Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

"Υπέρ πλεόντων..."








Κώστας Τσιρόπουλος


Θάμπος και σιωπή. Και δάκρυα μπροστά στο θαύμα που δεν κουράζεται, που δεν ατονεί, που δεν αλλοιώνεται με την επανάληψη. Η επανάληψη εκμηδενίζει το σκίρτημα του ανθρώπου που δεν έχει μάθει ν’ απορεί και να μεθά μέσα στον κόσμο του Θεού. Όταν χάσεις αυτή την εσωτερική παρθενικότητα και το επαναλαμβανόμενο μυστήριο δεν σ’ ερεθίζει, η λέπρα της ανίας σκεπάζει την ψυχή σου.


"Υπέρ πλεόντων, οδοιπορούντων,  νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων και της σωτηρίας αυτών, του Κυρίου δεηθώμεν."

. . . .
Ποιος σήμερα συλλογίζεται, ποιος αγκυλώνεται από την έγνοια τους; Έχουμε τόσο διαστραφεί, που ο πόνος, η απώλεια, η καταστροφή των άλλων, περνούν από πάνω μας και μένουμε εσωτερικά αδιάβροχοι. Πεθαίνουν από πείνα, πνίγονται, χάνονται σε πολέμους, υποφέρουν και εκτός από κάποιες μανάδες που λειώνει το πρόσωπο τους, που θαμπώνει το βλέμμα τους στυλωμένο στον δρόμο, οι άλλοι βιάζονται να λησμονήσουν. Άλλοι στέκονται επί ξυρού ακμής (στην κόψη του ξυραφιού) κι οι υπόλοιποι δεν διστάζουν να διασκεδάσουν, να ακολαστήσουν, ν’ ασχημονήσουν. Η ενότητα του κόσμου έχει θρυμματιστεί, για τούτο και τα δεινά έρχονται, το ένα πίσω από το άλλο καλπάζοντας και σκεπάζουν τις καρδιές μας.

Παρά την συντόμευση των αποστάσεων, είμαστε ο ένας πολύ μακριά από τον άλλο, απομονωμένοι στην εγωιστική απόλαυση της ζωής. Λαοί διχασμένοι, κόσμος διχασμένος, όπου ο καθένας κινείται σε ξεχωριστό ρυθμό, απορρίπτοντας τον ζυγό της αγάπης. Τι νόημα έχει για μας, αν πνίγονται χίλιοι άνθρωποι στον Ειρηνικό, αν πεθαίνουν χιλιάδες από πείνα στην Ινδία; Δεν βλέπουμε παρά την ηδονή μιας ευχάριστης βραδιάς, δεν έχουμε παρά την έγνοια να περάσουμε ένα πετυχημένο Σαββατοκύριακο. Και άνθρωποι, άνθρωποι που φέρνουν μέσα τους τα σημάδια της αδελφοσύνης μ’ εμάς, χάνονται.

Θεέ μου, πόσο μικρή και σκληρή βρίσκουμε την καρδιά μας! Πόσο ανεπαρκείς αισθανόμαστε να συμπάσχουμε με τους άλλους ανθρώπους! Πόσο μηδαμινή είναι η αντίδραση μας και η ευαισθησία μας μπροστά στην οδύνη των άλλων, που θα ‘ναι οι αιώνιοι συγκάτοικοι μας στον κόσμο Σου, στην άλλη ζωή!    


*  Κώστα Ε. Τσιρόπουλου «Μυστικός Δείπνος», Αστήρ 1965.









Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

"Να θυμάσαι.."







Επίκτητος


Να θυμάσαι..


Να θυμάσαι ότι στη ζωή σου, πρέπει να συμπεριφέρεσαι όπως σε συμπόσιο. Κάτι που προσφέρεται, έφτασε και σε σένα; Άπλωσε το χέρι σου και κοσμίως λάβε ένα μέρος. Προσπερνά; Μην επιδιώκεις να το προλάβεις. Δεν ήρθε ακόμη; Μην επιτείνεις περισσότερο την επιθυμία σου, αλλά περίμενε μέχρι να φτάσει σε σένα. Έτσι να φέρεσαι προς τα τέκνα, έτσι προς τη γυναίκα, έτσι προς τ’ αξιώματα, έτσι προς τον πλούτο και κάποτε θα γίνεις άξιος συνδαιτυμόνας των θεών. Αν όμως δεν λάβεις από τα παραπάνω, ακόμη και όταν σου παρατεθούν, αλλά τα παραβλέψεις, τότε δεν θα είσαι μόνον συνδαιτυμόνας των θεών, αλλά και συνάρχοντας. Έτσι κάνοντας ο Διογένης και ο Ηράκλειτος και οι όμοιοι τους, επάξια ήταν και λέγονταν θεϊκοί.


Να θυμάσαι ότι στη ζωή σου, είσαι ηθοποιός σε δράμα, στον ρόλο εκείνο που θέλησε να σε τοποθετήσει ο σκηνοθέτης. Θέλησε για σένα μικρό ρόλο, ας είναι μικρός. Θέλησε μεγάλο, ας είναι μεγάλος. Αν σε θέλει για να υποκριθείς έναν φτωχό, τότε και αυτόν ευφυώς να τον υποκριθείς, καθώς και τον χωλό και τον άρχοντα και τον κοινό άνθρωπο, γιατί αυτό είναι το δικό σου έργο, το να υποκρίνεσαι καλά το πρόσωπο που σου έχει δοθεί, ενώ άλλου έργο είναι, το να επιλέξει το πρόσωπο του κάθε ρόλου.


Να θυμάσαι στη ζωή σου, πως κάθε πράγμα έχει δύο λαβές: μια υποφερτή και μία ανυπόφορη.
Εάν σε αδικεί ο αδελφός σου, μην πιαστείς από αυτή τη λαβή, δηλαδή από το ότι σε αδικεί, γιατί αυτή η λαβή είναι ανυπόφορη, αλλά πιάσου από την άλλη, δηλαδή από το ότι είναι αδελφός σου, από το ότι είναι σύντροφός σου και τότε θα έχεις πιαστεί από την υποφερτή, την καλή λαβή.


*  από το «Εγχειρίδιον»









Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

"Ο Αλιόσα το Τσουκάλι"





 

 

Ο ΑΛΙΟΣΑ ΤΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ

Λέων Τολστόι


Ο ΑΛΙΟΣΑ ήταν ο μικρότερος αδερφός. Τον φώναζαν Τσουκάλι, γιατί η μάνα του τον έστειλε κάποτε να πάει ένα τσουκάλι γάλα στη γυναίκα του διάκου κι αυτός σκόνταψε κι έσπασε το τσουκάλι. Η μάνα του τον έδειρε και τα παιδιά άρχισαν να τον πειράζουν «Τσουκάλι». Του 'μεινε από τότε το παρατσούκλι «ο Αλιόσα το Τσουκάλι».

Ο Αλιόσα ήταν αχαμνός, ξερακιανός, αυτιάς, τ' αυτιά του πετούσαν σαν φτερούγες κι η μύτη του ήταν μεγάλη. Τα παιδιά τον κορόιδευαν: «Του Αλιόσα η μύτη ξεχωρίζει σαν την καλαμιά στον κάμπο». Το χωριό είχε σχολείο, όμως ο Αλιόσα δεν έπαιρνε τα γράμματα και δεν είχε και χρόνο για μαθήματα. Ο μεγάλος του αδερφός έμενε και δούλευε σ' έναν έμπορο στην πόλη κι ο Αλιόσα από πολύ μικρός άρχισε να βοηθά τον πατέρα του. Ήταν έξι χρονών και με την αδερφούλα του έβγαζε στη βοσκή τα πρόβατα και την αγελάδα κι ήταν ακόμη αγοράκι, όταν άρχισε να φυλάγει τ' άλογα μέρα και νύχτα. Από δώδεκα χρονών, όργωνε και κουβαλούσε πράγματα με το κάρο. Δεν ήταν δυνατός, ήταν όμως επιδέξιος. Πάντα ήταν εύθυμος. Τα παιδιά γελούσαν μαζί του κι αυτός πότε γελούσε, πότε σώπαινε. Όταν ο πατέρας του τον μάλωνε, αυτός σώπαινε κι άκουγε. Κι όταν τελείωνε το μάλωμα, χαμογελούσε και ξανάπιανε τη δουλειά που 'χε μόλις αφήσει.

"Ευχαριστώ!.."







Ευχαριστώ!



Είδα στον ύπνο μου πως βρέθηκα στον Παράδεισο κι ένας άγγελος ανέλαβε να με ξεναγήσει.
Περπατούσαμε δίπλα-δίπλα σε μια τεράστια αίθουσα γεμάτη με αγγέλους.

Ο άγγελος οδηγός μου, σταμάτησε μπροστά στον πρώτο σταθμό εργασίας και είπε:
«Αυτό είναι το Τμήμα παραλαβής. Εδώ παραλαμβάνουμε όλες τις αιτήσεις που φτάνουν στον Θεό με τη μορφή προσευχής».

Κοίταξα γύρω-γύρω στο χώρο. Έσφυζε από κίνηση, με πλήθος αγγέλους να βγάζουν και να ταξινομούν αιτήσεις γραμμένες σε ογκώδεις στοίβες από χαρτιά και σημειώματα, από ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.

Μετά, προχωρήσαμε σε ένα μακρύ διάδρομο, μέχρι που φτάσαμε στον δεύτερο σταθμό. Ο άγγελος, μου είπε:
«Αυτό είναι το Τμήμα Συσκευασίας και Παράδοσης. Εδώ οι χάρες και οι ευχές που έχουν ζητηθεί, προωθούνται και παραδίνονται σ’ αυτούς που τις ζήτησαν».

Πρόσεξα και πάλι πόση κίνηση είχε κι εδώ. Αμέτρητοι άγγελοι πηγαινοέρχονταν δουλεύοντας σκληρά, αφού τόσες πολλές επιθυμίες είχαν ζητηθεί και συσκευάζονταν για να παραδοθούν στη γη.

Τέλος, στην άκρη ενός διαδρόμου, σταματήσαμε στην πόρτα ενός πολύ μικρού σταθμού. Προς μεγάλη μου έκπληξη, μόνο ένας άγγελος καθόταν εκεί, χωρίς ουσιαστικά να κάνει τίποτα.

«Αυτό είναι το Τμήμα των Ευχαριστιών», μου είπε σιγανά ο φίλος άγγελος μου.
Έδειχνε λίγο ντροπιασμένος.

«Πως γίνεται αυτό; Δεν υπάρχει δουλειά εδώ;» ρώτησα.

«Είναι λυπηρό», αναστέναξε ο άγγελος. «Αφού παραλάβουν τις χάρες τους οι άνθρωποι, πολύ λίγοι στέλνουν ευχαριστήρια».

«Πώς μπορεί κάποιος να ευχαριστήσει τον Θεό για τις ευλογίες που παρέλαβε;» ρώτησα πάλι.

«Πολύ απλά», απάντησε. «Χρειάζεται μόνο να πεις, ‘Ευχαριστώ Θεέ μου!’»

«Και γιατί πράγμα ακριβώς, να ευχαριστήσω;»

«Μα, για το πόσο ευλογημένος είσαι! Σκέψου...
»Αν έχεις τρόφιμα στο ψυγείο σου, ρούχα στην πλάτη σου, μια στέγη πάνω από το κεφάλι σου και μια γωνιά για να κοιμηθείς, είσαι πλουσιότερος από το 75% αυτού του κόσμου.

»Αν έχεις κάποια χρήματα στην άκρη ή στο πορτοφόλι σου και λίγα κέρματα σ’ ένα πιατάκι, είσαι ανάμεσα στο 8% των ανθρώπων που ευημερούν.

»Αν ξύπνησες σήμερα το πρωί και αισθάνεσαι περισσότερο υγιής από όσο άρρωστος, είσαι πιο ευλογημένος από χιλιάδες άλλους που δεν θα επιζήσουν καν ως την αυριανή ημέρα.

»Αν ποτέ δεν βίωσες την εμπειρία  του φόβου, του πολέμου, της μοναξιάς, της φυλακής, της αγωνίας, του βασανισμού και της πείνας, είσαι μπροστά από 700 εκατομμύρια ανθρώπους αυτής της γης.

»Αν έχεις τη δυνατότητα να προσευχηθείς σε έναν Ναό, χωρίς τον φόβο της επίθεσης, της σύλληψης ή της εκτέλεσης, σε ζηλεύουν σίγουρα περίπου 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο.

»Αν οι γονείς σου είναι ζωντανοί και είναι ακόμα παντρεμένοι μεταξύ τους, είσαι σπάνιος.

»Αν μπορείς να κοιτάζεις τους άλλους στα μάτια και να χαμογελάς, δεν είσαι ο κανόνας, αλλά η εξαίρεση για όλους όσους ζουν μέσα στην αμφιβολία και την απόγνωση.

»Και αν διαβάζεις τώρα αυτό το μήνυμα, έχεις μια διπλή ευλογία, πρώτα γιατί σε σκέφτηκε κάποιος που σ’ αγαπάει και ύστερα, γιατί είσαι πιο τυχερός από 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους, που δεν ξέρουν να διαβάζουν.

»Αλλά κι αν ακόμα δεν είχες όλα αυτά τα προνόμια στη ζωή σου, όμως μέσα στη μοναξιά, τη φτώχεια, την αρρώστια, τον κατατρεγμό και τη δυστυχία, διατηρούσες τη σπίθα να επικαλεσθείς τον Θεό και πάλι ευλογημένος θα ήσουν και ίσως περισσότερο από τους άλλους...

«Κατάλαβα. Και τώρα τι κάνω; Πώς μπορώ να αρχίσω;»

«Να πεις, μέσα από την καρδιά σου: Ευχαριστώ Κύριε, δόξα σοι ο Θεός!» μου χαμογέλασε ο άγγελος μου, «.. να αναλογιστείς τις ευλογίες σου και να περάσεις αυτό το μήνυμα και σε άλλους ανθρώπους, για να τους θυμίσεις πόσο ευλογημένοι είναι κι εκείνοι!»
 

*  Από φιλικό e-mail.








Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

"Φ΄΄φωτο: 3x3"





Spain

 Boston

Cairo


India

Syria

Kenya


Berlin

London

China







Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

"Ο Άγιος Παντελεήμων"











Ο Άγιος Παντελεήμων


Ο Άγιος μεγαλομάρτυρας Παντελεήμων, γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας, στα τέλη του τρίτου αιώνα μετά Χριστόν. Την εποχή εκείνη, αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο φοβερός διώκτης των Χριστιανών, Μαξιμιανός.

Ο πατέρας του λεγόταν Ευστόργιος και ήταν ειδωλολάτρης αξιωματούχος, μέλος της συγκλήτου. Η μητέρα του λεγόταν Ευβούλη και ήταν θερμή Χριστιανή. Το όνομα που έδωσαν στο παιδί τους ήταν Παντολέων.
Ο Παντολέων ήταν πολύ έξυπνος, ευγενικός, επιμελής και πράος. Όταν μεγάλωσε, διδάχθηκε την ιατρική από τον φημισμένο γιατρό Ευφρόσυνο, ενώ παράλληλα μυήθηκε στην πίστη του Χριστού από τον άγιο γέροντα ιερέα της Νικομήδειας Ερμόλαο.

Μια μέρα, ενώ περπατούσε στο δρόμο, συνάντησε ένα παιδί που το δάγκωσε μια οχιά και πέθανε. Σκέφθηκε τότε: Θα προσευχηθώ στον Χριστό να αναστήσει αυτό το παιδί και αν πράγματι το παιδί αναστηθεί, εγώ πια δεν υπάρχει λόγος να καθυστερώ τη βάπτισή μου, θα γίνω Χριστιανός, θα πιστέψω ότι ο Χριστός είναι ο Θεός ο αληθινός, ο Σωτήρας του κόσμου. Πραγματικά, προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο και αμέσως το παιδί ζωντάνεψε.
Γεμάτος χαρά ο Παντολέων τρέχει στο γέροντα Ερμόλαο, του διηγείται το θαύμα και του ζητά να τον βαπτίσει. Και ο Ερμόλαος, γεμάτος συγκίνηση οδήγησε στο φωτισμό του θείου βαπτίσματος τον Παντολέοντα.

Από τότε ο Παντολέων έγινε ανάργυρος ιατρός. Με τη δύναμη του Χριστού θεράπευε τους ασθενείς χωρίς να παίρνει καθόλου χρήματα και βοηθούσε τους φτωχούς ποικιλότροπα. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά θαύματα του Αγίου, ήταν και η θεραπεία ενός τυφλού.
Ο θαυμασμός των κατοίκων της Νικομήδειας, προκάλεσε το μίσος και τον φθόνο των άλλων ιατρών της πόλης, που κατάγγειλαν τον Παντολέοντα στον Αυτοκράτορα Μαξιμιανό.

Ο Άγιος ομολόγησε με θάρρος ότι είναι Χριστιανός. Ο αυτοκράτορας στην αρχή προσπάθησε να τον πείσει με διάφορες κολακείες και υποσχέσεις να αρνηθεί τον Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Παντολέων όμως έμεινε πιστός και ακλόνητος. Ο αυτοκράτορας εξαγριωμένος, για να κλονίσει τον Άγιο και να τον εξαναγκάσει να θυσιάσει στα είδωλα, διέταξε φοβερά βασανιστήρια, που δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα

Έκπληκτος, αλλά και εξαγριωμένος ο ηγεμόνας, διατάσσει τον αποκεφαλισμό του Αγίου. Θαυματουργικά το ξίφος λυγίζει και αντί αίμα, τρέχει γάλα. Λίγο πριν από τον τελικό μαρτυρικό αποκεφαλισμό του Αγίου, ακούσθηκε η φωνή του Θεού από τον ουρανό, που τον ονόμασε Παντελεήμονα.

Το Τίμιο Σώμα του, ετάφη με τιμές από τους Χριστιανούς. Η εκκλησία μας, τιμά τη μνήμη του την 27η Ιουλίου.









Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

"Στα εβραίικα..."






Στα εβραίικα...


Παλαιότερα, στην Κόνιτσα δεν υπήρχε Τράπεζα. Αναγκάζονταν οι άνθρωποι να πάνε στα Γιάννενα, όταν ήθελαν να πάρουν κανένα δάνειο. Ξεκινούσαν λοιπόν μερικοί από τα γύρω χωριά και πήγαιναν εβδομήντα δύο χιλιόμετρα με τα πόδια, να πάρουν δάνειο, για να αγοράσουν λ.χ. ένα άλογο. Τότε, αν κανείς είχε ένα άλογο, μπορούσε να συντηρήσει την οικογένειά του. Έκανε ζευγάρι με το άλογο κάποιου άλλου και όργωνε.

Μια φορά, ξεκίνησε ένας να πάει στα Γιάννενα να πάρει δάνειο, για να αγοράσει ένα άλογο, να οργώνει τα χωράφια του και να μην παιδεύεται να σκάβει με την τσάπα. Πήγε λοιπόν στην Τράπεζα, πήρε το δάνειο και μετά πέρασε και από τα εβραίικα μαγαζιά και χάζευε. Τον έβλεπε ο ένας Εβραίος, τον τραβούσε μέσα. «πέρνα μέσα μπάρμπα, έχω καλό πράμα!».

Έμπαινε εκείνος μέσα, άρχιζε ο Εβραίος να κατεβάζει τα τόπια από τα ράφια. Τα έπαιρνε, τα τίναζε. «Παρ' το, του έλεγε, είναι καλό και για τα παιδιά σου θα σου το δώσω φθηνό». Έφευγε από τον έναν, προχωρούσε παραπέρα, χάζευε σε άλλον. «Έλα μπάρμπα, μέσα, του έλεγε ο Εβραίος, θα σου δώσω το πιο φθηνό». Κατέβαζε τα τόπια, τα άνοιγε, τα άπλωνε.

Ζαλίστηκε στο τέλος ο καημένος. Είχε και λίγο φιλότιμο, σου λέει «τώρα τα κατέβασε τα τόπια, τα άπλωσε …» και δήθεν «για τα παιδιά του πιο φθηνό», έδωσε τα χρήματα που είχε πάρει από την Τράπεζα και αγόρασε ένα τόπι πανί, αλλά και αυτό ήταν χωνεμένο! Μα και ένα τόπι πανί, τι να το κάνει;

Και ένας πλούσιος δεν έπαιρνε ένα τόπι πανί,. έπαιρνε όσο του χρειαζόταν. Τελικά γύρισε στο σπίτι με ένα τόπι σάπιο ύφασμα! «Που είναι το άλογο;» τον ρωτάν. «Έφερα ύφασμα για τα παιδιά!», λέει. Αλλά τι να το κάνουν τόσο ύφασμα; Χρεώθηκε εν τω μεταξύ στην Τράπεζα και άλογο δεν πήρε, παρά ένα τόπι πανί χωνεμένο. Άντε πάλι να πηγαίνει να σκάβει με την τσάπα στα χωράφια, να δυσκολεύεται, για να ξεχρεώσει το δάνειο!

Αν αγόραζε άλογο, θα επέστρεφε και καβάλα, θα ψώνιζε και λίγα πράγματα για το σπίτι του και δεν θα σκοτωνόταν να σκάβει με την τσάπα! Αλλά για να χαζεύει στα μαγαζιά τα εβραίικα, είδατε τι έπαθε;

Έτσι κάνει και ο διάβολος, σαν τον πονηρό έμπορο σε τραβάει από 'δω, σε τραβάει από 'κει, σου βάζει τρικλοποδιές και τελικά σε καταφέρνει να πας εκεί που θέλει εκείνος. Για αλλού ξεκινάς και αλλού καταλήγεις, αν δεν προσέξεις. Σε ξεγελάει και χάνεις τα καλύτερα χρόνια σου.


Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης







Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

"Ένα βράδυ..."









Ένα βράδυ, ένας γέρος Ινδιάνος της φυλής Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του
για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων.
Είπε: "Γιέ μου, η μάχη γίνεται μεταξύ δυο 'λύκων' που υπάρχουν μέσα σε όλους μας...

Ο ένας είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονεία,
η αυτολύπηση,... η ενοχή, η προσβολή, η κατωτερότητα, τα ψέματα, η ματαιοδοξία,
η υπεροψία,... και το εγώ.

Ο άλλος είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη,
η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία
και η πίστη στο Θεό!"

Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του:
"Ποιος λύκος νικάει;"

Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι, απάντησε απλά : "Αυτός που ταΐζεις περισσότερο."


*  από e-mail: Takis








Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

"Δυο άγγελοι"







Δυο άγγελοι


Δυο άγγελοι που ταξίδευαν, σταμάτησαν να περάσουν τη νύχτα τους στο σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας. Οι ιδιοκτήτες όμως δεν ήταν καθόλου ευγενείς και αρνήθηκαν στους αγγέλους να μείνουν στο δωμάτιο των ξένων της βίλας.
Αντιθέτως τους έδωσαν ένα μικρό μέρος, σε ένα κρύο υπόγειο. Καθώς εκείνοι έφτιαχναν τα στρώματα τους στο σκληρό πάτωμα, ο μεγαλύτερος άγγελος είδε μια τρύπα στον τοίχο και αμέσως την επισκεύασε. Όταν ο μικρότερος άγγελος τον ρώτησε γιατί, ο μεγαλύτερος απάντησε: "Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται".

Την επόμενη νύχτα, οι δύο άγγελοι ήρθαν να ξεκουραστούν σε ένα πολύ φτωχικό σπίτι, αλλά ο αγρότης και η γυναίκα του ήταν πολύ φιλόξενοι. Αφού μοιράστηκαν μαζί τους τη λίγη τροφή που είχαν, τους παραχώρησαν το κρεβάτι τους για να κοιμηθούν, ώστε οι δύο άγγελοι να έχουν μια ξεκούραστη νύχτα. Όταν βγήκε ο ήλιος το επόμενο πρωί, οι άγγελοι βρήκαν τον αγρότη και τη γυναίκα του να κλαίνε. Η μοναδική τους αγελάδα της οποίας το γάλα ήταν το μόνο τους εισόδημα, ήταν νεκρή στο λιβάδι.
Ο μικρότερος άγγελος αναστατωμένος, ρώτησε τον μεγαλύτερο, πώς ήταν δυνατόν και άφησε να γίνει κάτι τέτοιο.
"Ο πρώτος άντρας είχε τα πάντα και παρόλα αυτά τον βοήθησες", τον κατηγόρησε. "Η δεύτερη οικογένεια είχε ελάχιστα και όμως ήταν πρόθυμη να τα μοιραστεί μαζί μας κι εσύ άφησες την αγελάδα να πεθάνει... "

"Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται", απάντησε πάλι ο μεγαλύτερος άγγελος.
"Όταν μείναμε στο υπόγειο της βίλας, πρόσεξα πως σε εκείνη την τρύπα στον τοίχο ήταν χρυσός αποθηκευμένος. Μια και ο ιδιοκτήτης ήταν τόσο άπληστος και δεν είχε τη διάθεση να μοιραστεί την καλή του τύχη, σφράγισα τον τοίχο, ώστε να μην βρει το χρυσάφι. Εχθές τη νύχτα πάλι, καθώς κοιμόμασταν στο κρεβάτι του αγρότη, ήρθε ο άγγελος του Θανάτου για πάρει τη ζωή της γυναίκα του κι εγώ τον παρακάλεσα να πάρει στη θέση της τη ζωή της αγελάδας."

Μερικές φορές αυτό ακριβώς συμβαίνει, όταν τα γεγονότα δεν έχουν το αποτέλεσμα που εμείς θέλουμε. Αν έχεις πίστη όμως, θα πρέπει να μάθεις να εμπιστεύεσαι σε κάθε περίπτωση και να είσαι σίγουρος ότι το αποτέλεσμα, θα είναι πάντα προς όφελός σου. Μπορεί να μην το μάθεις ποτέ ή μονάχα πολύ αργότερα, αλλά αυτό φυσικά δεν έχει καμιά σημασία...


 
Από το: agioritikovima.gr







Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

"Η Υπερηφάνεια..."














υπερηφάνεια...
Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

περηφάνεια το νο εναι σατανικ περηφάνεια, ποία ρνεται τὸν Θε κα βλασφημε τ γιο Πνεμα, γι’ ατ κα πολ δύσκολα θεραπεύεται. Εναι να βαθ σκοτάδι, τ ποο μποδίζει τ μάτια τς ψυχς ν δον τ φς πο πάρχει μέσα της κα πο δηγε στὸν Θεό, στν ταπείνωση, στν πιθυμία το γαθο.

ντίθετα, περηφάνεια τς καρδις δν εναι γέννημα τς σατανικς περηφάνειας, λλ δημιουργεται π διάφορες καταστάσεις κα γεγονότα: πλοτο, δόξα, τιμές, πνευματικ σωματικ χαρίσματα (εφυΐα, μορφιά, δύναμη, δεξιοτεχνία κλπ). λα ατ σηκώνουν ψηλ τ μυαλ τν νόητων νθρώπων, πο γίνονται τσι ματαιόφρονες, χωρς μως ν εναι κα θεοι... Ατο πολλς φορς λεονται π τ Θεό, παιδαγωγονται κα σωφρονίζονται. καρδιά τους συντρίβεται, παύει ν πιζητε δόξες κα ματαιότητες κι τσι θεραπεύονται.

πνευματική σας ργασία ν εναι ξέταση τς καρδις σας. Μήπως φωλιάζει σ’ ατ σν φαρμακερ φίδι περηφάνεια, τ πάθος πο γεννάει πολλ κακά, πο πονεκρώνει κάθε ρετή, πο δηλητηριάζει τ πάντα; Σ’ ατ τν ωσφορικ κακία πρέπει ν στραφε λη σας φροντίδα. Μέρα κα νύχτα, ν σς γίνει ργο διάλειπτο ρευνά της.

Θ
εναι λήθεια νομίζω ν πῶ, τι λη πνευματική μας φροντίδα συνίσταται στν ναζήτηση κα ξόντωση τς περηφάνειας κα τν παιδιν της. ν παλλαγομε π’ ατ κα θρονιάσουμε στν καρδιά μας τν ταπεινοφροσύνη, τότε χουμε τ πν. Γιατί που βρίσκεται ληθιν κατ Χριστν ταπείνωση, κε βρίσκονται μαζεμένες κα λες ο λλες ρετές, πο μς ψώνουν ς τὸν Θεό.



 
 

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

"Φ΄΄φωτο: 2+2"

         
                                                     Garden Festival, Singapore


South Sudan




                                                  



Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

"Ο προφήτης Ηλίας"



Προφήτης Ηλίας, ο Θεσβίτης.


Ο προφήτης Ηλίας έζησε τον 9 π.Χ. αιώνα και ήταν γιος του Σωβάκ. Καταγόταν από τη Θέσβη (γι’ αυτό και ονομάστηκε Θεσβίτης) της περιοχής Γαλαάδ και ανήκε στη φυλή του Ααρών. Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είδε μία θεία οπτασία: Δύο άνδρες λευκοφορεμένοι τον ονόμαζαν Ηλία (Ηλί= Θεός), τον σπαργάνωναν με φωτιά και του έδιναν να φάει φλόγα. Τότε ο πατέρας του πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού περιέγραψε την οπτασία στους ιερείς, εκείνοι του είπαν ερμηνεύοντας την, ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και θα κρίνει το Ισραήλ με δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.

Ο Προφήτης, άσκησε το προφητικό του χάρισμα επί 25 έτη. Προείπε την έλευση του Χριστού στη γη, 816 χρόνια πριν. Ήταν τόσο μεγάλη η πίστη του, που κατέβασε τρεις φορές φωτιά από τον ουρανό κάνοντας τους Ισραηλίτες με μια φωνή να πουν: «αληθώς Κύριος ο Θεός, αυτός ο Θεός» (Βασιλειών Γ’ ιη’ 39), δηλαδή «Αληθινά! Ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, αυτός είναι ο μόνος πραγματικός και αληθινός Θεός». Επίσης, σταμάτησε τη βροχή και ανάστησε νεκρούς, όπως τον νεκρό γιο της Σεραφθίας χήρας.

Στο όρος Χωρήβ (το Σινά), συνάντησε τον Θεό, διέσχισε τον Ιορδάνη χωρίζοντας τα νερά του στα δυο με τη μηλωτή του (ένδυμα από δέρμα προβάτου) και τέλος, ενώ συνομιλούσε με τον μαθητή του και μετέπειτα προφήτη Ελισαίο, αρπάχτηκε ξαφνικά από πύρινο άρμα και αναλήφθηκε «ως εις ουρανόν», όπου τον μετέθεσε ζωντανό ο Θεός, όπως και τον Ενώχ.

Μαζί με τον Μωϋσή, παρέστησαν στη Μεταμόρφωση του Χριστού.

Η μνήμη της πυρφόρου αναβάσεως στους ουρανούς του Προφήτη Ηλία του Θεσβίτη, εορτάζεται στις 20 Ιουλίου και οι εκκλησίες που τον τιμούν και φέρουν το όνομα του, χτίζονται πάντοτε στο υψηλότερο σημείο της περιοχής.










Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

"Ατυχία και δυστυχία"








Επίκτητος


Να θυμάσαι, πως υπάρχουν πράγματα που θέλεις να επιτύχεις και άλλα που θέλεις να αποφύγεις. Εκείνος που δεν πετυχαίνει αυτά που επιδιώκει, είναι άτυχος. Εκείνος πάλι που του συμβαίνουν όσα θα ήθελε να αποφύγει, είναι δυστυχής.

Αν θέλεις να αποφύγεις πράγματα, που εξαρτάται από σένα το να τα αποφύγεις, τότε δεν θα σου συμβεί κάτι απ’ αυτά. Αν όμως θέλεις να αποφύγεις και όσα δεν εξαρτώνται από σένα, όπως αρρώστια, θάνατο ή φτώχεια, τότε κάποια στιγμή θα δυστυχήσεις.

Επομένως, να αποδέχεσαι ό,τι είναι φυσικό να συμβεί στη ζωή και δεν εξαρτάται από τη δική σου θέληση και να αποστρέφεσαι μόνο εκείνα που εξαρτώνται από σένα, ώστε να μη νιώσεις ποτέ δυστυχία..

Πάψε δηλαδή να αποστρέφεσαι, όσα δεν εξαρτώνται από μας και να αποστρέφεσαι μόνο μη φυσικά πράγματα, αυτά που έχουμε τη δυνατότητα να τα αποφύγουμε.

Όσο για εκείνα που επιθυμείς στη ζωή σου, αν δεν εξαρτώνται από σένα, τότε είναι βέβαιο πως θα αποτύχεις να τα αποκτήσεις, ενώ αν επιθυμείς κάτι που εξαρτάται από σένα – και καλώς το επιθυμείς, να έχεις υπ’ όψη σου πως τίποτα δεν θα σου διατεθεί χωρίς προσπάθεια και κόπο.

Να προσέχεις λοιπόν τι επιλέγεις και τι απορρίπτεις, με ηπιότητα (χωρίς υπεροψία), με επιφύλαξη (με σύνεση) και με ηρεμία (χωρίς άγχος).



*  Η περικοπή αυτή (β’), από το Εγχειρίδιο του Επίκτητου (50-138 μ. Χ.), του μεγάλου
    στωικού φιλοσόφου, είναι η ίδια που υπάρχει στην πλαϊνή στήλη του μπλογκ.










Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

"Τα τρία ερωτήματα"









Λέων Τολστόϊ: "Τα τρία ερωτήματα"

 

Μία φορὰ καὶ ἕναν καιρό, ἕνας βασιλιὰς σκέφτηκε ὅτι ἂν ἤξερε πάντοτε τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ να ἀρχίζει κάτι, ἂν ἤξερε ποιοὶ εἶναι οἱ κατάλληλοι ἄνθρωποι γιὰ να ἀκούει καὶ ποιοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θάπρεπε να τους ἀποφεύγει καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα ἂν ἤξερε πάντοτε ποιὸ εἶναι τὸ σημαντικότερο πράγμα νὰ κάνει, δὲ θὰ ἀποτύχαινε ποτέ σὲ ὅ,τι ἐπιχειροῦσε.
Καὶ ὅταν τοῦ ἦρθε αὐτὴ ἡ σκέψη, φρόντισε νὰ διακηρυχθεῖ σὲ ὁλόκληρο τὸ βασίλειό του, ὅτι θὰ ἔδινε σπουδαία ἀμοιβὴ σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τοῦ μάθαινε ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, ποιοὶ εἶναι οἱ πιὸ ἀναγκαῖοι ἄνθρωποι καὶ πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ξέρει ποιὸ εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα νὰ κάνει.

Καὶ ἦλθαν σοφοὶ ἄνθρωποι στὸ βασιλιά, ἀλλὰ ὅλοι τους ἔδωσαν διαφορετικὲς ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήματα.

Σε ἀπάντηση τοῦ πρώτου ἐρωτήματος, μερικοὶ εἶπαν ὅτι γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, πρέπει νὰ φτιάξει προκαταβολικὰ ἕνα πρόγραμμα ἡμερῶν, μηνῶν καὶ ἐτῶν καὶ νὰ τὸ ἀκολουθήσει πιστά. Μόνον ἔτσι, εἶπαν αὐτοί, θὰ μποροῦσε νὰ γίνει τὸ κάθε τί στὴν κατάλληλη στιγμή. Ἄλλοι δήλωσαν, ὅτι θὰ ἦταν ἀδύνατο ν᾿ ἀποφασίσει κανεὶς ἐκ τῶν προτέρων τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, ἀλλὰ ἂν δὲν ἀφήσει τὸν ἑαυτό του νὰ ἀπορροφηθεῖ σὲ μάταιες ἐνασχολήσεις, θὰ μποροῦσε πάντοτε νὰ προσέχει τί συμβαίνει καὶ τότε νὰ κάνει ὅ,τι θὰ ἦταν ἀναγκαῖο. Ἄλλοι πάλι εἶπαν, πώς ὅσο κι ἂν πρόσεχε ὁ βασιλιὰς ὅ,τι συνέβαινε, θὰ ἦταν ἀδύνατο σὲ ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἀποφασίζει σωστὰ ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, γι᾿ αὐτὸ θἄπρεπε νὰ ἔχει ἕνα συμβούλιο ἀπὸ σοφοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσαν νὰ καθορίσει τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε τί.

Ἀλλὰ πάλι, ἄλλοι τοῦ εἶπαν ὅτι ὑπάρχουν ὁρισμένα πράγματα, ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν νὰ περιμένουν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ ἕνα συμβούλιο καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα πρέπει κανεὶς νὰ ἀποφασίσει ἀμέσως, ἂν θὰ τὰ ἐπιχειρίσει ἢ ὄχι. Γιὰ νὰ μπορεῖ ὅμως κανεὶς νὰ τὸ ἀποφασίσει αὐτό, πρέπει νὰ ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζει τί πρόκειται νὰ συμβεῖ. Μόνο μάγοι μποροῦν νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ καὶ γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, θα πρέπει νὰ συμβουλεύεται μάγους.

Ἐξ ἴσου ποικίλες ἦταν οἱ ἀπαντήσεις καὶ στὸ δεύτερο ἐρώτημα. Μερικοὶ εἶπαν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποὺ χρειάζεται περισσότερο ὁ βασιλιὰς εἶναι οἱ σύμβουλοί του, ἄλλοι οἱ ἱερεῖς, ἄλλοι οἱ γιατροί, ἐνῶ ἄλλοι εἶπαν ὅτι πιὸ ἀναγκαῖοι εἶναι οἱ πολεμιστές.
Στὸ τρίτο ἐρώτημα γιὰ τὸ ποιὰ εἶναι πιὸ σπουδαία ἐνασχόληση, μερικοὶ ἀπάντησαν ὅτι πιὸ σπουδαῖο πράγμα στὸ κόσμο εἶναι οἱ ἐπιστῆμες. Ἄλλοι εἶπαν ὅτι εἶναι ἡ πολεμικὴ ἐπιδεξιότητα καὶ ἄλλοι πάλι, ὅτι εἶναι ἡ θρησκευτικὴ λατρεία.
Ὅλες οἱ ἀπαντήσεις ἦταν διαφορετικὲς καὶ ὁ βασιλιὰς δὲ συμφώνησε σὲ καμιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ σὲ καμιὰ δὲν ἔδωσε σημασία. Ἀλλὰ θέλοντας ἀκόμη νὰ βρεῖ τὶς σωστὲς ἀπαντήσεις, ἀποφάσισε νὰ συμβουλευτεῖ ἕναν ἐρημίτη πολὺ γνωστὸ γιὰ τὴν σοφία του.

Ὁ ἐρημίτης ζοῦσε σ᾿ ἕνα δάσος ἀπό τὸ ὁποῖο δὲν ἀπομακρυνόταν ποτὲ καὶ δὲ δεχόταν παρὰ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι ὁ βασιλιὰς ντύθηκε ἁπλὰ ροῦχα καὶ πρὶν φτάσει στὸ κελὶ τοῦ ἐρημίτη, κατέβηκε ἀπό τό ἄλογό του, ἄφησε πίσω τὴ φρουρά του καὶ πῆγε μόνος του.
Ὅταν πλησίασε ὁ βασιλιάς, ὁ ἐρημίτης ἔσκαβε τὴ γῆ μπροστὰ στὴν καλύβα του. Ὅταν εἶδε τὸ βασιλιά, τὸν χαιρέτησε καὶ συνέχισε νὰ σκάβει. Ὁ ἐρημίτης ἦταν ἄνθρωπος ἀσθενικὸς καὶ ἀδύνατος καὶ κάθε φορὰ ποὺ σφήνωνε τὴν ἀξίνα του στὴν γῆ γιὰ νὰ σηκώσει λίγο χῶμα, ἀνάπνεε βαριά.
Ὁ βασιλιὰς τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἦρθα σὲ σένα σοφὲ ἐρημίτη γιὰ νὰ σὲ ρωτήσω τρία πράγματα: Πῶς θὰ μάθω νὰ κάνω τὸ κατάλληλο πράγμα στὴν κατάλληλη στιγμή, ποιοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ χρειάζομαι περισσότερο καὶ ἑπομένως ποιοὺς θὰ πρέπει νὰ προσέχω περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ποιὲς ὑποθέσεις εἶναι πιὸ σπουδαῖες καὶ χρειάζονται περισσότερο προσοχή»;

Ὁ ἐρημίτης ἄκουσε τὸ βασιλιά, ἀλλὰ δὲν ἔδωσε καμιὰ ἀπάντηση. Μόνο ἔφτυσε στὶς παλάμες του καὶ ξανάρχισε τὸ σκάψιμο.
«Εἶσαι κουρασμένος», εἶπε ὁ βασιλιάς, «ἄσε με νὰ πάρω τὴν ἀξίνα καὶ νὰ δουλέψω ἐγὼ λίγο γιὰ σένα».
«Εὐχαριστῶ», εἶπε ὁ ἐρημίτης καὶ δίνοντας τὴν ἀξίνα στὸ βασιλιὰ, κάθισε κάτω στὸ χῶμα.
Ὅταν ἔσκαψε ὁ βασιλιὰς δύο αὐλάκια, σταμάτησε καὶ ἐπανέλαβε τὰ ἐρωτήματά του. Ὁ ἐρημίτης καὶ πάλι δὲν ἀπάντησε, ἀλλὰ σηκώθηκε, ἅπλωσε τὸ χέρι του νὰ πάρει τὴν ἀξίνα καὶ εἶπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο καὶ ἄσε μένα νὰ δουλέψω λιγάκι».
Ὁ βασιλιὰς ὅμως δὲν τοῦ ἔδωσε τὴν ἀξίνα καὶ συνέχισε νὰ σκάβει. Πέρασε μία ὥρα καὶ ἄλλη μία. Ὁ ἥλιος ἄρχισε νὰ δύει πίσω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ ὁ βασιλιὰς στὸ τέλος σφήνωσε τὴν ἀξίνα στὸ χῶμα καὶ ἔιπε: «Ἦρθα σὲ σένα σοφὲ ἄνθρωπε, γιὰ μία ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματά μου. Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ μοῦ δώσεις καμιά, πές το μου νὰ γυρίσω στὸ σπίτι μου».
«Νά, κάποιος ἔρχεται τρέχοντας», εἶπε ὁ ἐρημίτης. «Ἂς δοῦμε ποιὸς εἶναι».

Ὁ βασιλιὰς γύρισε καὶ εἶδε ἕνα γενειοφόρο ἄνδρα νὰ ἔρχεται τρέχοντας ἀπὸ τὸ δάσος, σφίγγοντας μὲ τὰ χέρια του τὸ στομάχι του, ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο ἔτρεχε ποτάμι τὸ αἷμα. Ὅταν πλησίασε τὸν βασιλιά, ἔπεσε λιπόθυμος στὸ χῶμα βγάζοντας ἕναν ἐλαφρὺ ἀναστεναγμό. Ὁ βασιλιὰς καὶ ὁ ἐρημίτης ξεκούμπωσαν τὰ ροῦχα του. Ὑπῆρχε ἕνα μεγάλο τραῦμα στὸ στομάχι του. Ὁ βασιλιὰς τὸ ἔπλυνε ὅσο καλύτερα μποροῦσε καὶ τὸ ἔδεσε μὲ τὸ μαντήλι του καὶ μὲ μία πετσέτα ποὺ τοὔδωσε ὁ ἐρημίτης. Ἀλλὰ τὸ αἷμα δὲ σταματοῦσε νὰ τρέχει καὶ ὁ βασιλιὰς ξανὰ καὶ ξανὰ ἄλλαζε τὸν ἐπίδεσμο, μουσκεμένο ἀπὸ καυτὸ αἷμα, τὸν ἔπλενε καὶ ξανάδενε τὸ τραύμα. Ὅταν σταμάτησε νὰ τρέχει τὸ αἷμα, ὁ πληγωμένος συνῆλθε καὶ ζήτησε κάτι νὰ πιεῖ. Ὁ βασιλιὰς ἔφερε φρέσκο νερὸ καὶ τοῦ τὸ ἔδωσε. Στὸ μεταξὺ ὁ ἥλιος ἔδυσε καὶ ο πληγωμένος ἄρχισε νὰ κρυώνει. Ἔτσι ὁ βασιλιὰς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἐρημίτη
τὸν μετέφερε στὴν καλύβα καὶ τὸν ξάπλωσε στὸ κρεβάτι. Ὅταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ὁ πληγωμένος, ἔκλεισε τὰ μάτια του καὶ ἡσύχασε, ἀλλὰ ὁ βασιλιὰς ἦταν τόσο κουρασμένος ἀπ᾿ τὸ περπάτημα καὶ τὴ δουλειὰ ποὺ εἶχε κάνει, ποὺ κάθισε στὸ κατώφλι καὶ τὸν πῆρε καὶ αὐτὸν ὁ ὕπνος τόσο βαθιά, ὥστε κοιμήθηκε συνέχεια ὅλη τὴν καλοκαιριάτικη νύχτα.

Ὅταν ξύπνησε τὸ πρωί, πέρασε πολλὴ ὥρα πρὶν μπορέσει νὰ θυμηθεῖ ποὺ ἦταν ἢ ποιὸς ἦταν ὁ ἄγνωστος γενειοφόρος ἄνδρας ποὺ ἦταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι καὶ τὸν κοίταζε ἔντονα καὶ μὲ φλογισμένα μάτια.
«Συγχώρεσέ με», εἶπε ὁ γενειοφόρος ἄνδρας μὲ μία ἀσθενικὴ φωνή, ὅταν εἶδε ὅτι ὁ βασιλιὰς εἶχε ξυπνήσει καὶ τὸν κοίταζε.
«Δὲ σὲ ξέρω καὶ δὲν ἔχω τίποτε νὰ σοῦ συγχωρήσω», εἶπε ὁ βασιλιάς.
«Ἐσὺ δὲ μὲ ξέρεις, ἀλλὰ ἐγὼ σὲ ξέρω. Εἶμαι αὐτὸς ὁ ἐχθρός σου ποὺ ὁρκίστηκε νὰ πάρει ἐκδίκηση ἀπὸ σένα, γιατὶ ἐκτέλεσες τὸν ἀδελφό του καὶ κατάσχεσες τὴν περιουσία του. Ἤξερα πὼς εἶχες πάει μόνος σου νὰ δεῖς τὸν ἐρημίτη καὶ ἀποφάσισα νὰ σὲ σκοτώσω στὴν ἐπιστροφή. Ἀλλὰ πέρασε ἡ ἡμέρα καὶ δὲν γύρισες. Ἔτσι βγῆκα ἀπ᾿ τὴν ἐνέδρα μου καὶ ἔπεσα στοὺς φρουρούς σου καὶ αὐτοὶ μὲ ἀναγνώρισαν καὶ μὲ τραυμάτισαν. Τοὺς ξέφυγα, ἀλλὰ θὰ εἶχα πεθάνει ἀπ᾿ τὴν αἱμορραγία, ἂν ἐσὺ δὲν εἶχες φροντίσει τὸ τραῦμα μου. Ἐγὼ ἤθελα νὰ σὲ σκοτώσω κι ἐσὺ μοῦ ἔσωσες τὴν ζωή. Τώρα, ἂν ζήσω κι ἂν τὸ θέλεις κι ἐσύ, θὰ σὲ ὑπηρετήσω σὰν ὁ πιὸ πιστός σου σκλάβος καὶ θὰ ζητήσω ἀπό τοὺς γιούς μου νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Συγχώρεσέ με.»

Ὁ βασιλιὰς ἦταν πολὺ εὐχαριστημένος ποὺ εἶχε συμφιλιωθεῖ τόσο εὔκολα μὲ τὸν ἐχθρό του καὶ ποὺ εἶχε κάνει ἕνα φίλο καὶ ὄχι μόνο τὸν συγχώρεσε, ἀλλὰ εἶπε ὅτι θὰ ἔστελνε τοὺς ὑπηρέτες του καὶ τὸν προσωπικό του γιατρὸ νὰ τὸν φροντίσουν καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ ξαναδώσει τὴν περιουσία του.
Ἀφοῦ ἔφυγε ἀπό τὸν πληγωμένο ὁ βασιλιάς, πῆγε ἔξω καὶ κοίταξε τριγύρω νὰ βρεῖ τὸν ἐρημίτη. Ἤθελε πρὶν φύγει, νὰ τὸν παρακαλέσει ἀκόμη μία φορὰ νὰ ἀπαντήσει στὰ ἐρωτήματα ποὺ τοῦ εἶχε κάνει. Ὁ ἐρημίτης, ἦταν γονατισμένος καὶ φύτευε σπόρους στ᾿ αὐλάκια πού ῾χαν σκαφτεῖ τὴν προηγούμενη μέρα.
Ὁ βασιλιὰς τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Γιὰ τελευταία φορὰ σὲ παρακαλῶ, ἀπάντησε στὰ ἐρωτήματά μου, σοφὲ ἄνθρωπε». «Μὰ ἔχουν ἤδη ἀπαντηθεῖ», εἶπε ὁ ἐρημίτης, σκύβοντας ἀκόμα στ᾿ ἀδύνατα πόδια του καὶ κοιτάζοντας πρὸς τὸν βασιλιὰ ποὺ στεκόταν μπροστά του.

«Πῶς ἀπαντήθηκαν; Τί ἐννοεῖς;», εἶπε ὁ βασιλιάς.
«Δὲ βλέπεις;», ἀπάντησε ὁ ἐρημίτης. «Ἂν δὲν εἶχες λυπηθεῖ χθὲς τὴν ἀδυναμία μου καὶ δὲν εἶχες σκάψει γιὰ μένα τ᾿ αὐλάκια, ἀλλὰ εἶχες φύγει, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ σοῦ εἶχε ἐπιτεθεῖ καὶ θὰ εἶχες μετανιώσει ποὺ δὲν ἔμεινες μαζί μου. Ἔτσι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμὴ ἦταν ὅταν ἔσκαβες τ᾿ αὐλάκια κι ἐγὼ ἤμουν ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος καὶ τὸ νὰ μοῦ κάνεις καλὸ, ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία δουλειά. Ὕστερα, ὅταν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦρθε σὲ μᾶς, ἡ πιὸ σπουδαία στιγμὴ ἦταν ὅταν τὸν φρόντιζες, γιατὶ ἂν δὲν εἶχες δέσει τὸ τραῦμα του, θὰ πέθαινε χωρὶς νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί σου. Ἔτσι, αὐτὸς ἦταν ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκανες γι᾿ αὐτὸν ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία δουλειά.

Νὰ θυμᾶσαι λοιπόν: Ὑπάρχει μόνο μία στιγμὴ ποὺ εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία, τὸ παρόν. Εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμή, γιατὶ εἶναι ἡ μόνη πάνω στὴν ὁποία ἔχεις κάποια δύναμη. Ὁ πιὸ ἀναγκαῖος ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο βρίσκεσαι, γιατὶ κανένας ἄνθρωπος δὲν ξέρει ἂν θὰ ἔχει ξανά πάρε-δῶσε μὲ κάποιον ἄλλο. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα εἶναι νὰ τοῦ κάνεις καλό, γιατὶ μόνο γι᾿ αὐτὸν τὸν σκοπὸ ἔχεις ἔλθει σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!».
Τώρα λοιπὸν όπως καταλαβαίνεις, θα πρέπει νὰ ενεργείς συνέχεια γιὰ νὰ παραμένεις στο παρόν. Ἂν θέλεις νὰ προχωρήσεις και στο μέλλον, θὰ πρέπει νὰ ενεργείς τουλάχιστο δύο φορὲς περισσότερο...

Λέων Τολστόϊ (Лев Николаевич Толстой - Λεβ Νικολάιεβιτς Τολστόϊ)
    ἦταν Ρῶσος συγγραφέας, δοκιμιογράφος καὶ φιλόσοφος· 
    ἔγραψε τὴ μικρὴ διήγηση «Τὰ τρία ἐρωτήματα» τὸ 1885.

   Από: www.nektarios.gr