόνα του δύστυχου πατέρα, έχουν άρει την πίεση που τον κρατούσε εγκλωβισμένο στην «τρέλα». Δεν είναι εκείνος ο Χριστός. Ο Χριστός ζει μέσα του. Στηλιτεύει την απιστία των «πιστών», που δεν διανοήθηκαν να προσευχηθούν για την επάνοδο της Ίνγκερ.

Η Μάρεν τον πλησιάζει και τον προτρέπει σιγανά: -«Τώρα είναι η ώρα!»


Η μεγάλη στιγμή έφτασε. Η στιγμή που προετοίμασε βήμα-βήμα ο Ντράγιερ με τόση ευαισθησία, διορατικότητα και τέχνη. Ο Γιοχάνες έχει μετρήσει την κατάσταση, τους άλλους και τον εαυτό του. Είναι τρέλα να θέλεις να αναστήσεις έναν άνθρωπο; Θα τολμήσει; Θα μπορέσει; Ο Γιοχάνες έχει πίστη, έχει αγάπη, αλλά είναι και ταπεινός.

Και προχωρά στην κορυφαία κίνηση όλου του έργου, στη δικαίωση του. Πιάνει σφιχτά το χέρι της Μάρεν. Από την αθωότητα της, από τη δική της εμπιστοσύνη, αντλεί τη δύναμη να ζητήσει από τον Θεό την ανάσταση της μητέρας της και σταθερά, διατάζει την Ίγκερ στο όνομα του Χριστού, να επιστρέψει.

Η Ίνγκερ κινεί το χέρι της και πολύ αργά ανοίγει τα μάτια της. Η Μάρεν χαμογελά ευχαριστημένη.


Τι περισσότερο να ζητήσει κανείς; Όλοι γύρω είδαν μπροστά στα μάτια τους το θαύμα και ένοιωσαν την παρουσία του Θεού. Πιο πολύ από όλους, ο άπιστος Μίκελ. Ανασηκώνει απαλά την Ίνγκερ και κείνη τον ρωτά για το παιδί. «Ζει», της απαντάει, «ζει στο σπίτι του Θεού!» Έκπληκτη εκείνη αντιλαμβάνεται την μεταστροφή του.

Ο Άντερ βάζει ξανά σε λειτουργία το ρολόϊ. Η ζωή θα συνεχιστεί, μια καινούργια ζωή θα αρχίσει στο σπίτι των Μπόρσεν, ενώ ο πάστορας και ο γιατρός παρίστανται βουβοί και δύσπιστοι παρατηρητές, εκπροσωπώντας τη συμβατικότητα της θρησκείας και την υπεροπτική αυτάρκεια της επιστήμης. 


Η Ίγκερ συνειδητοποιεί την ανάσταση της. Ο Μίκελ την κρατά στην αγκαλιά του γεμάτος πίστη και αίσθηση Θεού, εκείνη γυρίζει το πρόσωπο της σε κείνον, δίνοντας την εντύπωση πως στρέφει για να τον φιλήσει, όμως ένα φιλί εκείνη την ιερή, συγκλονιστική στιγμή θα ήταν κάτι πολύ φτωχό.

Ο Ντράγιερ, αριστοτέχνης στις εκφράσεις συναισθημάτων, το έχει ήδη προβλέψει. Και κείνη κρατώντας τον άντρα της σφιχτά, μένει με το στόμα μισάνοιχτο να ρουφά τη ζωή, να εισπνέει αχόρταγα τη διάχυτη θεϊκή χάρη, ενώ ανάγλυφα στο πρόσωπο της μετατρέπεται η έκπληξη σε χαρά, η χαρά σε συγκίνηση και η συγκίνηση σε άφατη ευγνωμοσύνη.

«Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριο.»


Μ. Ψ.