Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

"Συμπάθεια.."










Rabindranath Tagore: "Το μισόγεμο φεγγάρι"


Συμπάθεια..


Αν ήμουν μονάχα μια μικρή παπαρούνα κι όχι το γλυκό σου μωρό μητέρα,
θα μου ’λεγες «Όχι», αν δοκίμαζα να πάρω κάτι από το πιάτο σου;
Θα μ’ έδιωχνες λέγοντας μου,
«Φύγε από δω κακιά παπαρουνίτσα;»

Τότε άσε με μητέρα, άσε! Ποτέ δεν θα ξανάρθω κοντά σου όταν με φωνάζεις
και ποτέ πια δεν θα σ’ αφήσω να με ταΐσεις.


Αν ήμουν μονάχα ένας μικρός πράσινος παπαγάλος κι όχι το γλυκό σου μωρό μητέρα,
θα με κρατούσες δεμένο μ’ αλυσίδα, μην τύχει και πετάξω;
Θα κουνούσες το δάχτυλο σου μπροστά μου και θα ‘λεγες
«Τι αχάριστο, άθλιο πουλί! Δαγκώνει την αλυσίδα του μέρα-νύχτα;»

Άσε με τότε μητέρα, άσε! Θα φύγω μακριά σου στο δάσος
και δεν θα σ’ αφήσω ποτέ ξανά, να με πάρεις στην αγκαλιά σου. 








"Φεγγαρό-φωτο: 2x3"






               Iraq - Cairo - Johannesburg





                                                                               Somalia - India - Vietnam























Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

"Άγιοι Πέτρος και Παύλος"









   




Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

"Χόρεψε αργά.."










 ΧΟΡΕΨΕ ΑΡΓΑ . .


Παρακολούθησες ποτέ παιδιά στο λούνα παρκ;
Άκουσες τη βροχή να πέφτει στο χώμα;
Κοίταξες το τρελό πέταγμα μιας πεταλούδας;
χάζεψες τον ήλιο καθώς ξεθωριάζει τη νύχτα;

Καλύτερα να χαλαρώσεις, μη χορεύεις τόσο γρήγορα.
Η ζωή είναι μικρή.
Η μουσική δεν κρατάει για πάντα.

Τρέχεις αλαφιασμένος κάθε μέρα;
Όταν ρωτάς κάποιον "πώς είσαι", ακούς την απάντηση;
Σαν τελειώνει η μέρα, πέφτεις στο κρεβάτι αγκαλιά
με εκατοντάδες σκέψεις για δουλειές, που τριγυρνούν στο κεφάλι σου;

Καλύτερα χαλάρωσε, μη χορεύεις τόσο γρήγορα.
Η ζωή είναι μικρή.
Η μουσική δεν κρατάει για πάντα.

Είπες ποτέ στο παιδί σου "θα το κάνουμε αυτό μαζί αύριο"
και μέσα στη βιασύνη σου δεν πρόσεξες τη λύπη του;
Έχασες επαφή; Άφησες μια καλή φιλία να πεθάνει
επειδή ποτέ δεν βρήκες τον χρόνο να πάρεις ένα τηλέφωνο
και να πεις ένα "γεια";

Καλύτερα να χαλαρώσεις, μη χορεύεις τόσο γρήγορα.
Η ζωή είναι μικρή.
Η μουσική δεν κρατάει για πάντα.

Όταν τρέχεις σαν τρελός για να πας κάπου,
χάνεις τη μισή αξία της διαδρομής.
Είναι σα να πετάς ένα δώρο που δεν άνοιξες.
Η ζωή δεν είναι αγώνας ταχύτητας.

Γι' αυτό χαλάρωσε και απόλαυσε τη μουσική,
πριν τελειώσει το τραγούδι.



*  Οι πιο πάνω στίχοι (που μοιάζουν παρμένοι από κάποιο ξένο τραγούδι και ίσως να είναι),
    όπως αναφέρεται κάπου στο
Facebook, γράφτηκαν από ένα κοριτσάκι που έπασχε από
    καρκίνο σε κάποιο νοσοκομείο της Νέας Υόρκης και οι γιατροί, του είχαν δώσει μόλις
    άλλους έξι μήνες ζωής...










"Τα σεντόνια.."










Τα σεντόνια..


Ένα νιόπαντρο ζευγάρι, μόλις εγκαταστάθηκε στη νέα του κατοικία. Το πρώτο πρωί, η κοπέλα άνοιξε τις κουρτίνες τους και είδε μια γειτόνισσα να απλώνει τα σεντόνια της. Η κοπέλα είπε: «Πόσο βρώμικα είναι τα σεντόνια της γειτόνισσας! Πρέπει να πάρει άλλη σκόνη πλυσίματος. Αν ήταν φίλη μου, θα της μάθαινα να τα πλένει καλύτερα!!»

Ο σύζυγος του κοριτσιού κοίταξε, αλλά δεν είπε τίποτα. Μερικές ημέρες αργότερα, ξαναείδε η κοπέλα τη γειτόνισσα να απλώνει και είπε πάλι: «Η γειτόνισσα μας συνεχίζει με τα βρώμικα σεντόνια. Αν ήταν φίλη μου, θα της σύστηνα μια πιο καλή σκόνη πλυσίματος». Και έτσι κάθε 3 ή 4 μέρες, συνέχισε να λέει τα ίδια, βλέποντας τη γειτόνισσα να απλώνει τα σεντόνια της.

Μετά από ένα μήνα περίπου, είδε έκπληκτη ένα πρωί τα ρούχα της γειτόνισσας κάτασπρα και καθαρά. Και είπε στον σύζυγο της: «Κοίτα!! Επιτέλους, η γειτόνισσα έμαθε να πλένει. Κάποιος θα της έδειξε. Εγώ, δεν της είπα τίποτα...». Και ο σύζυγος πολύ τρυφερά, της απάντησε: «Όχι, εγώ σηκώθηκα σήμερα πιο νωρίς και καθάρισα τα παράθυρα μας».


Έτσι είναι.

Όλα εξαρτώνται από τα τζάμια, μέσα από τα οποία κοιτάζουμε.
Είναι ανάγκη να τα καθαρίζουμε κάθε τόσο.
Και να ανοίγουμε τα παράθυρα μας συχνά, για να βλέπουμε καλύτερα.

Τίποτε γύρω μας δεν είναι μόνο αλήθεια ή μόνο ψέμα.
Σε αυτόν τον απατηλό κόσμο, όλα εξαρτώνται από τη διαύγεια των ματιών.
Με τα οποία κοιτάμε (και μετράμε), τον έξω κόσμο. . .


*  Από το Facebook








Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

"Αυτονόητο;"










Παν. Κανελλόπουλου: Μεταφυσικής προλεγόμενα [Κεφ. Α΄, 14]


Οι λέξεις έχουν νοήματα που τα καθορίζει η λογική. Δεν υπάρχουν όμως και νοήματα, που δεν χωρούν στις λέξεις; Η ποίηση μας έχει δείξει πως υπάρχουν νοήματα, που οι λέξεις τα υποσημαίνουν χωρίς να τα ενσαρκώνουν, χωρίς να τα περιέχουν. Και πιο χτυπητά μας το έδειξε αυτό η ποίηση των ήχων, η μουσική.

Η μουσική φαντασία, σε ποιο χώρο κινείται; Μήπως κινείται στον χώρο του αδύνατου; Και μήπως πραγματοποιεί η μουσική το αδύνατο, χωρίς να είναι καν φυσικά δυνατό, δηλαδή χωρίς να είναι καν πραγματοποιήσιμο μέσα στα όρια του φυσικού κόσμου;

Την ώρα που ο Σεβαστιανός Μπαχ, με την απλότητα του ανθρώπου που σκαλίζει ένα έπιπλο ή συζητεί με ένα φίλο που αγαπάει, συναρμολογούσε με τα δάκτυλα της ψυχής του μια φούγκα, τι άκουγε τάχα; Και από που ξεκινούσαν οι ήχοι που με τη μυστική παρέμβαση της εσωτερικής του ακοής, έγιναν νοήματα που δεν τα χωρούν όλες μαζί οι λέξεις του κόσμου; Από πού τους αντλούσε ο Μπαχ τους ήχους αυτούς; Μας φαίνεται αυτονόητο ότι υπάρχει η μουσική. Είναι όμως το πράγμα, τόσο αυτονόητο όσο μας φαίνεται ή μήπως τα πιο πολλά απ’ αυτά που θεωρούμε αυτονόητα, τα θεωρούμε έτσι μόνο και μόνο γιατί μας είναι ακατανόητα;   

Θεωρούμε αυτονόητο ότι ο άνθρωπος ρωτάει και απορεί, φαντάζεται και θαυμάζει. Θεωρούμε αυτονόητο ότι ο άνθρωπος ελπίζει, ότι πιστεύει, ότι αγαπάει. Θεωρούμε αυτονόητο ότι προσεύχεται. Ωστόσο, καμιά από τις λειτουργίες αυτές του πνεύματος και της ψυχής του δεν είναι αυτονόητη. Αυτονόητο είναι ότι κοιτάζοντας, βλέπει ό,τι είναι εμπρός του. Δεν είναι διόλου αυτονόητο ότι ελπίζοντας, βλέπει ό,τι δεν είναι εμπρός του. Δεν είναι διόλου αυτονόητο ότι αγαπώντας, ενώνεται με ό,τι δεν είναι ο εαυτός του. Και δεν είναι διόλου αυτονόητο ότι πιστεύοντας, εγγίζει μέσα του τον Θεό.

Κάτι πολύ μεγάλο συμβαίνει ή μπορεί να συμβεί σε κάθε στιγμή, μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου, οσοδήποτε μικρή και ασήμαντη και αν είναι η ατομική ψυχή σε σχέση με το σύμπαν. Το μεγάλο, δεν έχει ανάγκη από ευρυχωρία για να σημειωθεί. Δεν είναι οι εξωτερικές διαστάσεις που προσδιορίζουν την ικανότητα ενός χώρου να δεχθεί το μεγάλο, το ηθικά και μεταφυσικά μεγάλο, το άπειρο. Το άπειρο χωράει και στο ελάχιστο. Ενώ δεν είναι αρκετός ο αστρονομικά συλληπτός κόσμος για να το χωρέσει, είναι ίσως αρκετή η ανθρώπινη ψυχή για να το δεχθεί μέσα της και να το ζήσει.

Μια στιγμή μεγάλης καλοσύνης στην ψυχή ενός ανίδεου ανθρώπου, πραγματοποιεί ίσως τη συνάντηση του ελάχιστου εκείνου κόκκου ψυχής που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο με την άπειρη ψυχή, πολύ περισσότερο παρά η πιο βαθυστόχαστη φιλοσοφική προσπάθεια για τη σύλληψη του νοήματος του κόσμου ή του απείρου. Και η προσευχή ενός αθώου –ή και του ενόχου που συνειδητοποιεί πέρα για πέρα μέσα του το μεγάλο κακό που έκαμε- μπορεί να έχει την ίδια μεταφυσική σημασία. Και δεν είναι διόλου αυτονόητο και φυσικό το ότι ο άνθρωπος μπορεί να φθάσει στη μεγάλη καλοσύνη, να αγαπήσει κατεβάζοντας το εγώ του σχεδόν ως το μηδέν, να μετανοήσει και να προσευχηθεί.  Τα γεγονότα αυτά είναι ασύλληπτα, ακατανόητα, δεν εξηγούνται  λογικά, ξεπερνούν τα όρια του κόσμου τούτου, δηλαδή της εγκόσμιας ζωής του ίδιου εκείνου ανθρώπου που τα ζει.

Στη ζωή δε ζούμε μόνο τη ζωή του κόσμου τούτου. Ζούμε –σωστότερα, είμαστε ταγμένοι να ζήσουμε- και κάτι από τη ζωή εκείνη, που δεν μας έχει δοθεί βιολογικά. Ζούμε και κάτι από τη ζωή εκείνη, που ο θάνατος δεν μπορεί να την εγγίσει ή που την εγγίζει μόνο και μόνο, για να καταδειχθεί πόσο είναι ανίσχυρος απέναντι της.   

  








Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

"Ακατανόητο;"










Paul Evdokimov [1901-1970]


Από την Εισαγωγή του βιβλίου, «Το Άγιο Πνεύμα στην Ορθόδοξη Παράδοση».

. . . .

Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, τον δέκατο ένατο μόλις αιώνα, έλεγε: «Μερικοί λένε πως αυτά τα χωρία, είναι ακατανόητα. Είναι δυνατόν να δουν οι άνθρωποι μ’ έναν άμεσο τρόπο, τον Θεό;

Κι’ όμως, δεν υπάρχει εδώ τίποτα το ακατανόητο. Η δυσκολία στην κατανόηση προήλθε από το ότι εμείς απομακρυνθήκαμε από την απλότητα της συμπεριφοράς των πρώτων Χριστιανών και με την πρόφαση της γνώσεως μπήκαμε σε τέτοια σκοτάδια αγνωσίας, ώστε μας φαίνεται ακατανόητο το ότι οι παλαιοί σκέφτονταν καθαρά και στις συνήθεις τους ομιλίες δεν εύρισκαν παράδοξη την εμφάνιση του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους.»

Ένα συμπτωματικό γεγονός: στη σοβιετική Ρωσία, κάτω από ένα πολίτευμα πέρα για πέρα κοσμικό, η «μοντέρνα θεολογία» είναι αδιανόητη. Όσο η νεολαία είναι ανυπότακτη σε κάθε αρτηριοσκληρωτικό πολίτευμα, τόσο έχει μέσα της μια βαθιά δίψα για το άπειρο και το απόλυτο, είναι από τη φύση της ανοικτή σε κάθε φανέρωση του Υπερβατικού μέσα στην Ιστορία και στη ζωή των ανθρώπων.

Ένας νεαρός πιστός, έλεγε πρόσφατα: «Ο Χριστός είναι παντού, είναι στην ίδια την καρδιά της ύπαρξης μας, μέσα στην ιερότητα της μητρότητας, μέσα στις καλές πράξεις της καθημερινής ζωής, μέσα στη χάρη της αγάπης και της φιλίας...»

Σ’ αυτή τη μαρξιστική Ρωσία, είναι που ο ποιητής Mandelstam, είπε: «Στις μέρες μας, κάθε πραγματικά καλλιεργημένος άνθρωπος, είναι χριστιανός!».

. . . .    







Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

"Η Πηγή"










Rabindranath Tagore: "Το μισόγεμο φεγγάρι"

Η Πηγή



Ο ύπνος που φτερουγίζει στου μωρού τα μάτια,
γνωρίζει κανείς από πού έρχεται;

Ναι, υπάρχει μια φήμη πως κατοικεί στο μαγικό χωριό,
εκεί που μέσα στις σκιές του δάσους, θαμπά φωτισμένα από πυγολαμπίδες,
μεγαλώνουν δυο ντροπαλά μαγεμένα μπουμπούκια.
Από κει έρχεται και φιλά του μωρού τα μάτια.


Το χαμόγελο που τρεμοσβήνει στου μωρού τα χείλη όταν κοιμάται,
ξέρει κανείς που γεννήθηκε;

Ναι, υπάρχει μια φήμη πως μια μικρή αχτίδα του μισόγεμου φεγγαριού
άγγιξε την άκρη ενός φθινοπωριάτικου σύννεφου που χανόταν
και κει πρωτογεννήθηκε το χαμόγελο στο όνειρο ενός δροσόλουστου πρωινού,
το χαμόγελο που τρεμοσβήνει στου μωρού τα χείλη όταν κοιμάται.


Η γλυκιά απαλή φρεσκάδα που ανθίζει στου μωρού τα μέλη,
ξέρει κανείς πού ήταν κρυμμένη τόσον καιρό;

Ναι, όταν η μαμά του ήταν νεαρή κοπέλα,
ήταν γεμάτη η καρδιά της από το τρυφερό και σιωπηλό μυστήριο της αγάπης,
από αυτή τη γλυκιά και απαλή φρεσκάδα
που ανθίζει τώρα στου μωρού τα μέλη.







"African Fashion"


       

Dakar, Senegal


   







                                                         




Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

06. "TAKVA"







Takva: A Man’s Fear of God [Τουρκία - 2006]


Ο ισλαμικός όρος Takva ή Taqwa, που προέρχεται από το εβραϊκό Tikvah και σημαίνει ελπίδα, αναφέρεται στο φόβο του Θεού, τη σταθερή πίστη και την τήρηση των εντολών του Αλλάχ.

Η σημαντική αυτή ταινία, σκηνοθετημένη από τον Ozer Kiziltan, μας παρουσιάζει με πολύ ρεαλισμό την ιστορία ενός ήσυχου, μοναχικού ανθρώπου, που αγωνίζεται να σώσει την ψυχή του στη σύγχρονη Κωνσταντινούπολη. Με πρωταγωνιστή τον Erkan Can, η ταινία τιμήθηκε με διεθνείς διακρίσεις στο Τορόντο, στο Σεράγιεβο, στη Νυρεμβέργη και στη Γενεύη, καθώς και με το βραβείο Fipresci στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 2007.



Ο Muharrem ένας μεσήλικας Τούρκος, ζει μόνος σε μια φτωχογειτονιά της Πόλης στο παλιό σπίτι των γονιών του. Κρεμασμένες στον τοίχο οι φωτογραφίες τους, τον συντροφεύουν και τον εποπτεύουν συνάμα στη σιωπηλή μοναξιά του. Τίμιος και ευσυνείδητος, εργάζεται όλη μέρα σε έναν έμπορο σακιών και συμμετέχει τακτικά στις τελετουργικές συνάξεις για προσευχή, της τοπικής Σουφικής κοινότητας. Όλοι τον εκτιμούν για τη σοβαρότητα και την ευσέβεια του.

Οι μέρες του μοιάζουν ήρεμες, προγραμματισμένες, περιχαρακωμένες όπως και ο ίδιος με αυστηρότητα, μακριά από τον κόσμο και τους πειρασμούς του, που όμως βρίσκουν τις νύχτες κάποιες αφύλακτες διόδους, τρυπώνουν αυθαίρετα στα όνειρα του και τον αναστατώνουν.

Με πολλή προσοχή ο Κιζιλτάν, αποφεύγει να διευρύνει με περιττές εξωτερικές σκηνές τη λιτή εσωστρέφεια του Μουχαρέμ, εστιάζοντας στις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλει να κρατηθεί ταπεινός στον παραδοσιακό τρόπο ζωής του, που αποτελεί και την ασπίδα προστασίας του.     

Όμως ο καθένας έχει κάποια αδύνατα σημεία, γνωστά ή συγκεχυμένα, στην οχύρωση της ψυχής του. Πόσο έτοιμος μπορεί να βρεθεί, όταν φθάσει η στιγμή να αντιμετωπίσει το άλλο πρόσωπο της κοινωνίας μας;



Ο Άρχοντας (Ηγούμενος, πνευματικός) της Μονής των Σούφι που τον εκτιμά ιδιαίτερα, αποφασίζει να του αναθέσει την είσπραξη των ενοικίων από τα ακίνητα που διαθέτει η Μονή και που χρηματοδοτούν τις σχολές της. Ο σκοπός φυσικά είναι ιερός και παρά τις επιφυλάξεις του ο Μουχαρέμ, δέχεται τελικά παράλληλα με τη δουλειά του, να αναλάβει και τα νέα του καθήκοντα. Η αναγνώριση της ακεραιότητας του χαρακτήρα του, είναι γι’ αυτόν μια μεγάλη ικανοποίηση, αλλά έχοντας συνηθίσει να ζει στην αφάνεια της μοναχικότητας του, η αναγνώριση αυτή του δημιουργεί δικαιολογημένα αμηχανία και ανησυχία.

Η ζωή του Μουχαρέμ σύντομα αλλάζει. Μεταφέρει λίγα πράγματα από το σπίτι του, για να εγκατασταθεί σε ένα κελί στη Μονή, σύμφωνα με την επιθυμία του Άρχοντα.  Σαν επίσημος εισπράκτορας των ενοικίων της Μονής θα πρέπει να έχει εμφάνιση ανάλογη με τη θέση του. Του προμηθεύουν κοστούμια, καινούργιο ρολόι, κινητό τηλέφωνο, του διαθέτουν ακόμα και αυτοκίνητο με οδηγό για τον μεταφέρει όπου πρέπει. Κινείται πια σε όλη την πόλη, σε καινούργια κτίρια, σε μοντέρνα καταστήματα, συναντιέται με σημαντικούς ανθρώπους, όπως άλλωστε σημαντικός είναι τώρα και ο ίδιος.

Είναι ελεύθερος να διώχνει ενοικιαστές που ο ίδιος δεν τους εγκρίνει, μπορεί να μην εισπράξει ακόμα κάποια ενοίκια, αν αναλάβει την ηθική ευθύνη της μείωσης των εσόδων της Μονής. Ο Άρχοντας σχεδιάζει ακόμα να τον παντρέψει με την κόρη του, αλλά ο συνεσταλμένος Μουχαρέμ μη γνωρίζοντας ποια νύφη του προόριζαν, αρνείται στον βοηθό του Άρχοντα την προοπτική ενός γάμου, αφού έχει αφιερώσει τη ζωή του στον Θεό. 

Ο νέος τρόπος ζωής του ωστόσο, με την εξουσία που του παρέχει η ξαφνική διεύρυνση του κοσμικού του ορίζοντα, τον τροφοδοτεί παράλληλα με καταιγισμό ερεθισμάτων. Διαποτίζει σιγά-σιγά την απαίδευτη σεμνότητα της καρδιάς του και την αλλοιώνει, εισχωρεί στην ψυχή του και κλονίζει τις αδύναμες αντιστάσεις του. Όταν αισθανόταν ταπεινός, διατηρούσε πάντοτε την ηρεμία του.

Τώρα γίνεται οξύθυμος, απότομος, επιθετικός. Αντιλαμβάνεται ενοχλημένος τη σημασία που δίνουν στο χρήμα, άνθρωποι τους οποίους εξακολουθεί να σέβεται. Εκείνος, τι θα πρέπει να κάνει; Να τους καταδικάσει στη συνείδηση του ή να υιοθετήσει τις πρακτικές τους; Δέχεται μια συντονισμένη και πολύπλευρη δαιμονική επίθεση, χωρίς να έχει τον χρόνο να επεξεργαστεί τα ηθικά του διλήμματα.



Μέσα στη μικρή αυτή ιστορία του Μουχαρέμ, ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει τον πόλεμο και τις μεθόδους του Σατανά, ίδιες παντού σε όλο τον κόσμο. Πώς καταφέρνει να παγιδεύσει δόλια όσους επιχειρούν να συμμετάσχουν στην «περιπέτεια» της ζωής με τους όρους του Θεού, ανέτοιμοι όμως εσωτερικά, χωρίς να έχουν συνείδηση των αδυναμιών τους και χωρίς να αφήνονται με εμπιστοσύνη στα χέρια Του.

Γιατί ο Θεός περιμένει να επιστρέφουμε από τις ανόητες περιπλανήσεις μας, συγκλονισμένοι από τη χαρά του γυρισμού μας, να Τον αναζητούμε με όλη μας την καρδιά, τρέχοντας με λαχτάρα στους δρόμους που ο ίδιος μας χαράζει για να Τον συναντήσουμε και όχι να μεριμνούμε για τη σωτηρία μας φοβισμένοι, αναδιπλωμένοι νευρωτικά στον εαυτό μας, προσπαθώντας με καταναγκασμούς να αποφύγουμε παγίδες και κακοτοπιές. Σέβεται απόλυτα την πνοή ελευθερίας που μας εμφύσησε, γι’ αυτό και μας θέλει γενναίους στις αποφάσεις και στις ενέργειες μας.

Αντίθετα ο Σατανάς παραβιάζει την ελευθερία μας σε κάθε ευκαιρία που εμείς του παρέχουμε, υποκαθιστώντας την αδύναμη πίστη μας με κοσμικές επιθυμίες και βιοτικές επιταγές. Μας υποβάλλει χίλιες αιτίες για να νιώθουμε ανικανοποίητοι, δυσθυμικοί, στερημένοι και ανασφαλείς ή αυτάρκεις και εγωκεντρικοί, αδικημένοι, προσβεβλημένοι ή απειλούμενοι.

Μας εξωθεί με κατάλληλα σκηνοθετημένες καταστάσεις, στη λήθη των αποφάσεων μας και με εσωτερικές παρεμβάσεις στο χλιαρό συναίσθημα και στην αυτάρεσκη λογική μας, υποκαθιστά και υποβιβάζει την προσωπικότητα μας. Και όταν κάποτε πορευόμαστε με ενθουσιασμό προς τον Θεό, θα πρέπει να αναμένουμε τα ανάλογα εμπόδια, που έχουν τελικό σκοπό να ματαιώσουν τις προσπάθειες μας.



Ο Μουχαρέμ είναι ο καθημερινός επιφυλακτικός άνθρωπος, που διστάζει να συναντήσει τον Θεό στις καρδιές των συνανθρώπων του, στον παλμό του κόσμου που τον περιβάλλει, στη χαρά της συμμετοχής του στη ζωή.

Στα όνειρα του εισβάλλουν εικόνες λαγνείας και αίματος. Τα όνειρα, αποκαλύπτουν ανάγλυφα κάποιες φορές τον εσώτερο ψυχισμό μας. Ο Άρχοντας, θα μπορούσε να του δώσει τις συμβουλές του, όμως βρίσκεται για σαράντα μέρες σε άσκηση απομόνωσης.  Απομακρυσμένος και ο Μουχαρέμ από τις συνήθειες τόσων χρόνων που τον κρατούσαν σταθερό στην τήρηση των εντολών του Θεού, εκτεθειμένος σε καινούργιες εικόνες και παραστάσεις  που διαβρώνουν την πίστη του, δεν έχει που να στραφεί για βοήθεια, είναι πια «ώριμος» να δεχτεί το καίριο διαβολικό χτύπημα.

Ο Κιζιλτάν, θέλει να είναι ιδιαίτερα σαφής στο σημείο αυτό. Προσωποποιεί το «κακό», που σαν πελάτης εργολάβος οικοδομών, απευθύνεται στον Μουχαρέμ για να αγοράσει σακιά. Εκείνος, σε μια μοιραία άχρονα σκληρή στιγμή, με τη βούληση μουδιασμένη και αδρανή, με τη σκέψη μετεωρισμένη και την καρδιά του ψυχρή, τον εξαπατά ζητώντας του ένα υπερβολικό ποσό.

Ο εργολάβος το πληρώνει χωρίς αντιρρήσεις και του διευκρινίζει συνωμοτικά πως τα σακιά ήταν απλά μια πρόφαση για να τον πλησιάσει. Η φήμη του τάχα για την ευσέβεια του, έχει απλωθεί σε όλη την πόλη. Και βέβαια το πλησίασμα έγινε, η ωμή και άνομη συνδιαλλαγή πραγματοποιήθηκε Στόχος του «πελάτη», ήταν ασφαλώς η ευσέβεια του... 

Το αμάρτημα, περιθωριοποιεί τον Μουχαρέμ σε θέση παρατηρητή.
Καταρρακωμένος, παρακολουθεί τον εαυτό του να ενεργεί με μια ξένη βούληση, πράξεις που πάντοτε ο ίδιος καταδίκαζε. Κατακλυσμένος από τύψεις προσπαθεί να απαλλαγεί από τα επιπλέον χρήματα, για να μην εκτεθεί, να μην υποψιαστεί κανείς ότι ίσως κλέβει από τα ενοίκια της Μονής. Προσπαθεί να προσευχηθεί, αλλά η σχέση του με τον Θεό έχει πια κλονισθεί.


Η μόνη βοήθεια που θα μπορούσε να έχει, θα ήταν η προσευχή. Όμως η προσευχή για να εισακουσθεί από τον Θεό, θα πρέπει να καταθέτεται στα πόδια Του με την απλότητα της εμπιστοσύνης, με την αμεσότητα της αγάπης και με τη βαθιά και σεμνή υπευθυνότητα της ταπεινοφροσύνης. Τίποτα απ’ αυτά δεν υπάρχει πια για τον Μουχαρέμ. Μια «μοιραία στιγμή», ήταν αρκετή για να στιγματίσει για πάντα τον αυτοσεβασμό του.

Ο «εργολάβος» επανέρχεται μαζί με άλλους δύο «φίλους» του που επιθυμούν επίσης να τον γνωρίσουν, με το πρόσχημα και πάλι να αγοράσουν όλοι σακιά, σε όποια τιμή τους ζητήσει. Νιώθει παγιδευμένος, σε απόλυτο αδιέξοδο. Η κατά μέτωπο αυτή επίθεση που εκβιάζει και πάλι τη συνείδηση του, τον βρίσκει τελείως απροετοίμαστο. Ίσως είναι η δίκαιη τιμωρία του. Οφείλει να την υποστεί.

Πετάγεται έξω στον δρόμο, στην καταρρακτώδη βροχή, απελπιστικά μόνος, δραματικά αβοήθητος. Δεν υπάρχει σημείο να κρυφτεί, ούτε τρόπος να ξεφύγει από το αβάσταχτο βάρος της ενοχής του.



Το επόμενο σατανικό χτύπημα, θα αποτελέσει και τη χαριστική βολή. Βλέπει μπροστά του ολοζώντανη τη γυναίκα, που ταράζει τις νύχτες τα όνειρα του. Την ακολουθεί ανήσυχος και με φρίκη αντιλαμβάνεται πως κατευθύνεται στην είσοδο της Μονής. Προσπαθεί να την εμποδίσει να μπει στον ιερό χώρο, να μη τον μολύνει.

Όμως δεν είναι πια άξιος να υπερασπιστεί την ιερότητα της Μονής. Δεν του παρέχεται αυτή η δυνατότητα. Εκείνη που εκπροσωπούσε τους πιο σκοτεινούς κι ανεξέλεγκτους πόθους του, είναι η κόρη του Άρχοντα! Η αποκάλυψη αυτή επισφραγίζει την απόλυτη ήττα του Μουχαρέμ από τους δαίμονες, που ανελέητα τον κύκλωσαν, τον εξουθένωσαν και τον κατέστρεψαν.
Δεν υπάρχει επιστροφή, οι δαίμονες βρίσκονται παντού, είναι γι’ αυτόν το τέλος!

Η έσχατη ψυχολογική του άμυνα, τον καθηλώνει βιολογικά σε κατάσταση προστατευτικής εμβροντησίας (stupor). Ό, τι και να επακολουθήσει, εκείνος είναι πια ουσιαστικά απών.

Η ταινία ολοκληρώνεται, με μια καλυμμένα ειρωνική σκηνή. Η κόρη του Άρχοντα σε ένα ρόλο προσαρμοσμένο, αλλά και τραγικά αντίθετο από τα όνειρα του Μουχαρέμ, έχει αναλάβει την περίθαλψη του στη Μονή και μπροστά από το άδειο και απρόσωπο βλέμμα του, τον πλησιάζει αργά στο κρεβάτι, για να του βάλει στο στόμα το φάρμακο του.



Η στυφή γεύση που αποκομίζει ο θεατής από την αγωνία του Μουχαρέμ, είναι ενδεικτική του προβληματισμού του. Ο έκδηλος συμβολισμός, διεκδικεί τη θέση του.
Η Συνείδηση είναι η πυξίδα της ψυχής μας στο ταξίδι της ζωής. Ο Μουχαρέμ με πολλή ευαισθησία, ενημερώθηκε άμεσα για τη λάθος πορεία του. Όμως ακολούθησε και λάθος τακτική. Η αγωνία του αυτοέλεγχου δεν πρέπει να μας παρασύρει σε σκοτεινά αδιέξοδα, να απομακρύνει από την καρδιά μας την ελπίδα και να αμφισβητεί την απέραντη αγάπη του Θεού για μας.

Οι τύψεις που αναπτύσσονται σε έδαφος ολιγοπιστίας, υποδαυλίζονται εύκολα από τα πονηρά πνεύματα, γιγαντώνονται σαν πυρκαγιές που σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμα τους και μας οδηγούν αστραπιαία σε ολέθριους δρόμους απόγνωσης, πανικού και απελπισίας, ιδιότητες που δεν έχουν καμιά σχέση με τον Θεό. Σε μια τέτοια κατάσταση υπάρχει μόνο άρνηση!

Ο αυτοέλεγχος πρέπει να γίνεται σιωπηλά, αυθόρμητα, ταπεινά, στα πλαίσια προσευχής, με νηφάλια ηρεμία, με εμπιστοσύνη, “ενώπιος ενωπίω”. Με την καρδιά διάπλατα ανοικτή στην αγάπη Του, να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας, μικρά ή μεγάλα και να τα αποθέτουμε στο Έλεος Του.

Η βαθιά αίσθηση της ενοχής και η κατανόηση των αστοχιών μας και των συνεπειών τους, δεν πρέπει να επιφέρουν τη σκληρή αυτοτιμωρία μας στην κόλαση ανηλεών τύψεων, αλλά να προσβλέπουν πάντοτε μέσα από την ειλικρίνεια της μετάνοιας μας, στην προσδοκία της οριστικής επιστροφής στην οικεία Πατρική Εστία και στη βεβαιότητα της εκ του κοσμικού θανάτου μας, Ανάστασης.


Μ. Ψ.


*  Η παρουσίαση της ταινίας TAKVA βρίσκεται ανηρτημένη στο ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΤΑΙΝΙΟΡΑΜΑ
    από τον Οκτώβριο του 2010. Η σημερινή ανάρτηση έγινε μετά από πρόσφατη επεξεργασία
    του αρχικού κειμένου.









Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

"Τα χρώματα"










Τα χρώματα


- Τι χρώμα έχει η λύπη; ρώτησε το μικρό αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Πες μου σε παρακαλώ, τι χρώμα έχει η λύπη;
- Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ, άγριο μπλε.
- Και τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
- Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
- Μμμ και η χαρά τι χρώμα έχει;
- Το χρώμα του μεσημεριού, αστεράκι μου.
- Και η μοναξιά;
- Η μοναξιά, έχει χρώμα μενεξεδί.

- Τι όμορφα που είναι τα χρώματα!... Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις!
Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράχτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε. Έξαφνα, είπε:

- Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
- ...Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
- Και... τι χρώμα έχει ο έρωτας;
- Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
- Ωωωω! "Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού", ψιθύρισε τo αστέρι...

... Κοίταξε μακριά στο κενό ...
... και δάκρυσε ...


*  Από το: paramythimythiko









"Ο πόνος της αγάπης"









Παν. Κανελλόπουλου: Μεταφυσικής προλεγόμενα [Κεφ. Θ΄, 16]


Ο πόνος εκείνος που επαληθεύει την αγάπη, μ’ έναν τρόπο που πάει άμεσα να δαμάσει και να υπερνικήσει το βιολογικό και κοινωνικό μας εγώ, είναι η ταπείνωση, δηλαδή η έμπρακτη εκδήλωση της ταπεινοφροσύνης. Η ταπείνωση είναι ένας μεγάλος πόνος. Στοιχίζει στον άνθρωπο, όσο δεν στοιχίζει τίποτε άλλο. Το μυστήριο της αγάπης, γίνεται ακόμα ιερότερο με την ταπείνωση εκείνου που αγαπάει. Η αγάπη υψώνει τον άνθρωπο, αλλά όποιος αγαπάει αληθινά και γνήσια πρέπει να ξέρει να ταπεινώνεται.

Η ταπεινοφροσύνη δεν έχει καμιά αλήθεια μέσα της ως θεωρητική ταπεινοφροσύνη, ως προσχεδιασμένο ύφος, μπορεί αντίθετα ο αληθινά ταπεινός να μοιάζει υπερήφανος. Ο Κάϋζερλιγκ, μιλώντας για την ταπεινοφροσύνη γενικότερα και άσχετα από την αγάπη, θεωρώντας την μάλιστα ως την αναγκαία προϋπόθεση για να ζήσουμε το θαύμα σε όλη του την πληρότητα, τονίζει ιδιαίτερα ότι αυτή η υψηλή ταπεινοφροσύνη, δεν έχει καμιά σχέση με το χαμήλωμα εκείνο του εαυτού μας, το δουλικό σκύψιμο, που είναι στερημένο από κάθε ευγένεια. Η ταπεινοφροσύνη όπως την βλέπει ο Κάϋζερλιγκ, εκδηλώνεται με μια «απόλυτη δεκτικότητα, που υπερνικά όλα τα εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια που θέτει το εμπειρικό εγώ».

Η ταπεινοφροσύνη είναι έτσι μια μεγάλη πράξη, είναι η προϋπόθεση κάθε δημιουργίας, κάθε θαύματος, είναι μια έξαρση και όχι ένα χαμήλωμα και ζάρωμα του εαυτού μας. Είναι όμως ακόμα, -κι αυτό δεν το τονίζει ο  Κάϋζερλιγκ- κι ένας μεγάλος πόνος, γιατί το εμπειρικό εγώ που πάει να σβήσει, αντιστέκεται, διαμαρτύρεται, προκαλεί μεγάλα τραύματα στην ψυχή, γίνεται ένα θηρίο που ώσπου να νικηθεί, δαγκώνει και προσπαθεί να κατασπαράξει την ψυχή. Αυτός είναι ένας λόγος παραπάνω για να ‘ναι ο αληθινά ταπεινός, υπερήφανος.

Π ρ έ π ε ι  να είναι υπερήφανος, αφού ξέρει να ταπεινώνεται στ’ αλήθεια και όταν πρέπει, δηλαδή όταν πέρα από κάθε συμβατική επίδειξη, έρχεται η κρίσιμη ώρα της θυσίας. Ο Ιησούς, πριν ταπεινωθεί στις φοβερές ώρες των παθών Του, πραγματοποίησε με τον πιο συμβολικό τρόπο την ταπείνωση Του, στα πόδια των μαθητών Του. Μια ταπείνωση, που αν και ήταν αναγκαστικά συνυφασμένη με σωματικό σκύψιμο, δεν ήταν διόλου χαμήλωμα, ήταν ένα υπερήφανο σκύψιμο.  

Αν τη συμβολική ταπείνωση δεν την ακολουθούσε η πραγματική, δεν θα είχε απόλυτη αξία. Έτσι όπως έγινε, πήρε την πιο συγκλονιστική μορφή που μπορούσε να πάρει.









Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

"Σύννεφα και κύματα"










Rabindranath Tagore: "Το μισόγεμο φεγγάρι"

Σύννεφα και κύματα.


Μητέρα, τα παιδιά που ζουν πάνω στα σύννεφα, μου φωνάζουν,
«Παίζουμε από την ώρα που ξυπνούμε, ώσπου να τελειώσει η μέρα.
Παίζουμε με τη χρυσαφένια αυγή και με τ’ ασημένιο φεγγάρι!..»

Τα ρωτώ, «Πώς ν’ ανέβω κι εγώ κοντά σας;»

Μου απαντούν, «Έλα στην άκρη της γης, σήκωσε τα χέρια σου στον ουρανό και θ’ ανεβείς στα σύννεφα».

«Η μητέρα μου όμως, με περιμένει στο σπίτι», τους λέω.
«Πώς μπορώ να την αφήσω και να ‘ρθω;»

Τότε χαμογελούν και φεύγουν.

Μα εγώ ξέρω ένα καλύτερο παιχνίδι απ’ αυτό, μητέρα.
Εγώ θα ‘μαι το σύννεφο και συ το φεγγάρι.
Θα σε σκεπάσω με τα δυο μου χέρια κι η στέγη του σπιτιού μας, θα 'ναι ο γαλάζιος ουρανός.



Μητέρα, τα παιδιά που ζουν στα κύματα μου φωνάζουν,
«Τραγουδάμε απ’ το ξημέρωμα ως τη νύχτα.
Ταξιδεύουμε αδιάκοπα και δεν μας νοιάζει πού πάμε!..»

Τα ρωτώ, «Πώς να βρεθώ κι εγώ μαζί σας;»

Μου λένε, «Έλα στην άκρη της αμμουδιάς, κλείσε τα μάτια σου σφικτά και θα σε φέρουν τα κύματα σε μας.»

Τους απαντώ, «Η μητέρα μου με θέλει πάντοτε το βράδυ στο σπίτι, πως μπορώ να την αφήσω και να φύγω;»

Τότε χαμογελούν, χορεύουν και προσπερνούν.

Μα εγώ ξέρω ένα καλύτερο παιχνίδι απ’ αυτό, μητέρα.
Εγώ θα είμαι τα κύματα και συ θα είσαι μια άγνωστη παραλία.
Θα κυλώ ξανά και ξανά μπροστά και θα σπάζω με γέλια στα γόνατα σου.
Και κανένας στον κόσμο δεν θα ξέρει, πού είμαστε οι δυο μας. 








Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

"Διαχρονικός Φακός: 05"



Guilin, China


New Delhi


San Diego


U. S. Navy Memorial, Washington



Tel Aviv


*  Κλικ πάνω στη φωτογραφία, για κανονικό μέγεθος.









Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

"Σαν παραμύθι.."









Φραντς Κάφκα: Σαν παραμύθι


Κάποτε βρέθηκε ο Κάφκα στο Βερολίνο για ολιγοήμερες διακοπές μαζί με την αρραβωνιαστικιά του Φελίτσε Μπάουερ. Δίπλα από το ξενοδοχείο τους υπήρχε ένα πάρκο κι εκεί συνάντησαν ένα κοριτσάκι που έκλαιγε γοερά. Το ρώτησε γιατί κλαίει και η μικρή μέσα από αναφιλητά, του απάντησε πως είχε χάσει την κούκλα της.
«Την αγαπούσες;» την ξαναρώτησε.
«Πάρα πολύ» απάντησε το κορίτσι.
«Τότε να μη στενοχωριέσαι» της είπε, «όπου και αν έχει πάει, δεν θα σε ξεχάσει και σίγουρα θα σου στείλει κάποιο γράμμα». Το κοριτσάκι τον κοίταξε με ελπίδα, σταμάτησε να κλαίει και έτρεξε προς τις κούνιες.

Την άλλη μέρα και την ίδια ώρα,  πέρασαν πάλι από το πάρκο. Τους είδε η μικρή και ο Κάφκα έβγαλε από την τσέπη του και της κούνησε ένα γράμμα. Έτρεξε κοντά τους με αγωνία και άρχισε να της διαβάζει τα νέα από την κούκλα της. Της ζητούσε συγγνώμη για τη λύπη που της προκάλεσε και τη διαβεβαίωνε πως τη σκέφτεται και την αγαπάει και ότι ο μόνος λόγος που την έκανε να φύγει, ήτανε η επιθυμία της να γνωρίσει και κάποιον άλλο τόπο. Της υποσχόταν επίσης ότι θα της γράφει κάθε μέρα.
    
Ξεκίνησε έτσι σε καθημερινή βάση η ανάγνωση μιας νέας επιστολής, που με πάθος προετοίμαζε ο Κάφκα από το ξενοδοχείο. Με εκπληκτικές περιγραφές του τόπου που βρισκόταν η κούκλα, των ανθρώπων των ζώων και των πουλιών και με διάφορα περιστατικά που της συνέβαιναν.
Η μικρή ήταν τρισευτυχισμένη όπως απολάμβανε τις περιγραφές και κάθε μέρα περίμενε το καινούργιο γράμμα της κούκλας με αγωνία.

Κάποια στιγμή όμως, ο Κάφκα αντιλήφθηκε ότι τελείωναν οι μέρες των διακοπών και θα έπρεπε να φύγει. Τότε έβαλε στην επιστολή μια μεγάλη είδηση από την κούκλα: Είχε γνωρίσει ένα πολύ ωραίο αγόρι με πανέμορφα μάτια και αποφάσισαν να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια.
Η μικρή άκουσε τα νέα σιωπηλή και πολύ σκεφτική έφυγε προς τις κούνιες.

Την άλλη μέρα το κορίτσι δεν κατέβηκε καθόλου από την κούνια. Δεν είχε καμία διάθεση πια να ακούσει την καινούργια επιστολή. Είχε συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η κούκλα της μεγάλωσε, θα έφτιαχνε τη δική της ζωή χωρίς να έχει ανάγκη τη φροντίδα της κι εκείνη μπορούσε να είναι χαρούμενη γι’ αυτό.
Ο παθιασμένος συντάκτης των επιστολών, ήτανε τώρα ελεύθερος να γυρίσει στη δική του πατρίδα.

Από το: paramythimythiko


Franz Kafka (1883-1924)
   Η ιστορία έγινε γνωστή από την αρραβωνιαστικιά του, μετά τον θάνατο του συγγραφέα.








Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

"Αποστάσεις"











                                                                          ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ




Να ‘ναι δυο βήματα;
πέντε; παραπάνω;

Ξεχασμένη βάρκα
με σκαμμένο το μισό της σκαρί
από την αρμύρα, τον ήλιο
το κύμα και τον άνεμο

τι άλλο ζητάς;
πλησίασε!


Να ‘ναι δυο βήματα;
πέντε; παραπάνω;

Στοργική σκιά
στο καυτό μεσημέρι
της ανεμελιάς

Καλοκαίρι

και ένα χάδι αβρό
στο τραχύ σανίδι.