Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

"Το Βλογημένο Μαντρί"







Το Βλογημένο Μαντρί
Φώτης Κόντογλου «Έργα», τ. Α'
Στοιχειοθεσία: προσφορά της κ. Σοφίας Πυρούλη.

Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά. Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε. Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ’ ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν τ’ ανοίγανε την πόρτα.
Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε.
Αφού βολόδειρε από δω κι από κει, κι αφού πέρασε από χώρες πολλές κι από χιλιάδες χωριά και πολιτείες, έφταξε στα ελληνικά τα μέρη, πού ’ναι φτωχός κόσμος. Απ’ όλα τα χωριά πρόκρινε τα πιο φτωχά, και τράβηξε κατά κει, ανάμεσα στα ξερά βουνά που βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά.
Περπατούσε νύχτα κι ο χιονιάς βογκούσε, η πλάση ήτανε πολύ άγρια.
Ψυχή ζωντανή δεν ακουγότανε, εξόν από κανένα τσακάλι που γάβγιζε.
Αφού περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ένα απάγκιο που έκοβε ο αγέρας από ’να μικρό βουνό, κι είδε ένα μαντρί κολλημένο στα βράχια. Άνοιξε την αυλόπορτα που ήτανε κανωμένη από άγρια ρουπάκια και μπήκε στη μάντρα. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και πιάσανε και γαβγίζανε. Πέσανε απάνω του να τον σκίσουνε˙ μα, σαν πήγανε κοντά του, σκύψανε τα κεφάλια τους και σερνόντανε στα ποδάρια του, γλείφανε τα χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα και κουνούσανε παρακαλεστικά τις ουρές τους.
Ο Άγιος σίμωσε στο καλύβι του τσομπάνου και χτύπησε την πόρτα με το ραβδί του και φώναξε:
«Ελεήστε με, χριστιανοί, για τις ψυχές των αποθαμένων σας! Κι ο Χριστός μας διακόνεψε σαν ήρθε σε τούτον τον κόσμο!».
Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας τσομπάνης, παλικάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, με μαύρα γένια˙ και δίχως να δει καλά καλά ποιος χτυπούσε την πόρτα, είπε στο γέροντα:
«Πέρασε μέσα στ’ αρχοντικό μας να ζεσταθείς! Καλή μέρα και καλή χρονιά!».
Αυτός ο τσομπάνης ήτανε ο Γιάννης ο Μπάικας, που τον λέγανε Γιάννη Βλογημένον, άνθρωπος αθώος σαν τα πρόβατα που βόσκαγε, αγράμματος ολότελα.

Μέσα στην καλύβα έφεγγε με λιγοστό φως ένα λυχνάρι. Ο Γιάννης, σαν είδε στο φως πως ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του και τ’ ανασπάστηκε και τό ’βαλε απάνω στο κεφάλι του. Ύστερα φώναξε και τη γυναίκα του, ως είκοσι χρονώ κοπελούδα, που κουνούσε το μωρό τους μέσα στην κούνια. Κι εκείνη πήγε ταπεινά και φίλησε το χέρι του γέροντα, κι είπε:

«Κόπιασε, παππού, να ξεκουραστείς».
Ο Άγιος Βασίλης στάθηκε στην πόρτα και βλόγησε το καλύβι κι είπε:
«Βλογημένοι νά ’σαστε, τέκνα μου, κι όλο το σπιτικό σας! Τα πρόβατά σας να πληθαίνουν ως του Ιώβ μετά την πληγήν και ως του Αβραάμ και ως του Λάβαν! Η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!».
Ο Γιάννης έβαλε ξύλα στο τζάκι και ξελόχισε η φωτιά. Ο Άγιος απίθωσε σε μια γωνιά το ταγάρι του, ύστερα έβγαλε το μπαλωμένο το ράσο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά, κι η γυναίκα τού ’βαλε και μια μαξιλάρα ν’ ακουμπήσει.
Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του:
«Βλογημένο νά ’ναι τούτο το καλύβι!».
Ο Γιάννης μπαινόβγαινε, για να φέρει τό ’να και τ’ άλλο. Η γυναίκα του μαγείρευε. Ο Γιάννης ξανάριξε ξύλα στη φωτιά.
Μονομιάς φεγγοβόλησε το καλύβι με μιαν αλλιώτικη λάμψη και εφάνηκε σαν παλάτι. Τα δοκάρια σαν νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πυτιές που ήτανε κρεμασμένες σαν να γινήκανε χρυσά καντήλια, και τα τυροβόλια κι οι καρδάρες και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, λες κι ήτανε διαμαντοκολλημένα. Και τα ξύλα που καιγόντανε στη φωτιά ευωδιάζανε σαν μοσκολίβανο και δεν τρίζανε, όπως τρίζανε τα ξύλα της φωτιάς, παρά ψέλνανε σαν τους αγγέλους πού ’ναι στον Παράδεισο.
Ο Γιάννης ήτανε καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός.
Φτωχός ήτανε, είχε λιγοστά πρόβατα, μα πλούσια καρδιά: «Τη πτωχεία τα πλούσια!». Ήτανε αυτός καλός, μα είχε και καλή γυναίκα. Κι όποιος τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα τους, έτρωγε κι έπινε και κοιμότανε. Κι αν ήτανε και πικραμένος, έβρισκε παρηγοριά. Γι αυτό κι ο Άγιος Βασίλης κόνεψε στο καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή της χάρης του, κι έδωσε την ευλογία του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι ανθρώποι, πλην εκείνος δεν πήγε σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο, παρά πήγε στο μαντρί του Γιάννη του Βλογημένου.
Σαν βολέψανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στο γέροντα:
«Γέροντα, μεγάλη χαρά έχω απόψε που ήρθες, ν’ ακούσουμε κι εμείς κανένα γράμμα, γιατί δεν έχουμε εκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Εγώ αγαπώ πολύ τα γράμματα της θρησκείας μας, κι ας μην τα καταλαβαίνω, γιατί είμαι ξύλο απελέκητο. Μια φορά μας ήρθε ένας γέροντας Αγιονορίτης και μας άφησε τούτη την αγιωτική φυλλάδα, κι αν λάχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τον βάζω και τη διαβάζει.
Εγώ όλα όλα τα γράμματα που ξέρω είναι τρία λόγια που τά ’λεγε ένας γραμματιζούμενος, που έβγαζε λόγο στο χωριό, δυό ώρες από δω, κι από τις πολλές φορές που τά ’λεγε, τυπωθήκανε στη θύμησή μου. Αυτός ο γραμματικός έλεγε και ξανάλεγε : “Σκώνιτι ου μήτηρ του κι τουν ανισπάζιτι κι του λέγ’: Τέκνου μου! Τέκνου μου!”. Αυτά τα γράμματα ξέρω…».
Ήτανε μεσάνυχτα. Ο αγέρας βογγούσε.
Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε απάνου και στάθηκε γυρισμένος κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές. Ύστερα έσκυψε και πήρε από το ταγάρι του μια φυλλάδα κι είπε:
«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων!».
Ο Γιάννης πήγε και στάθηκε από πίσω του και σταύρωσε τα χέρια του. Η γυναίκα του βύζαξε το μωρό και πήγε κι εκείνη και στάθηκε κοντά στον άντρα της.

Κι ο γέροντας είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ’ απολυτίκιο, που λέγει : «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Έψελνε γλυκά και ταπεινά, κι ο Γιάννης κι η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Κι είπε ο Άγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί, άσωμεν», χωρίς να πει το δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε».
Κι ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση.
Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα - Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε.
Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε:
«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!».
Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!».
Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει:
«Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!».
Του λέγει ο Άγιος:
«Αλήθεια, τον ξέχασα!».
Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε:
«Του δούλου του Θεού Βασιλείου!».
Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».
Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο:
«Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;».
Του λέγει ο Άγιος:
«Έκοψα, ευλογημένε!».
Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος!
Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία:
«Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου…».
Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης :
«Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τί αμαρτίες μπορεί νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε!».
Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε.
Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα:

«Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστιν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών…».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

-------
Λεξιλόγιο

1. Βολοδέρνω - βασανίζομαι γυρνώντας από δω κι από κει
2. Λεμπεσουριά – φτωχολογιά
3. Ρουπάκι – αγριοβελανιδιά
4. Ξελοχίζω - ζωηρεύω τη φωτιά
5. Πυτιά (η) - μαγιά απ’ την οποία γίνεται το τυρί
6. Μογιλάλος – βουβός








Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

"Ειδική κλήση.. "







Από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν
Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου, 1973

...
Σκέφτομαι μερικές φορές πως ο κάθε άνθρωπος έχει κληθεί να πει ή να κάνει κάτι, μικρό μεν, αλλά γνήσιο, κάτι που να είναι η κλήση του. Η ζωή όμως είναι τέτοια που βυθίζεσαι με το κεφάλι στα πάντα.
Τότε χάνεσαι και δεν εκπληρώνεις αυτή την κλήση.

Είμαι αρκετά πεπεισμένος πως δεν διαθέτω την κλήση να είμαι προσωπικός οδηγός.
Απεχθάνομαι τις «διαχύσεις οικειότητας». Όταν εξομολογώ, συχνά έχω την αίσθηση πως δεν είμαι εγώ που εξομολογώ, αλλά κάποιος άλλος, και πως όλα όσα λέγω είναι απρόσωπα κλισέ, κι όχι αυτό που πρέπει, δεν είναι καθόλου αυτό ...

Βλέπω να γίνεται μεγάλο κακό, από την ενθάρρυνση του εγωκεντρισμού και της πνευματικής υπερηφάνειας (και από τις δύο πλευρές), μέχρι του σημείου να υποβιβάζεται η πίστη στον εαυτούλη μας και στα προβλήματα μας. Ο Χριστιανισμός υπήρξε ανέκαθεν ένα κήρυγμα, μια αποκάλυψη αυτού του άλλου, ανώτερου επιπέδου, της ίδιας της πραγματικότητας και όχι μια «ερμηνεία» της.

Τότε τι σημαίνει η ύπαρξη των γερόντων (στάρετς); Το να είναι κάποιος γέροντας αποτελεί μια ειδική κλήση.
Αν πάρουμε στα σοβαρά όσα γνωρίζουμε για τον θεσμό των γερόντων, βλέπουμε πως οι γέροντες δεν παραδίνονται ούτε στην καθοδήγηση, που δημιουργεί στενές σχέσεις, ούτε στη λύση προβλημάτων, αλλά στην αποκάλυψη της πραγματικότητας του Κυρίου.
Γι' αυτό κι ένας ψευδο-γέροντας είναι τόσο επικίνδυνος - υπάρχουν τόσοι πολλοί σήμερα και είναι συνήθως γεμάτοι από δίψα για εξουσία.

Είμαι αρκετά πεπεισμένος πως το γνήσιο κήρυγμα αποτελεί πάντα μια απάντηση σε αμφιβολίες και πειρασμούς, καθώς και στη θεραπεία τους. Το κήρυγμα για τον Χριστό και μόνο για τον Χριστό - η γνωριμία και η συνάντηση μαζί Του, η υπακοή σ' Αυτόν, η αγάπη γι' Αυτόν - είναι αυτό που μπορεί να εξαλείψει αμφιβολίες και προβλήματα.

Αυτό που καθιστά έναν κήρυκα ικανό, είναι όταν απευθύνει το κήρυγμα του και στον ίδιο τον εαυτό του, στη δική του απελπισία και έλλειψη πίστης, στη δική του χλιαρή καρδιά.

Τι μπορούν να προσθέσουν σ' αυτό οι «συζητήσεις»;







Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

"Φωτο- 2013"






Μια επιλογή  52 φωτογραφιών από τις καλύτερες  του χρόνου,
που ανέβασε το"Wall Street Journal"
http://graphics.wsj.com/Photos-of-the-Year/2013/#l=en&o=2&q=&x=&y=&p=badcategory




                                                                     



Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

"Οι Μάγοι με τα δώρα"






ΤΑ ΤΙΜΙΑ ΔΩΡΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΙ ΛΙΒΑΝΟΣ ΚΑΙ ΣΜΥΡΝΑ



«Και ελθόντες εις την οικίαν, είδον το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού
και πεσόντες προσεκύνησαν αυτό και ανοίξαντες τους θησαυρούς αυτών,
προσήνεγκαν αυτώ δώρα, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν» (Ματθ. β' 11).



Μεταξύ των ποικίλων θησαυρών και πολυτίμων κειμηλίων πού με πολλή ευλάβεια φυλάσσονται στην Ιερά Μονή του Αγίου Παύλου στο Άγιον Όρος, χωρίς αμφιβολία την πρώτη θέση καταλαμβάνουν τα Τίμια Δώρα που προσέφεραν οι τρεις εξ Ανατολών Μάγοι στον ως Βρέφος, ενανθρωπήσαντα Κύριο.

Τα Δώρα αυτά ως γνωστόν είναι χρυσός, λίβανος και σμύρνα.

Ό χρυσός βρίσκεται υπό την μορφή εικοσιοκτώ επιμελώς σκαλισμένων επιπέδων πλακιδίων, ποικίλων σχημάτων (παραλληλογράμμων, τραπεζοειδών, πολυγώνων κτλ.) και διαστάσεων περίπου 5x7 εκ. Κάθε πλακίδιο έχει διαφορετικό σχέδιο πολύπλοκης καλλιτεχνικής μικροεπεξεργασίας.
Ο λίβανος και η σμύρνα διατηρούνται ως μείγμα, υπό την μορφή εξήντα δύο σφαιρικών χανδρών μεγέθους μικρής ελιάς.

Επειδή κυρίως ή πνευματική, αλλά και ή υλική, ιστορική και αρχαιολογική αξία των Τιμίων Δώρων είναι ανυπολόγιστη, φυλάσσονται με ιδιαίτερη επιμέλεια στο θησαυροφυλάκιο της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου.
Για λόγους ασφαλείας είναι κατανεμημένα σε διάφορες λειψανοθήκες, μόνο μέρος δε αυτών εκτίθεται εις προσκύνησιν των επισκεπτών της Ιεράς Μονής ή μεταφέρεται προς αγιασμό εκτός Αγίου Όρους, στις κατά τόπους Ιερές Μητροπόλεις.

Γράφει o Ευαγγελιστής Λουκάς για την Παναγία ότι «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής» (Λουκ. β' 19, 51). Πιστεύεται δε από τους θεολόγους ερμηνευτές, ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτά τα «ρήματα», τα λόγια και τα γεγονότα δηλαδή της ζωής του Κυρίου, η Θεοτόκος τα εκμυστηρεύθηκε στον Άγιο Απόστολο Λουκά, o οποίος και τα συμπεριέλαβε στο Ευαγγέλιο του.

Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι παράλληλα με τα άγια «ρήματα» του Κύριου, η Υπεραγία Θεοτόκος «διετήρει» και ότι άλλο σχετικό με την επίγεια ζωή του Κυρίου, και φυσικά, και τα Τίμια Δώρα.

Σύμφωνα με την ίστορικοθρησκευτική μας παράδοση, προ της Κοιμήσεως της η Παναγία Μητέρα του Κυρίου τα παρέδωσε μαζί με τα Άγια Σπάργανα του Χριστού, την Τίμια Εσθήτα και την Αγία Ζώνη της, στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων, όπου και παρέμειναν μέχρι το έτος 400 μ.Χ. περίπου. Κατά το έτος τούτο ο αυτοκράτωρ Αρκάδιος τα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη, προς αγιασμό του λαού και προστασία και προβολή της Βασιλευούσης.

Εκεί παρέμειναν μέχρι και της αλώσεως της πόλεως από τους Φράγκους, το έτος 1204 μ.Χ. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν για λόγους ασφαλείας μαζί με άλλα ιερά κειμήλια στη Νίκαια της Βιθυνίας, προσωρινή πρωτεύουσα του Βυζαντίου, όπου και παρέμειναν για εξήντα περίπου χρόνια. Με την υποχώρηση των Σταυροφόρων επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Παλαιολόγου επεστράφησαν στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι της υποδουλώσεώς της στους Τούρκους το 1453 μ.Χ.

Μετά την Άλωση η ευλαβέστατη Μάρω, χριστιανή σύζυγος του σουλτάνου Μουράτ Β' (1421-1451) και μητρυιά του Μωάμεθ Β' του Πορθητού, τα μετέφερε αυτοπροσώπως στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου στο Αγιον Όρος. Η Μονή αυτή της ήταν γνωστή, καθόσον ο πατέρας της Γεώργιος Βράγκοβιτς, δεσπότης της Σερβίας, έκτισε το καθολικό της εις τιμήν του Αγίου Μεγαλομάρτυρας Γεωργίου του Τροπαιοφόρου.

Κατά την αγιορείτικη παράδοση, καθώς η Μάρω ανήρχετο από τον αρσανά (λιμάνι) στην Μονή, η Κυρία Θεοτόκος την εμπόδισε με υπερφυσικό τρόπο να πλησιάσει στη Μονή και έτσι να παραβιάσει το άβατο του Αγίου Όρους.

Αυτή υπήκουσε και παρέδωσε ταπεινά τα Τίμια Δώρα στους ευλαβείς μοναχούς και πατέρες, οι όποιοι και έστησαν στο σημείο εκείνο της θεομητορικής παρουσίας έναν Σταυρό, που σώζεται μέχρι σήμερα και λέγεται «Σταυρός της Βασιλίσσης».
Το σουλτανικό έγγραφο με τις σχετικές πληροφορίες παραδόσεως των Τιμίων Δώρων φυλάσσεται στο αρχείο της Μονής του Αγίου Παύλου.

Η αυθεντικότητα των Τιμίων Δώρων στηρίζεται κατά ένα μέρος στην προφορική παράδοση και κατά το υπόλοιπο στην ιστορία.
Εκείνο όμως που ακράδαντα βεβαιώνει την αυθεντικότητα των Τιμίων Δώρων είναι η άρρητη ευωδία που ορισμένα απ' αυτά αδιαλείπτως και ορισμένα κατά καιρούς αναδίδουν και η πλούσια ιαματική και θαυματουργική χάρις, που μέχρι τις μέρες μας αναβλύζουν.




[2φΑ]





Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

"Χριστούγεννα"





Η εικόνα αυτή της Γεννήσεως του Χριστού, έργο του Αντρέι Ρουμπλιόφ (1405),
βρίσκεται στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
στο Κρεμλίνο, στη Μόσχα.




Η γέννησις Σου Χριστέ ο Θεός ημών
ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως.
Εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες
υπό αστέρος εδιδάσκοντο.
Σε προσκυνείν τον Ήλιον της Δικαιοσύνης
και Σε γιγνώσκειν εξ ύψους ανατολήν.
Κύριε δόξα Σοι.






Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

"Θεολογία της εικόνας (4/4)"


















Ανάλυση της θεολογίας της εικόνας
της Γεννήσεως του Χριστού [δ΄]

Του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
στα πλαίσια μαθημάτων Ορθόδοξης Αγιογραφίας.


Είναι και η φράση του Γρηγορίου του Θεολόγου «το απρόσληπτον και αθεράπευτον». Ό,τι δεν προσλαμβάνεται δεν θεραπεύεται. Και ο Χριστός προσέλαβε τα πάντα τα δικά μας.
Και τα προσέλαβε ο Χριστός όλα. Προσέξτε, τα αδιάβλητα πάθη μας.
Ο Χριστός είχε πάθη, αλλά αδιάβλητα πάθη.

Τι είναι αδιάβλητα πάθη; Η πείνα είναι πάθος, αλλά δεν είναι αμαρτωλό.
Η δίψα, ο ύπνος, είναι αδιάβλητα πάθη.
Τα διαβλητά πάθη είναι ακριβώς η εκμαύλιση αυτών των αδιαβλήτων παθών.

Η γαστριμαργία, σε σχέση με την πείνα κλπ.

Αυτά τα λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας.

*

Και φυσικά έχουμε τους ποιμένες που βρίσκονται εδώ με έναν πολυποίκιλο τρόπο.
Η ανθρώπινη παρουσία, η ανθρώπινη δοξολογική παρουσία, την ώρα που έρχεται ο Χριστός.
Και από τον ουρανό κατεβαίνει το Θείο Φως, το άκτιστο Φως, το οποίο καταυγάζει το μυστήριο αυτό της Γεννήσεως.

Σας είπα την προηγούμενη φορά πως αγιογραφούμε ό,τι φανερώθηκε, ό,τι είδαμε -ό,τι είδαμε εμείς. Προσέξτε, εμείς. Βλέπετε τον Χριστό, τον είδαμε. Αλλά λέμε, εμείς τον είδαμε.
Μην πείτε, εκείνοι. Τον Χριστό τον βλέπουμε όλοι μας, εφόσον ζούμε στην Εκκλησία.
Και η Εκκλησία είναι σώμα.
Αυτό που είδε ένας, το βλέπουν και οι άλλοι.

Η εμπειρία του σώματος είναι μοναδική.
Δηλαδή αν εγώ θέλω να πάρω την αίσθηση του κρύου ή του ζεστού ενός μεταλλικού σκεύους κι ακουμπήσω μόνο τα κύτταρα της αφής μου πάνω του, δια της αφής αυτών των κυττάρων και μόνο, αποκτά όλο μου το σώμα την εμπειρία του θερμού.

Δεν χρειάζεται όλο μου το σώμα να περιτυλιχτεί - τα εκατομμύρια κύτταρα που έχω πάνω στο σώμα μου - σε αυτό το σκεύος, για να αποκτήσουν όλα την εγωιστική εμπειρία αυτού που κι εγώ κατάλαβα ότι είναι θερμό. Αυτή είναι η εγωιστική μας εμπειρία που λέμε: «μα εγώ δεν είδα τον Χριστό».
Εφόσον ζούμε στην Εκκλησία, είναι η δική μας εμπειρία.

Εμείς λοιπόν αγιογραφούμε ό,τι είδαμε. Τον Χριστό τον είδαμε· Τον αγιογραφούμε. Το άγιο το Πνεύμα το είδαμε, «ωσεί περιστερά»· το αγιογραφούμε. Τον Πατέρα, ποτέ δεν Τον είδαμε. Ποτέ δεν Τον αγιογραφούμε. Το τονίζω αυτό το πράγμα.

Είμαστε πρακτικοί, ρεαλιστές και βαθιά θεολογικοί ταυτόχρονα.
Και ό,τι δεν είδαμε δεν το αγιογραφούμε. Είδαμε Χερουβίμ· τα αγιογραφούμε. Είδαμε Σεραφίμ· τα αγιογραφούμε. Είδαμε αγγέλους, αρχαγγέλους, τους αγιογραφούμε.
Δεν είδαμε τι είναι οι θρόνοι, οι κυριότητες, οι αρχές, οι εξουσίες, οι δυνάμεις, άλλες ουράνιες δυνάμεις στον ουρανό. Δεν τις αγιογραφούμε.

Ερώτηση:
Υπάρχει μια εικόνα, που δείχνει τον Θεό να αγιογραφείται ...
Απάντηση: Εμείς δε δεχόμαστε ποτέ να αγιογραφήσουμε τον Θεό Πατέρα.

Ερώτηση:
Τότε γιατί υπάρχει τέτοια εικόνα;
Απάντηση: Το κάνουν γιατί δεν ξέρουν θεολογία της εικόνας. Εμείς ποτέ δεν κάνουμε Αγία Τριάδα -Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα.
Ένα γέροντα με μαλλιά. Είναι λάθος. Αφού δεν φανερώθηκε ο Πατέρας.

«Ου μη είδητε το πρόσωπό μου και ζήσετε», είπε ο Πατέρας. Δεν βλέπει κανείς τον Πατέρα. Και ο Χριστός εμφανίστηκε κατά τα μέτρα της ανθρώπινης κατανοήσεως. Και το Άγιο το Πνεύμα «ωσεί περιστερά». Άλλο ο Χριστός που ήταν άνθρωπος και σαρκώθηκε. Και άλλο το άγιο το Πνεύμα που δεν σαρκώθηκε στο περιστέρι. Ήταν «ωσεί» - που σημαίνει «σαν». Είναι πολύ μεγάλες διαφορές.

Αυτή ήταν η δογματική προσέγγιση αυτής της εικόνας. Εδώ κινούμαστε δογματικά. Και κανείς δεν αλλοιώνει δια δικών του ιδιοτύπων αντιλήψεων, την θεολογία της Εικόνας.




Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια των μαθημάτων Αγιογραφίας των Αγίων Εικόνων της Ορθοδοξίας μας, που έγινε στις 11-11-2005.



                                                


"Θεολογία της εικόνας (3/4)"









Ανάλυση της θεολογίας της εικόνας
της Γεννήσεως του Χριστού [γ΄]

Του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
στα πλαίσια μαθημάτων Ορθόδοξης Αγιογραφίας.


Επίσης, έχουμε τον Ιωσήφ τον Μνήστορα. Ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ ο οποίος πέρασε τον πειρασμό και σκέφτεται να δεχθεί την Παναγία ή όχι. Ο Ιωσήφ είναι στο κάτω άκρο της εικόνας αγιογραφημένος. Προσέξτε, όσοι είναι στο κέντρο μιας πράξεως λειτουργικής, είναι στο κέντρο της εικόνας. Όσοι υπηρετούν αυτό το μυστήριο, είναι στο άκρο της εικόνας.

Και το κεντρικό πρόσωπο είναι πάντοτε ο Χριστός, σε μια τέτοια πολυποίκιλη εικόνα· όχι σε μία μονοπρόσωπη εικόνα του αγίου, όπου ο άγιος είναι κεντρικό πρόσωπο. Ο Ιωσήφ, όπως και η Παναγία, είναι λειτουργοί του μυστηρίου. Είναι λειτουργοί του μυστηρίου ή υπουργοί του μυστηρίου. Εδώ και η Παναγία βλέπετε, δεν είναι ακριβώς στο κέντρο. Λίγο πιο πλάι και πιο κάτω είναι ο Ιωσήφ. Είναι υπουργοί του μυστηρίου. Υπουργούν το μυστήριο.

Συνήθως οι υπουργοί του μυστηρίου γιορτάζουν τη δεύτερη ημέρα της κυριωνύμου εορτής. Η Παναγία εορτάζεται στις 26 Δεκεμβρίου. Μία μέρα μετά τα Χριστούγεννα γιορτάζουμε -προσέξτε- τη σύναξη της Παναγίας. Είναι η γιορτή της Παναγίας και για να μη συμπέσει ταυτόχρονα και για να μη χαθεί η γιορτή του Ιωσήφ του Μνήστορος, μετατίθεται την αμέσως επόμενη Κυριακή που γιορτάζουμε τον Ιωσήφ τον Μνήστορα, μαζί με άλλους δύο προφήτες.

Με αυτόν τον τρόπο γιορτάζουμε τους υπουργούς του μυστηρίου. Βλέπετε, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος απετμήθη στις 29 Αυγούστου, που είναι το μαρτύριό του, αλλά τον γιορτάζουμε κατ’ εξοχήν τη δεύτερη ημέρα των Θεοφανείων, στις 7 Ιανουαρίου, επειδή υπούργησε, λειτούργησε δηλαδή το Μυστήριο της Βαπτίσεως.

Είναι θεολογικές έννοιες πάρα πολύ ουσιαστικές και είναι ο άγιος, υπουργός.
- Υπουργός σημαίνει ότι είναι «υπό το έργον».

*

Να δίνετε σημασία στη διεισδυτική έκφραση των λεκτικών σχημάτων της Ελληνικής γλώσσης. Είναι υπουργός του μυστηρίου. Υπουργεί το μυστήριο πάντοτε και διακονεί το μυστήριο. Αλλά δεν είναι πολλοί, οι έκδηλοι υπουργοί του μυστηρίου.

Είναι ο Ιωσήφ Μνήστωρ και στην Ορθόδοξη αγιογραφία, ποτέ δεν αγιογραφούμε τη λεγομένη κατά τα μέτρα της Δύσεως «αγία οικογένεια».

Εμείς δεν έχουμε κάποια αγία οικογένεια. Έχουμε την Παναγία που είναι πάντοτε αειπάρθενος. Διατήρησε πάντα την παρθενία της και ο Ιωσήφ υπουργεί το μυστήριο. Δεν αγιογραφούμε ποτέ «αγία οικογένεια», Χριστό, Παναγία και Ιωσήφ - παρά μόνο σε μία περίπτωση. Είναι η φυγή στην Αίγυπτο.
Όπου είναι πάνω σε ένα γαϊδουράκι η Παναγία με τον Χριστό και πάλι υπουργεί ο Ιωσήφ, κρατώντας το γαϊδουράκι κι ακολουθώντας για να βοηθήσει τον δρόμο τους. Δεν είναι η αγία οικογένεια. Είναι η απεικόνιση της φυγής στην Αίγυπτο με θεολογικές προδιαγραφές, όπως έχει κάθε εικόνα.

*

Έχουμε ακόμη το λουτρό του θείου Βρέφους, μια παράσταση πολύ παρεξηγημένη.
Η παράσταση αυτή μάλιστα, μετά από τον 17ο αιώνα όταν εισχώρησαν οι δογματικές, ρωμαιοκαθολικές θεολογικές αντιλήψεις στο χώρο της Ορθοδοξίας - που ξεκίνησαν από τη Ρωσία και πέρασαν ακόμα και στο Άγιον Όρος - η παράσταση αυτή ήταν σοβαντισμένη σχεδόν σε όλα τα καθολικά του Αγίου Όρους.

Την παράσταση του λουτρού την είχαν καλύψει γιατί θεώρησαν απαράδεκτο να παρουσιαστεί το λουτρό του Θείου Βρέφους. Αυτό ήταν δογματικό λάθος. Τώρα έχουν καθαριστεί οι εικόνες από τον σοβά.

Βλέπετε και στο Άγιον Όρος κανείς δεν είναι εκφραστής μοναδικός της Ορθοδοξίας.
Η Ορθοδοξία έχει τις αλήθειές της, που είναι η γενικότητα της αλήθειας και όχι τι λέει μόνο ένας τόπος.
Κανένας τόπος δεν είναι βατικάνειος στην Ορθοδοξία. Θεωρούσαν απαράδεκτο να είναι ο Χριστός γυμνός και να λούζεται.

Μα γιατί το βάζει εδώ ο αγιογράφος; Το βάζει εδώ ακριβώς ο αγιογράφος για να δηλώσει τι γινόταν σε όλα τα μωρά. Όταν γεννιόντουσαν, τα έλουζαν. Την ογδόη ημέρα - θυμάστε - γινόταν η απόλουση. Η πλήρης απόλουση. Ο Χριστός ήταν τέλειος άνθρωπος και θα περάσει από όλα τα ανθρώπινα. Παρ’ εκτός από την αμαρτία.

Αν ο Χριστός δεν ελούζετο επειδή είναι Θεός και δε χρειάζεται να λουσθεί, δεν θα ήταν τέλειος άνθρωπος. Οπότε πέφτουμε σε δογματικό λάθος, αφού τότε [αυτό θα σήμαινε ότι] ο Χριστός δεν μας σώζει.
Γιατί ως τέλειος άνθρωπος ο Χριστός, σώζει τον άνθρωπο και τον τελειώνει, τον κάνει τέλειο.

Αν ήταν κάτι παραπάνω από εμάς στην ανθρώπινή του φύση, δε θα χρειαζόταν να κοιμηθεί, δε θα χρειαζόταν να φάει -όλα αυτά μπορεί να τα κάνει ο Χριστός, είναι δεδομένα- αλλά τότε δεν θα ήταν τέλειος άνθρωπος. Θα ήταν ένας υπεράνθρωπος, που δεν θα έσωζε τον άνθρωπο.



                                                    



Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

"Θεολογία της εικόνας (2/4)"


















Ανάλυση της θεολογίας της εικόνας
της Γεννήσεως του Χριστού [β΄]

Του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
στα πλαίσια μαθημάτων Ορθόδοξης Αγιογραφίας.


Να δούμε τώρα και τα περιφερειακά, γύρω-γύρω, στοιχεία.

Έχουμε τους αγγέλους οι οποίοι δοξολογούν. Υποχρεωτικά, όλοι οι άγγελοι έχουν στο κεφάλι τους μία κορδέλα. Έχουν πάντοτε πλουσία κόμη και πάντοτε - δογματικό στοιχείο είναι αυτό, δεν είναι στοιχείο δευτερεύον - μία κορδέλα. Τι σημαίνει αυτή η κορδέλα; Οι ουράνιες δυνάμεις, όπως και τα επίγεια λογικά όντα, δηλαδή οι άνθρωποι, είναι τα έλλογα ζώα – όντα. Ζώον θεούμενον είναι ο άνθρωπος.

Οι άγγελοι στρέφουν τον νου τους στον Θεό και ζουν εξ αυτής της τροφής. Ακόμη και η θεραπευτική της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι προς έναν άνθρωπο, που είναι αρρωστημένος. Και κατερραγμένος καθώς είναι να στρέψει τον νου του στον Θεό. Αυτή είναι η θεραπεία.

Η στροφή προς τον Θεό είναι η θεραπεία
. Οι άγγελοι λοιπόν, αυτό το έχουν απόλυτα. Αυτή τη στροφή προς τον Θεό. Ειδικά, μετά την ημέρα που έπεσαν οι δαίμονες και δεν έπεσαν οι άγγελοι.

Η ημέρα που γιορτάζουμε στις 8 Νοεμβρίου είναι η στάση των αγγέλων· και λέμε στη Θεία Λειτουργία «στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου», όπου οι άγγελοι δεν έπεσαν όπως ο Εωσφόρος.

Μετά από αυτή τη στάση, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σε ένα πολύ σπουδαίο δογματικό του κείμενο -πολύ σπουδαία δογματική, λιτή και ουσιαστική- που ονομάζεται «Έκθεσις ακριβής ορθοδόξου πίστεως»· λέει (και αυτό αποτελεί παράδοση δογματική των Πατέρων), πως οι άγγελοι μετά από αυτό το γεγονός είναι αμετάπτωτοι προς την αμαρτία.

Δεν μπορούν να πέσουν ποτέ πια, γιατί «έστησαν καλώς». Πράγμα το οποίο μπορεί να συνέβαινε στον άνθρωπο, αν δεν υπέκυπτε στον πειρασμό του διαβόλου.

Γι’ αυτό αυτή η κορδέλα δηλώνει το μάζεμα.
Επειδή τον νου - το εσωτερικό μέγεθος ή το αφηρημένο μέγεθος της λέξεως «νους»· όχι απλώς «εγκέφαλος» - δεν μπορώ να το ζωγραφίσω, στην αγιογραφία προσπαθώ με εξωτερικά συμβολικά μεγέθη να εκφράσω αυτά τα οποία δεν φαίνονται.

Εμείς για παράδειγμα, αγιογραφούμε την προσευχή. Ενώ αν πεις σε ένα ζωγράφο «ζωγράφισε την προσευχή», άλλος θα το κάνει τελείως νατουραλιστικά· ένας άνθρωπος που προσεύχεται στο δάσος. Άλλος θα το κάνει αφηρημένα· με μια πινελιά κόκκινη πάνω σε έναν άσπρο καμβά. Δεν γνωρίζω πώς θα το κάνει.

Εμείς λοιπόν ούτε νατουραλιστικά, ούτε αφηρημένα κινούμεθα. Αλλά εκφράζουμε μεγάλες έννοιες με συμβολισμούς. Και επειδή οι άγγελοι συγκεντρώνουν τον νου τους στον Θεό, βάζουμε πάνω στην πλούσια κόμη τους, που είναι τα πλούσια χαρίσματα που έχουν, αυτή την κορδέλα. Κι αυτό το στοιχείο είναι δογματικό. Δεν υπάρχει άγγελος χωρίς κορδέλα.
Θα το δούμε και σε άλλες εικόνες αυτό.

*

Επίσης, έχουμε τους τρεις μάγους. Τη λέξη «μάγος» (μαγεία) μη την συνδέσετε με τα γεγονότα της δαιμονιώδους πράξεως της μαγείας· της επικλήσεως, δηλαδή, δαιμόνων για το καλό ή το κακό, δηλαδή την εσφαλμένη κατά κόσμον διάκριση, μαύρης και λευκής μαγείας.

Μάγοι σημαίνει σοφοί άνθρωποι
. Οι σοφοί, έτσι αποκαλούνταν τότε. Επιστήμονες ήταν και φέρνουν -από ό,τι ξέρετε- τρία δώρα... χρυσό, λιβάνι και σμύρνα.

Αυτά τα δώρα είναι δογματικά στοιχεία.
Χρυσάφι φέρνουν στο Χριστό, γιατί είναι βασιλιάς. Στο βασιλιά πηγαίνανε χρυσάφι.
Λιβάνι, γιατί είναι Θεός.
Και σμύρνα· αυτό το άρωμα είναι σμύρνα, το υλικό με το οποίο ήλειφαν τους νεκρούς
· κατά την παράδοση την εβραϊκή μεν, αλλά και σύμφωνα με άλλες εξωτερικές του εβραϊκού κόσμου παραδόσεις, υπάρχει η μύρωση.

Η άλειψη, η χρίση των νεκρών για λόγους καθάρσεως, όπως κάνουμε κι εμείς. Πλένουμε τους νεκρούς μας πριν τους θάψουμε. Τον Χριστό τον ήλειψαν με σμύρνα και αλόη.

Άρα είναι Θεός, είναι Βασιλιάς και είναι Αυτός ο οποίος θα πεθάνει για εμάς. Και είναι η σμύρνα, ο χρυσός και το λιβάνι, συγκεκριμένα δογματικά στοιχεία.






Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

"Θεολογία της εικόνας (1/4)"







Ανάλυση της θεολογίας της εικόνας
της Γεννήσεως του Χριστού

Του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
στα πλαίσια μαθημάτων Ορθόδοξης Αγιογραφίας.

Μίλησα [στο προηγούμενο μάθημα] για το σκοτάδι που υπάρχει μέσα στην εικόνα· μέσα σε αυτόν το χώρο που είναι το σκότος και η σκιά του θανάτου, όπως περιγράφει ο προφήτης Ησαΐας, δηλαδή στον κόσμο στον οποίο γεννήθηκε ο Χριστός.

Θυμίζω τα δύο ζώα που εκφράζουν τους εξ εθνών και εξ Ιουδαίων Χριστιανούς, όπως περιγράφεται βιβλικά η λέξη αυτή από τον Μιχαία και από τον προφήτη Ησαΐα. Ο Χριστός αγιογραφείται πάντα ανάμεσα σε δυο ζώα, που ήταν όλοι οι άνθρωποι·
άλογοι [ήταν] ακόμη και οι Ιουδαίοι, που ενώ ήξεραν ένα μέρος της αλήθειας, αλόγως φέρθηκαν. Ακόμη και οι εξ εθνών Χριστιανοί και αυτοί αλόγως φέρθηκαν. Άρα εν μέσω δύο ζώων «γνωσθείς» ο Χριστός, που είναι εδώ στη μέση….

Ο Χριστός είναι τυλιγμένος με κάποια σουδάρια νεκρικά. Εδώ, δηλώνεται ότι ο Χριστός γεννήθηκε για να πεθάνει για εμάς. Δεν είναι απλώς ο θρίαμβος της Γεννήσεως του Χριστού. Η Γέννηση του Χριστού ετοιμάζει το Πάσχα.
Γι’ αυτό ο Χριστός κείται, κοιμάται μέσα σε έναν τάφο.
Δεν κοιμάται στο οποιοδήποτε κρεβάτι· πράγμα που αποτελεί το γεγονός, το οποίο θα μας συνδέσει αναγωγικά προς τον χώρο της Αναστάσεως.

*

Εδώ, έχουμε την Παρθένο, την Παναγία. Η Παρθένος έχει πάντοτε - σε όλες τις αγιογραφικές εκφράσεις - στο κεφάλι της και τις δύο πλάτες, τρία αστεράκια. Οκτάκτινα αστεράκια. Τα τρία αστεράκια δηλώνουν ότι η Παναγία ήταν Παρθένος προ, κατά και μετά τον τόκο. Είναι ακριβώς Παρθένος.

Και το οκτάκτινο αστεράκι σημαίνει το μυστήριο της όγδοης ημέρας. Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο σε εφτά ημέρες. Την έβδομη ημέρα ο άνθρωπος απέτυχε. Και ο Θεός εγκαινίζει δια του έργου της Θείας Οικονομίας και της του Χριστού συγκαταβάσεως, το έργο της ογδόης ημέρας της Δημιουργίας- που είναι ακριβώς το έργο της Θείας Οικονομίας.

Γι’ αυτό η Παναγία μετέχει στο έργο της Θείας Οικονομίας. Είναι διάκονος στο μυστήριο αυτό. Και γι’ αυτό ακριβώς έχει αυτά τα αστεράκια....

*

Να υπενθυμίσω ότι η αγιογραφία εκφράζει μία θεολογία. Βλέπετε, έχουμε ως πηγές μελέτης την Αγία Γραφή, έχουμε τους ύμνους της Εκκλησίας που είναι η υμνολογική απόδοση της θεολογίας και έχουμε τις εικόνες, που είναι η ζωγραφική απεικόνιση της θεολογίας. Άρα εδώ ό,τι κάνουμε είναι μια θεολογία.

Γι’ αυτό πολλές φορές απεικονίζουμε με γραφικές εκφράσεις, ακόμη και τροπάρια.
Λέει το τροπάριο των Χριστουγέννων «Παρθένος καθέζεται τα Χερουβίμ μιμουμένη». Κι εδώ ακριβώς στην εικόνα, η Παναγία «καθέζεται τα Χερουβίμ μιμουμένη» με έναν τρόπο. Βλέπετε, τα χέρια της τα έχει χερουβικώς-πως, σε μια στάση προσευχής και καθέζεται.

Το καθεζόμενον δηλώνει πάντοτε στη θεολογία μας μία βεβαιότητα. Υπάρχει κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, νομίζω του προφήτου Ωσηέ, ο οποίος προφήτης Ωσηέ λέει αναφερόμενος στον Θεό:
«Συ, ο καθήμενος, ημείς δε απολλύμεθα. Συ, ο καθήμενος εις τους αιώνας».
Βλέπετε τη συγκριτική; Ο καθήμενος και όχι ο όρθιος, ο απολλύμενος. Δηλαδή η θέση της καθήσεως σημαίνει βεβαιότητα.

Ο Θεός είναι καθήμενος. Γι’ αυτό τους αγίους δεν τους κάνουμε καθημένους. Είναι λανθασμένη και ρομαντική έκφραση να κάνεις έναν άγιο ένθρονο. Ένθρονος είναι μονάχα ο Χριστός ή η Παναγία. Δηλαδή ακρότατες μορφές.

Ο καθήμενος σημαίνει μία απόλυτη βεβαιότητα. Και βλέπετε η Παναγία, μετά από την αποδοχή του γεγονότος της Θείας οικονομίας που θα λειτουργηθεί επάνω της, γίνεται η Παναγία μας. Δηλαδή, γίνεται η οριστικά αμετάπτωτος προς την αμαρτία. Γι΄ αυτό είναι καθεζόμενη η Παναγία.







Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

"Το μυστήριο της χαράς και της ευχαριστίας"







Το Μυστήριο της Χαράς και της Ευχαριστίας

π. Χριστόδουλος Μπίθας


Πρόκειται για τo πρώτο βιβλίο της νέας σειράς των εκδόσεων ΑΘΩΣ "ΕΝ ΤΗ ΟΔΩ", η οποία έχει στόχο να παρουσιάσει κείμενα που σχετίζονται με την ορθοδοξία και το γένος μας στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Το Μυστήριο της χαράς και της ευχαριστίας περιλαμβάνει κεί­με­να σύγχρονου θεολογικού προβληματισμού του πρωτοπρεσβύτερου Χρι­στο­δού­λου Μπί­θα, προϊσταμένου του Ι. Ν. Τα­ξια­ρχών Μο­σχά­του.

Σήμερα, αν ανα­ρω­τη­θού­με, επισημαίνει ο π. Χριστόδουλος, τι ση­μα­ί­νει ορ­θο­δο­ξί­α και ποιος είναι ο θρίαμβός της, θα δι­α­πι­στώ­σου­με ό­τι πολ­λοί από εμάς τους Νε­ο­έλ­λη­νες, αλλά και τους ορθοδόξους στις άλ­λες χώ­ρες, έ­χου­με κάποια σύγ­χυ­ση. Κι η σύγ­χυ­ση αυ­τή εί­ναι α­πο­τέλε­σμα της α­πο­μά­κρυν­σης με­γά­λου μέ­ρους του λα­ού από την ευαγγελική δι­δα­σκα­λί­α και την πα­ρά­δο­ση των Πα­τέρων της εκ­κλη­σί­ας, ως αποτέλεσμα μιας μακραίωνης περιόδου, που ξε­κι­νά­ει από την Τουρκοκρατία και τα σκο­τάδια της και φτά­νει έως σή­με­ρα.

Με διεισδυτικό πνεύμα ο συγγραφέας εισέρχεται στον πυρήνα της ευαγγελικής διδασκαλίας και έχοντας βαθιά συνείδηση ότι η χριστιανική πίστη είναι μοναδική και ανυπέρβλητη, προσδιορίζει τη θέση της εκκλησίας και των Χριστιανών στον σύγχρονο κόσμο.







Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

"Ο Νέλσον Μαντέλα είπε.. "







Μερικά λόγια του Μαντέλα, που θα μείνουν στην Ιστορία:

«Κατά τη διάρκεια της ζωής μου έχω αφιερώσει τον εαυτό μου στον αγώνα του Αφρικανικού λαού.

Έχω πολεμήσει εναντίον της λευκής κυριαρχίας και έχω πολεμήσει εναντίον της μαύρης κυριαρχίας.

Έχω λατρέψει το ιδανικό μιας δημοκρατικής και ελεύθερης κοινωνίας, όπου όλα τα άτομα θα ζουν πάντα μαζί αρμονικά και με ίσες ευκαιρίες.

Είναι ένα ιδανικό που ελπίζω να ζήσω γι’ αυτό.
Αλλά Θεέ μου, εάν χρειαστεί, είναι και ένα ιδανικό που είμαι προετοιμασμένος να πεθάνω γι’ αυτό».

«Δεν είχα καμία επιφοίτηση, καμία προσωπική αποκάλυψη, καμία ιδιαίτερη στιγμή της αλήθειας, αλλά μια σταθερή συσσώρευση από χιλιάδες προσβολές, χιλιάδες εξευτελισμούς και χιλιάδες ανομολόγητες στιγμές, που προκάλεσαν μέσα μου έναν θυμό, μια επανάσταση, έναν πόθο να πολεμήσω το σύστημα που φυλάκιζε τον λαό μου.
Δεν υπήρξε κάποια ξεχωριστή ημέρα όπου είπα, από τώρα και στο εξής θα αφιερώσω τον εαυτό μου στην απελευθέρωση αυτών των ανθρώπων. Αντίθετα, βρήκα τον εαυτό μου απλά να το κάνει και δεν μπορούσα να ενεργήσω διαφορετικά».

«Θα πετύχεις περισσότερα σ’ αυτόν τον κόσμο μέσα από πράξεις ελέους, απ’ ότι μέσα από πράξεις τιμωρίας».

«Το πρώτο πράγμα είναι να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να έχεις ποτέ επιρροή στην κοινωνία, εάν δεν έχεις αλλάξει τον εαυτό σου… Οι μεγαλύτεροι ειρηνοποιοί ήταν όλοι άνθρωποι με ακεραιότητα, ειλικρίνεια αλλά και ταπεινότητα».

«Κανείς δεν γεννιέται μισώντας ένα άλλο άτομο λόγω του χρώματος του δέρματός του ή λόγω των καταβολών του ή της θρησκείας του. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να μισούν και εφόσον μαθαίνουν να μισούν, μπορούν να μάθουν και να αγαπάνε, επειδή η αγάπη έρχεται πολύ πιο φυσικά στην ανθρώπινη καρδιά από το αντίθετό της».

«Ενώ έβγαινα από την πόρτα, πηγαίνοντας προς την πύλη που θα οδηγούσε προς την ελευθερία μου, ήξερα πως εάν δεν άφηνα την πίκρα και το μίσος μου πίσω, θα ήμουν ακόμα φυλακισμένος».

«Όταν κάποιος ανέβει έναν μεγάλο λόφο, το μόνο που ανακαλύπτει είναι πως υπάρχουν ακόμα πολλοί λόφοι για να ανέβει».

«Έμαθα πως το θάρρος δεν είναι η απουσία του φόβου, αλλά ο θρίαμβος σου όταν τον νικάς. Θαρραλέος άνδρας δεν είναι εκείνος που δεν φοβάται, αλλά εκείνος που θριαμβεύει πάνω στον φόβο του».

«Η μνησικακία είναι σα να πίνεις δηλητήριο και μετά ελπίζεις, πως αυτό θα σκοτώσει τους εχθρούς σου».

«Εάν μιλάς σ’ έναν άντρα σε μια γλώσσα που καταλαβαίνει, αυτό που λες πηγαίνει στο κεφάλι του. Εάν του μιλάς όμως στη δική του γλώσσα, αυτό πηγαίνει στην καρδιά του».

«Η εκπαίδευση είναι το πιο ισχυρό όπλο που μπορείς να χρησιμοποιήσεις, για να αλλάξεις τον κόσμο».

«Λέγεται πως κανένας δεν γνωρίζει πραγματικά ένα έθνος, μέχρι να βρεθεί μέσα στις φυλακές του. Ένα έθνος δεν θα πρέπει να κρίνεται από το πως αντιμετωπίζει τους ανώτερους πολίτες του, αλλά τους κατώτερους».

«Πολλά μοιάζουν αδύνατα, μέχρι να συμβούν».

«Το να είσαι ελεύθερος δεν σημαίνει απλά να απελευθερωθείς από τις αλυσίδες σου, αλλά να ζεις με έναν τρόπο που σέβεται και ενισχύει την ελευθερία των άλλων».


GT - [2fA]








"Η Υπηρέτρα"






"Η ΥΠΗΡΕΤΡΑ" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


Την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους… η δεκαοκταέτις κόρη, το Ουρανιώ το Διόμικο, μελαγχροινή νοστιμούλα, εκλείσθη εις την οικίαν της ενωρίς, διότι ήτο μόνη.

Ο πατήρ της, ο ατυχής μπαρμπα-Διόμας, αρχαίος εμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, όστις κατήντησε να γίνη πορθμεύς εις το γήρας του, είχεν επιβή της λέμβου του, περί μεσημβρίαν, όπως πλεύση εις την νήσον Τσουγκριάν, τρία μίλια απέχουσαν και διαπορθμεύση εκείθεν εις την πολίχνην εορτασίμους τινάς προμηθείας. Υπεσχέθη ότι θα επανήρχετο προς εσπέραν, αλλ’ ενύκτωσε και ακόμη δεν εφάνη.

Η νέα ήτο ορφανή εκ μητρός. Η μόνη προς μητρός θεία της, ήτις της εκράτει άλλοτε συντροφίαν, διότι αι οικίαι των εχωρίζοντο δι’ ενός τοίχου, εμάλωσε και αυτή μαζύ της δια δύο στρέμματα αγρού και δεν ωμιλούντο πλέον. Η νεανίς εκάθισε πλησίον του πυρός, το οποίον είχεν ανάψει εις την εστίαν, περιμένουσα τον πατέρα της και εκράτει το ους τεταμένον εις πάντα θόρυβον, εις τα φαιδρά άσματα των παίδων της οδού, ανυπόμονος και ανησυχούσα πότε ο πατήρ της να έλθη.

Αι ώραι παρήρχοντο και ο πτωχός γέρων δεν εφαίνετο. Το Ουρανιώ είχεν απόφασιν να μη κατακλιθή, αλλ’ έμεινεν ούτως ημίκλιντος πλησίον της εστίας. Παρήλθε το μεσονύκτιον και ήρχισαν ν’ αντηχώσιν οι κώδωνες των ναών, καλούντες τους Χριστιανούς εις την ευφρόσυνον της εορτής ακολουθίαν.

Η καρδία της νέας εκόπηκε μέσα της.
― Πέρασαν τα μεσάνυχτα, είπε, κι’ ο πατέρας μου!…

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

"Προεόρτιος τόνος.. "







Απόσπασμα από το βιβλίο "Λογική Λατρεία", του Ι. Μ. Φουντούλη


Το στοιχείο εκείνο που έδωσε, ιδιαίτερο προπαρασκευαστικό και προεόρτιο τόνο στην προ των Χριστουγέννων περίοδο, είναι οι ύμνοι που παρεμβάλλονται στις ακολουθίες του εσπερινού, του όρθρου και του αποδείπνου των ημερών αυτών.
Η παρεμβολή γίνεται κατά ένα μεθοδικό και κλιμακωτό ανοδικό σύστημα.
Από την 21η Νοεμβρίου αρχίζουν να ψάλλονται οι καταβασίες των Χριστουγέννων «Χριστός γεννάται δοξάσατε…», από την 26η προστίθεται και το προεόρτιο κοντάκιο «Η Παρθένος σήμερον τον προαιώνιον Λόγον…»· από την 30η Νοεμβρίου αρχίζει η παρεμβολή και άλλων προεορτίων τροπαρίων.
Από την 20η Δεκεμβρίου το προεόρτιο στοιχείο κυριαρχεί πια στις ακολουθίες· κανόνες, στιχηρά, καθίσματα, εξαποστειλάρια, έχουν προεόρτιο χαρακτήρα.

Από αυτά τα πιο αξιοπρόσεκτα υμνογραφήματα που ψάλλονται κατά την περίοδο αυτή είναι σειρά αποστίχων με ακροστιχίδα κατ᾿ αλφάβητον, ποίημα Ρωμανού του Μελωδού, που κατανέμονται καθ᾿ ομάδας ως στιχηρά των αίνων, όλα του πλ. β ήχου και προσόμοια του πρώτου τροπαρίου της σειράς αυτής, που χαρακτηριστικά, μας δίδει και το θέμα όλων των άλλων:
«Α γγελικαί προπορεύεσθε δυνάμεις·
ο ν Βηθλεέμ τοιμάσατε τήν φάτνην·
Λόγος γάρ γεννται, Σοφία προέρχεται·
δέχου σπασμόν κκλησία·
ες τήν χαράν τς Θεοτόκου, λαοί επωμεν·
Ελογημένος Θεός μν, δόξα σοι».

Τις ημέρες αυτές ψάλλονται κατά τα απόδειπνα και τα προεόρτια τριώδια και οι κανόνες, ποιήματα Συμεών του Μεταφραστού, που εξαρτώνται και κατά την ακροστιχίδα και κατά το περιεχόμενο από τα αντίστοιχα τριώδια της Μεγάλης Εβδομάδος.
Η προ των Χριστουγέννων εβδομάς παίρνει έτσι τον χαρακτήρα και πλέκεται κατά την μίμησιν της προ του Πάσχα Μεγάλης βδομάδος.
Η μίμησις κορυφούται την παραμονή των Χριστουγέννων με την ακολουθία των μεγάλων ωρών και του εσπερινού, που έχουν ποιηθεί κατά το πρότυπο των μεγάλων ωρών της Μεγάλης Παρασκευής και του μεγάλου εσπερινού του Πάσχα.