Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

"Οι Τρεις Ιεράρχαι"










Οι Τρεις Ιεράρχες:
  Βασίλειος ο Μέγας  (330-379)
                                    Γρηγόριος ο Θεολόγος  (329-390)
                                    Ιωάννης ο Χρυσόστομος  (349-407)


[Στοιχεία από ομιλία του Ανδρέα Αργυρόπουλου,
 Σχολικού Συμβούλου Θεολόγων Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου]



Οι Τρεις Ιεράρχες τάραξαν τα νερά της εποχής τους και άφησαν παρακαταθήκες με αιώνια αξία. Στη Δύση αλλά και παγκοσμίως, δεν είναι λίγοι οι ερευνητές από το χώρο της Ιατρικής, της Κοινωνιολογίας, των Πολιτικών Επιστημών, της Παιδαγωγικής, της Φιλοσοφίας, της Θεολογίας και της Ψυχολογίας που μελέτησαν το έργο των Πατέρων της Εκκλησίας τονίζοντας την αξία του. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επίδραση του συγγραφικού τους έργου στους Ευρωπαίους επιστήμονες, από την εποχή της Αναγεννήσεως μέχρι σήμερα.

Tα έργα του Μεγάλου Βασιλείου άρχισαν να διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων το 16ο αιώνα, το δε πόνημά του: «Προς του νέους…» απέκτησε τόσους θαυμαστές στη Δύση, που εντός 50 ετών (1449-1500), γνώρισε 20 εκδόσεις. Τα Άπαντά του, έχουν εκδοθεί στα Γερμανικά από το 1776.

Ο Βασίλειος, γιατρός ο ίδιος, ίδρυσε τη γνωστή Βασιλειάδα, μια «πόλη φιλανθρωπίας». Εκεί οργάνωσε το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο με κατοικίες γιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού και ειδικές πτέρυγες για λεπρούς και πάσχοντες από επιδημικές ασθένειες. Μας γίνεται γνωστό από τα κείμενα, ότι παρότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια «έδινε το χέρι στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά». Συνιστούσε μάλιστα στους επισκόπους της δικαιοδοσίας του, την ίδρυση παρόμοιων με τη Βασιλειάδα ιδρυμάτων. Σιγά-σιγά οργάνωσε ένα δίκτυο υπηρεσιών υγείας σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία.

Ο Χρυσόστομος που σπούδασε κι αυτός γιατρός, έχτισε πολλά νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία όπως και ο Βασίλειος περιποιείτο ο ίδιος τους ασθενείς.
Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος ήταν ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας, που με την πάροδο του χρόνου απλώθηκε σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Οι Τρεις Ιεράρχες στήριζαν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Θεωρούσαν αυτονόητο να θυσιαστούν για τον κάθε έναν από αυτούς. Η περιθωριοποίηση των κοινωνικά αδύνατων, δεν συνάδει με το ορθόδοξο ήθος. Κάθε άνθρωπος αποτελεί ανεπανάληπτη προσωπικότητα, είναι εικόνα του Θεού. «Με ποιο δικαίωμα» αναρωτιέται ο Χρυσόστομος, «μπορεί κανείς να περιφρονεί εκείνους τους οποίους ο Θεός τόσο τιμά, ώστε τους δίνει το Σώμα και το Αίμα του Υιού του». Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ’ την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο.

Στο μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του, ο Βασίλειος στηλίτευσε τη δράση των μαυραγοριτών, που θέλησαν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους, οργάνωσε συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και αιρετικούς, σώζοντας χιλιάδες κόσμο από βέβαιο θάνατο. Άλλοτε παρακαλώντας, και άλλοτε με δυναμικό τρόπο ζήτησε από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία.

Ο Χρυσόστομος μόλις ανήλθε στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πούλησε τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της Αρχιεπισκοπής χάρη των παλαιών και νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Διέκοψε άμεσα τη διοργάνωση επίσημων και πλούσιων δείπνων στο χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονόμησε οργάνωσε συσσίτια για 7.000 φτωχούς καθημερινά, χωρίς να υπολογίζονται σε αυτό τον αριθμό οι ξένοι και οι περαστικοί που για κάποιο διάστημα βρισκόντουσαν στην πόλη. Υποστήριζε κάθε έναν αδικημένο από την πολιτική εξουσία, φτάνοντας στο σημείο να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα, όταν εκείνη καταπάτησε το κτήμα μιας φτωχής χήρας. Ο ίδιος ζούσε λιτά και ασκητικά, όπως αρμόζει σ’ έναν ιεράρχη,

Οι Τρεις Ιεράρχες ζητούσαν από τους χριστιανούς της εποχής τους, να ανακαλύψουν την αυθεντική θρησκευτικότητα που απελευθερώνει τον άνθρωπο, μακριά από δεισιδαιμονίες, προλήψεις και φοβίες. Ενδιαφέρονταν για την ερμηνεία των Γραφών, βοηθώντας έτσι τους χριστιανούς όχι μόνο της εποχής τους αλλά και διαχρονικά, στην κατανόηση και εμπέδωση των ιερών κειμένων. Ο Χρυσόστομος θέλοντας να είναι ακριβής στο έργο της ερμηνείας της Βίβλου, έκαμε 7.000 παραπομπές στην Παλαιά και 11.000 στην Καινή Διαθήκη.

Άνθρωποι με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες οι Πατέρες αυτοί της Εκκλησίας μας, τόνιζαν στα κείμενά τους την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας. Ο Γρηγόριος αντιδρώντας στις απόψεις κάποιων ακραίων και φοβικών χριστιανών, που αρνούνταν τη μελέτη της κλασικής παιδείας, υποστήριζε πως είναι «αγροίκοι και αγράμματοι», όσοι δε δέχονταν την αξία της. Αποκαλούσε την πόλη των Αθηνών που ήταν το κέντρο σπουδής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, «Χρυσή Αθήνα των Γραμμάτων».

Οι Τρεις Ιεράρχες δεν ήθελαν τους χριστιανούς νέους ανθρώπους χωρίς κριτική σκέψη, χωρίς ευρύτητα γνώσεων, χωρίς γενικότερο προβληματισμό. Τους ήθελαν μέσα στην κοινωνία και τη ζωή, μέτοχους των κοινωνικών ανησυχιών και των φιλοσοφικών ρευμάτων.

Σε μια εποχή που η γυναίκα βρισκόταν στο κοινωνικό περιθώριο, οι Πατέρες αγωνίζονταν σθεναρά να της δώσουν τη θέση που της αρμόζει στην κοινωνία. Είναι γνωστή η θέση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 17 αιώνες πριν την εποχή μας, που στιγμάτιζε τη μεροληπτική υπέρ των ανδρών νομοθεσία του κράτους. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερχόμενος σε ρήξη με τις ανδροκρατικές αντιλήψεις της εποχής του, επέλεξε ως πρώτη μεταξύ των συνεργατών του μια γυναίκα, τη μετέπειτα Αγία Ολυμπιάδα, η οποία αναδείχθηκε σε ηγέτιδα του χριστιανικού κοινωνικού έργου.

Τα βασικά στοιχεία της αληθινής παιδείας για τους Τρεις Ιεράρχες είναι: η αγάπη, η ελευθερία και ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου. Και οι τρεις τονίζουν πως η σχέση παιδαγωγού-μαθητή είναι μια σχέση ελευθερίας και δημιουργίας. Ο διάλογος είναι το καλύτερο μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός της αγωγής. Η εξουσιαστικότητα και ο δογματισμός όχι μόνο δείχνουν έλλειψη αγάπης, (M.G. 62,404), αλλά και δε φέρνουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο εκπαιδευτικός οφείλει πρώτιστα να σέβεται το δώρο της ελευθερίας που χάρισε ο δημιουργός στα παιδιά και να μη φυλακίζει τις ανησυχίες τους, αλλά να τους ανοίγει δρόμους και να τους υποδεικνύει προοπτικές.



*  από: Το Zωντανό Iστολόγιο













Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

"Χωρίς λόγια"











ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ



Οι λέξεις
εξαντλούνται σταθερά

τις ξοδέψαμε
με αλόγιστη χρήση
σε περιττές προσπάθειες
εντυπωσιασμού

Προτού ευτελισθεί αμετάκλητα
το νόημα τους
αρκούν χωρίς επαναλήψεις
μόνο
για μια τελευταία εξομολόγηση

και μετά
σιωπή.













Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

"Ο Ύμνος της Αγάπης"









*   Από την Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου
     Έργο του αγιογράφου Ξενοφώντα Μπόκου

     (Οι φωτογραφίες φαίνονται σε κανονικό μέγεθος, κάνοντας click επάνω τους)






Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

"Η ευώδης προσευχή"

















                                                                                        
Η ευώδης προσευχή.


του Μητροπολίτη Εδέσσης Ιωήλ


«Κατευθυνθήτω η προσευχή μου, ως θυμίαμα ενώπιόν σου».
Σε πολλούς ψαλμούς, αλλά και στην Β’ προς Κορινθίους επιστολή και στην Αποκάλυψη, παρομοιάζεται η προσευχή των πιστών με θυμίαμα ευώδες. «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου». Ας φθάσει ενώπιον Σου ως θυμίαμα η προσευχή μου, Κύριε, λέει ο ψαλμός. Επίσης, στο μεγαλόπνοο βιβλίο της Αποκάλυψης ο ευαγγελιστής Ιωάννης περιγράφει τις προσευχές των άγιων ως ευωδία θυμιάματος.

Όπως ακριβώς το θυμίαμα, δηλαδή το λιβάνι, όταν καεί γεμίζει ευωδίες τον αέρα, έτσι ακριβώς και η ψυχή του ανθρώπου είναι ένα θυμιατήρι, που μέσα του καίει το λιβάνι της προσευχής. Είναι όμως αδύνατο να καεί το λιβάνι, εάν πρώτα δεν ανάψουμε το θυμιατό, δηλαδή φωτιά. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με την ψυχή μας. Η προσευχή πρέπει να προέρχεται από μια ψυχή που καίγεται από πίστη, από αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Χρειάζεται να είμαστε «τω πνεύματι ζέοντες», να φλεγόμαστε δηλαδή από πνευματικό ζήλο, ώστε και η προσευχή μας να γίνεται θυμίαμα εύοσμο ενώπιον του Θεού.

Πώς όμως θα ανάψουμε το θυμιατήρι μας; Πώς θα γίνουμε λαμπάδες της πίστεως;
Όταν η ζωή μας είναι καθαρή.
Η αρετή κατά τους πατέρας είναι ευωδία, ενώ η αμαρτία δυσωδία. Και εάν θεωρούμε παράλογη απόφαση ένα χρυσό σκεύος να το γεμίσουμε με ακαθαρσίες, έτσι ακριβώς και ακόμη περισσότερο παράλογο είναι να μη διατηρούμε καθαρό τον εαυτό μας, το σώμα μας και την ψυχή μας, που είναι ναός του Αγίου Πνεύματος. «Χριστού ευωδία εσμέν»• είμαστε λιβάνι του Χριστού, λέγει ο απόστολος Παύλος σε μια επιστολή του.

Για να διατηρηθεί όμως η ψυχή μας καθαρή, για να μείνει ο ναός του Αγίου Πνεύματος αμόλυντος, απαιτείται να έχουμε έντονη μυστηριακή ζωή. Να εξομολογούμεθα και να κοινωνούμε τακτικά. Μόνο από μια ψυχή που ενισχύεται τακτικά από τα ιερά μυστήρια, προκύπτει προσευχή αρωματισμένη με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Μόνο όταν μέσα μας έχουμε τον Χριστό, μπορούμε να σηκώσουμε τα χέρια μας και να πούμε «αββά ο Πατήρ» ή «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς». Έτσι μπορούμε να προσευχηθούμε χωρίς μίσος και πονηρές επιθυμίες, γεμάτοι από την αγάπη του Θεού. Έτσι η ζωή μας γίνεται μια πύρινη προσευχή. Γινόμαστε σαν την Παναγία «θυμίαμα εύοσμον, μύρον πολύτιμον».
Πόσοι όμως προσεύχονται έτσι;

Πολλοί έχουν ακάθαρτο στόμα. Αισχρολογούν και βλασφημούν. Χρησιμοποιούν το στόμα τους για να κατακρίνουν και να κουτσομπολεύουν. Πόσες συζητήσεις δεν ακούγονται καθημερινά ανώφελες, επιζήμιες και βλαβερές; Είναι δυνατόν οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν το στόμα τους έτσι, να το χρησιμοποιήσουν έπειτα για την προσευχή; «Έστω τοίνυν θυμιατήριόν σου το στόμα». Ας γίνει θυμιατήρι προσευχής το στόμα σου, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος.
Πολλοί προσεύχονται στον Θεό, ενώ μέσα στην ψυχή τους έχουν πονηρές επιθυμίες. Το στόμα λέγει την προσευχή, αλλά η ψυχή σκέπτεται άτοπα.

Άλλοι προσεύχονται εναντίον των εχθρών τους -να πάθουν κακό, να έλθουν συμφορές στις οικογένειες τους. Η Εκκλησία όμως μας διδάσκει ότι πρέπει να αγαπάμε τους εχθρούς μας. Για να προσευχηθούμε δεν πρέπει να έχουμε καθόλου θυμό και οργή μέσα μας.
Άλλοι προσεύχονται στον Θεό για να ικανοποιηθεί η πλεονεξία και η φιλαργυρία τους. Κάποιος για παράδειγμα, πριν αρχίσει να χαρτοπαίζει έκανε τον σταυρό του επικαλούμενος τη βοήθεια του Θεού. Πολλοί είναι αυτοί που επιζητούν ακόμη και με τέτοιο τρόπο τα υλικά αγαθά, ενώ ο Χριστός τόνισε: «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού» και όλα τα άλλα θα έρθουν μόνα τους.

Ο πιστός χριστιανός, αυτός που αγαπά τον Θεό, πρώτα λέει «ελθέτω η βασιλεία σου» και μετά προσθέτει «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον». Πρώτα ζητάει από τον Θεό την άφεση των αμαρτιών και τη σωτηρία του και ύστερα θυμάται την εκπλήρωση των υλικών αναγκών του.
Τέτοια προσευχή, που θα βγαίνει μέσα από το καμίνι της πίστεως και θα ευωδιάζει την ζωή μας και την ζωή των άλλων κοντά μας, είναι ανάγκη να αποκτήσουμε. Για να μπορούμε να λέμε με παρρησία: «κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου, έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή». Αμήν.


«Θυσία εσπερινή - σκέψεις βασισμένες στον λειτουργικό πλούτο της Μ. Τεσσαρακοστής»
    Από το:  ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ





                                                     





Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

"Αποικιακά"








ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ



Εδώδιμα – Αποικιακά
Έλαια, Βότανα
Μπαχαρικά

Συμφωνία
από ευωδιές φυσικές
εκτεθειμένες
απλά και άμεσα

δεσμοί αναβίωσης
απωθημένων ονείρων

χρονικό λιτότητας
και οραματισμών

σφραγίδα
υπέροχης περιπέτειας
σε παιδικά μάτια


Κατεδαφίζεται

το τελευταίο μαγαζάκι
στην παλιά γειτονιά.









Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

"Ο Άγιος Αντώνιος"









Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

"Ολάνοικτα μάτια"








ΟΛΑΝΟΙΧΤΑ ΜΑΤΙΑ




Τα παιδιά
με την άδεια απόχη
παίζουν
συλλέγοντας τον κόσμο
στη λευκή γαλήνη
της ψυχής τους

Χωρίς ερμηνείες
προβληματισμούς
κρίσεις
και ενδοιασμούς
δέχονται εκστατικά
τα δώρα της ζωής

και ανταποδίδουν άμεσα
τρυφερά
με το γλυκό μειδίαμα
της γεμάτης εμπιστοσύνη
αδυναμίας τους.



Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

"Αφήγηση και Θεολογία"



















Αφήγηση και Θεολογία


π. Ευάγγελος Γκανάς


    Κατά τις τελευταίες δεκαετίες αναπτύχθηκε, κυρίως στον αγγλοσαξονικό χώρο, μια ιδιαίτερα γόνιμη ακαδημαϊκή συζήτηση για τη σχέση αφήγησης και θεολογίας. Το γεγονός πως ο Θεός ήρθε και εσκήνωσε εν ημίν μέσα από την ιστορία μιας συγκεκριμένης ανθρώπινης ζωής, της ζωής του Ιησού από τη Ναζαρέτ, γίνεται συνήθως αντιληπτό ως το κατεξοχήν ευτυχές παράδοξο. Θα ήταν όμως πιο συνεπές με το σύνολο της βιβλικής μαρτυρίας, αν δούμε την Ενσάρκωση ως τον τρόπο του Θεού να συναντά τους ανθρώπους και να σχετίζεται μαζί τους όπως αυτοί είναι, συναντώντας τους στη δική τους δηλαδή  κατάσταση, ως τα συγκεκριμένα όντα που ζουν μέσα στο χρόνο, που έχουν μια γέννηση και ένα τέλος, που οι ζωές τους συνιστούν με άλλα λόγια,  μιαν αφήγηση (story).
   
    Η έννοια της αφήγησης μάς βοηθά να μη χάνουμε από την οπτική μας τον έμφυτα πρακτικό χαρακτήρα των θεολογικών πεποιθήσεων. Οι πεποιθήσεις αυτές δεν αποσκοπούν στο να εικονίσουν περιγραφικά τον κόσμο. Η ευαγγελική αφήγηση μοιάζει περισσότερο με μια διήγηση που μας παρουσιάζει έναν τρόπο για να υπάρχουμε μέσα στον κόσμο. Οι αφηγήσεις δεν εξηγούν κάτι, όπως το κάνει μια θεωρία, αλλά εμπλέκουν κάθε αναγνώστη που στη συνέχεια ανάγεται σε ενεργό πρόσωπο, σε έναν  τρόπο ζωής. Η αφήγηση βοηθά δηλαδή τον άνθρωπο να σχετιστεί, να συναλλαχτεί και να αλλάξει τον κόσμο, αλλάζοντας τον εαυτό του.

    
     Υπό αυτή την έννοια κάθε ιστορία μάς αφορά και μια ιστορία είναι γόνιμη, ακριβώς όταν χτυπά μια ιδιαίτερη χορδή αλήθειας που ενυπάρχει μέσα μας. Οι αφηγήσεις δεν παρουσιάζουν ένα νόημα, αλλά μάλλον το νόημα ενσωματώνεται στην ίδια τη δομή και τη μορφή της αφήγησης. Οι πεποιθήσεις των χριστιανών δεν περιέχονται τόσο σε κάποιες δογματικές προτάσεις, αλλά συνιστούν τη ζώσα εκείνη πραγματικότητα που δίνει μορφή σε συγκεκριμένους ανθρώπινους βίους, σε πραγματικές ανθρώπινες κοινότητες. Υπ’ αυτή την έννοια, η μόνη αξιόπιστη κριτική εξέταση των χριστιανικών πεποιθήσεων, έχει ως σημείο εκκίνησης την εστίαση σε βιωμένες ζωές. Γιατί η αλήθεια που φέρει εντός της κάθε αφήγηση, εξαρτάται από το είδος των ανθρώπων που διαμορφώνει.


     H οικειοποίηση μιας γενικής αφήγησης, μιας μετα-αφήγησης όπως ονομάζεται στις σχετικές αναλύσεις, η διαμόρφωσή μας σύμφωνα με αυτήν, προϋποθέτει την ικανότητα να εγγράψουμε τη δική μας προσωπική ιστορία εντός του πλαισίου αυτής της ευρύτερης αφήγησης, καθώς αυτή εκδιπλώνεται σταδιακά μέσα στο χρόνο. Κάθε ιστορία πρέπει να ξυπνά μέσα στον αναγνώστη τα ερωτήματα «Τι θα συμβεί μετά; Πώς θα ολοκληρωθεί η ιστορία; Ποια θα είναι η τύχη του κάθε ήρωα;» Η αφήγηση με αυτό τον τρόπο αναδεικνύει τον βαθιά ενδεχομενικό, ανοικτό χαρακτήρα κάθε ανθρώπινης ζωής, το μη αναγκαίο της ανθρώπινης πράξης, το περίγραμμα της ανθρώπινης ελευθερίες μέσα σε ένα σύμπαν που μοιάζει βαθιά ντετερμινιστικό. 
    
      Η αλληλοδιαπλοκή λογοτεχνίας και θεολογίας εδράζεται έτσι στο γεγονός, πως η ανάγνωση μιας ιστορίας αποτελεί, αυτή καθαυτή, μια μορφή ηθικής εκπαίδευσης. Μέσω της ανάγνωσης, ο αναγνώστης αποκτά σε ένα βαθμό, τη δυνατότητα να ψηλαφίσει τις εμπειρίες των λογοτεχνικών ηρώων, χωρίς να τις έχει κάνει ακόμα μέρος της δικής του προσωπικής ζωής. Με άλλα λόγια, η αφήγηση μάς δίνει τη δυνατότητα να ζήσουμε περισσότερες ζωές μέσα σε μια κι αυτό όχι προς χάριν της ικανοποίησης της ακόρεστης επιθυμίας για εμπειρίες που χαρακτηρίζει τον μετανεωτερικό άνθρωπο, αλλά χάριν της παραδοσιακής προοπτικής που θεωρούσε πως ο χαρακτήρας διαμορφώνεται εξασκώντας τις αρετές και γνωρίζοντας τις συνέπειες των παθών,  μαθητεύοντας δηλαδή μέσα από την παρατήρηση και τη μίμηση υποδειγματικών βίων.

    
       Μια πνευματική παράδοση παραμένει ζωντανή στο βαθμό που το παρελθόν διανοίγει δυνατότητες για το παρόν και το μέλλον, στο βαθμό δηλαδή που η διέπουσα αφήγηση της κοινότητας δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, στο βαθμό που ο ακροατής της αφήγησης μπορεί και οφείλει, αν θέλει να είναι γνήσιος φορέας της παράδοσης, να εγγράψει τη δική του ιστορία, τον προσωπικό του βίο, στη γενικότερη αφήγηση, να αντλήσει νόημα από αυτήν και να οδηγηθεί σε ένα τέλος, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, να δώσει δηλαδή στη ζωή του ένα σκοπό, ώστε στο τέλος της με τη χρονική πια έννοια του όρου, να μπορεί να φέρει έκτυπη την εικόνα μιας ολοκλήρωσης.


 π. Ευάγγελος Γκανάς, Μάιος 2011        
“Παπαδιαμάντης και Ορθοδοξία”: από τον μύθο στη μαρτυρία. 






Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

"Η πηγή της Χαράς"






                                                      



Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ


Τι να συμβαίνει
τη νύχτα
στον ύπνο του μωρού,
τι εικόνες αναπλάθει
στα τριανταφυλλένια όνειρα του,
πόση χαρά μετουσιώνει
και γελά κοιμισμένο;

Μήπως του τάξανε οι Μοίρες
χαρίσματα πολλά και σπάνια,
μήπως τα πρόσωπα τα γελαστά
της μέρας
το συντροφεύουν τρυφερά ακόμα
στο σκοτάδι;

ή μήπως είναι απλά
η αγάπη των αγγέλων
που το τυλίγει στοργικά, απαλά
αδιάκοπα
και ξενυχτά στα κλειστά βλέφαρα του
φυλάγοντας ζεστή
 και χαρούμενη
τη γλυκιά του καρδούλα;










Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

"Κάλλιστος Ware"






Κάλλιστος Ware
[από πρόσφατη συνέντευξη]


Αβίαστα γεννάται το ερώτημα, ποιο γεγονός ήταν η αιτία για να γίνετε Ορθόδοξος;

Έχω γράψει γι’ αυτό σε ένα βιβλίο. Μπορώ όμως να το διηγηθώ άλλη μια φορά απόψε, γιατί το θυμάμαι πολύ καθαρά σαν να έγινε χθες. Ήμουν τότε 17 χρονών και ετοιμαζόμουν για το Πανεπιστήμιο. Ήμουν σε ένα σχολείο στο Λονδίνο. Ένα Σάββατο βράδυ πήγα περίπατο και είδα έναν ναό που δεν είχα ξαναδεί ως τότε. Από περιέργεια ή μάλλον από Θεία Πρόνοια αποφάσισα να μπώ μέσα. Ήταν ο Ρώσικος Ορθόδοξος ναός του Λονδίνου.

Στην αρχή όταν μπήκα μέσα στο ναό, ήταν σκοτεινός. Δεν είδα εύκολα τι είχε μέσα. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν μια απουσία. Είχα την εντύπωση ότι κανείς και τίποτα δεν είναι εδώ, ότι ο ναός είναι κενός, δηλαδή δεν είχε στασίδια, καρέκλες, μόνο το πάτωμα. Αργότερα κατάλαβα ότι υπάρχουν μέσα στο ναό εικόνες, λαμπάδες αναμμένες, λίγος αριθμός ανθρώπων και κάπου, που δεν μπορούσα να δω υπήρχε μια μικρή χορωδία που έψαλλε.

Ήρθα στην ώρα την οποία οι Ρώσοι κάθε Σάββατο βράδυ έχουν μια μικρή αγρυπνία. Και η πρώτη μου εντύπωση μιας απουσίας – ότι δεν είναι τίποτε εδώ – άλλαξε ολοκληρωτικά. Απέκτησα μια άλλη εντύπωση, όχι απουσίας, αλλά παρουσίας. Κατάλαβα ότι εμείς οι ολίγοι άνθρωποι, παρόντες σε αυτήν την ακολουθία, συμμετέχουμε σε μια πράξη πάρα πολύ μεγαλύτερη από αυτήν την ακολουθία που γίνεται σε μια γωνιά του Λονδίνου.

Κατάλαβα ότι συμμετέχουμε σε μια λειτουργική σύναξη που έχει πολλούς αοράτους προσκυνητάς. Πολλούς παρόντες που προσεύχονται μαζί μας, παρ΄ ότι δεν τους βλέπουμε. Είχα την αίσθηση ότι πραγματικά η Εκκλησία είναι ουρανός επί γης. Είχα την αίσθηση της σχέσεως που υπάρχει μεταξύ της ορατής Εκκλησίας που υπάρχει στη γη και της επουράνιας Εκκλησίας επάνω.

Κατάλαβα ότι πάνω και κάτω συμμετέχουμε στην ίδια σύναξη. Έτσι είχα μια άμεση αίσθηση της σημασίας της κοινωνίας των Αγίων. Ότι επάνω οι Άγγελοι, οι Άγιοι, η Παναγία, ο Χριστός ο μέγας αρχιερεύς, όλοι συμμετέχουν στη λατρεία που προσφέρουμε εμείς κάτω, οι επί γης. Ότι άνω και κάτω υπάρχει μια Λειτουργία, μια δοξολογία, μια ενωμένη προσφορά και βέβαια τότε δεν κατάλαβα με το μυαλό μου την ακολουθία, διότι όλα ήταν στα Σλαβονικά. Δεν ήξερα τη Σλαβονική γλώσσα, αλλά κατάλαβα με την καρδιά μου, τι σημαίνει αυτή η ακολουθία.

Και από τότε άρχισα να ενδιαφέρομαι για την Ορθοδοξία. Από τότε ίσως κατά κεκρυμμένον τρόπο πήρα την απόφαση ότι πρέπει να γίνω Ορθόδοξος. Κατάλαβα αμέσως ότι αυτό είναι για μένα. Πέρασαν βέβαια έξι χρόνια μέχρι να γίνω Ορθόδοξος. Αλλά από τότε ήθελα να γίνω. Έτσι η πρώτη μου επαφή με την Ορθοδοξία δεν ήταν μέσω βιβλίων ή με γνωριμία ανθρώπων, αλλά γνώρισα την Ορθοδοξία μέσω μιας λειτουργικής ακολουθίας.
Και αυτό ίσως είναι το πιο σωστό.


*  πλήρης η συνέντευξη στο:  www.antifono.gr






Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

"Η Βάπτισις"













Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

"Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης"






Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

(Σκιάθος: 4 Μαρτίου 1851 - 3 Ιανουαρίου 1911)

Πέρασαν 101 χρόνια, που ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης κοιμήθηκε στην αγκαλιά του νησιού του.
Στη μνήμη του αφιερώνουμε μόνο λίγα λόγια. Τα πολλά και τα μεγάλα δεν θα ταίριαζαν με τη σεμνότητα του δικού του ήθους, ούτε με τη λιτότητα του ύφους του, που τον κατέστησαν τόσο αγαπητό και οικείο στην καρδιά του κάθε Έλληνα. Λίγα λόγια και λίγα αγριολούλουδα όχι αγοραστά, αλλά μαζεμένα ένα-ένα από τη γη με μετάνοιες.

Το περιοδικό «Νέα Εστία» το 1933, δημοσίευσε μια φωτογραφία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Την είχε τραβήξει ο Παύλος Νιρβάνας «με δόλο, για να μη σβησθεί η οσία μορφή του», στο μικρό καφενείο της Δεξαμενής, το 1906.

Η φωτογραφία συνοδευόταν από ένα μικρό κείμενο του Νιρβάνα.
 «Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωκα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά του, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο τέμπλο ερημοκκλησιού του νησιού του. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκόπουλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία.
» Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός για να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε ανήσυχα στο αυτί και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει, ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος, να μιλά γαλλικά: «Nous excitons la curiosit du pablic», δηλαδή «ερεθίζουμε την περιέργεια του κοινού». Και την ώρα εκείνη ήταν ένα κοιμισμένο γκαρσόνι τού καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνιά του μαγαζιού και δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα»!






ΔΕΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Χριστέ μου, δῶσ’ του τὴ χαρά, τὴ μόνη ποὺ μποροῦσε
νὰ σοῦ ζητήση ἀπάνω ἐκεῖ νοσταλγικὰ ἡ ψυχή του,
κάνε τὸ θάμα κι ἄσε τον νὰ ζήση, ὅπως ἐζοῦσε,
σὲ μιὰ μεριά, ποὺ τάχατες νὰ μοιάζη τὸ νησὶ του.

Νά ’ναι τὰ βράχια στὸν γκρεμὸ βαθιὰ κουφαλιασμένα,
νάχη σωριάσει ἡ θάλασσα στὴν ἀμμουδιὰ τὰ φύκια,
κι ἀράδα-ἀράδα στὸ γιαλὸ δεμένα, ἀποσταμένα,
νὰ σιγοτρίζουν τὰ φτωχὰ Σκιαθίτικα καΐκια.

Νά ’ναι οἱ νησιώτισσες οἱ γριὲς κι οἱ νιὲς οἱ πεθαμένες,
αὐτές, ποὺ τὶς θλιμμένες τους μᾶς ἔλεγε ἰστορίες,
νὰ γνέθουν τὸ λινάρι οἱ γριὲς στὴν πόρτα καθισμένες.
Καὶ δίπλα στὰ παράθυρα ν’ ἀνθίζουν οἱ γαζίες.

Κι’ ὕστερα ἀκόμα νά ’ναι ἐλιὲς καὶ νά ’ναι κυπαρίσσια
σκυμμένα νά ’ναι καὶ τὸ φῶς τ’ ἀχνὸ νὰ προσκυνᾶνε,
νὰ τόνε περιμένουνε στὸν κάμπο τὰ ξωκλήσια
καὶ τὴ καμπάνα τους μακριὰ οἱ ἀγγέλοι νὰ χτυπᾶνε.

Δῶσ’ του, Χριστέ μου, τὴ στερνὴ χαρὰ νὰ ἱδῆ καὶ πάλι,
τὴ γνώριμή του τὴ ζωὴ κοντὰ στ’ ἀκροθαλάσσι,
ἄχ! ἔτσι ἀθῶα κι ἔτσι ἁπλὰ κι ἁγνὰ τὴν εἶχε ψάλει,
ποὺ τῆς ἀξίζει ἐκεῖ ψηλὰ μαζὶ μ’ αὐτὸν ν’ ἁγιάση.

«Σκιὲς», Λάμπρος Πορφύρας








Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

"Ο Άγιος Βασίλειος, ο Μέγας"














"Τα δώρα"

























ΤΑ  ΔΩΡΑ





Άφθονα, λαμπρά
τα δώρα
φθάνουν έγκαιρα πάντοτε
να τιμήσουν τη μοναδικότητα
της κάθε στιγμής


θερμά αισθήματα
πλαισιώνουν τη χαρά
της προσφοράς
στο κάλεσμα της αγάπης


Σημαντικά, ανεκτίμητα
απεριόριστα
ανταμείβουν πλούσια
τη συμμετοχή
στις γιορτές της ζωής


αρκεί η πρόσβαση
να είναι ελεύθερη
αποδοχή και αντιπροσφορά
το ίδιο άμεσες, ζεστές


στις αίθριες αντανακλάσεις
των ενδόψυχων
πανηγυρισμών.