Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

"Περί θυσιών"







Από το ελληνόγλωσσο βιβλίο του νεοπλατωνικού φιλοσόφου Σερήνου Σαλουστίου (4ος μ. Χ. αιώνας), «Περί Θεών και Κόσμου».


Επειδή από τους θεούς έχουμε τα πάντα, είναι δίκαιο να δίνουμε τις απαρχές σ’ εκείνους που μας τα δίνουν.

Απαρχές των αποκτημάτων μας είναι τα αναθήματα, των σωμάτων μας η κόμη και της ζωής μας οι θυσίες. Έπειτα, οι προσευχές χωρίς θυσίες είναι μόνο λόγοι, μαζί με θυσίες είναι έμψυχοι λόγοι, γιατί ο λόγος δυναμώνει την ζωή και η ζωή εμψυχώνει τον λόγο.

Προσέτι, ευδαιμονία κάθε πράγματος είναι η οικεία τελειότητα και για κάθε πράγμα οικεία τελειότητα είναι η συναφής με την αιτία του. Γι’ αυτό κι εμείς προσευχόμαστε: για να έλθουμε σε συνάφεια με τους θεούς.

Επειδή λοιπόν, πρώτη ζωή είναι εκείνη των θεών και μορφή ζωής είναι η ανθρώπινη ζωή, που επιθυμεί να έλθει σε συνάφεια με την πρώτη, χρειάζεται κάτι ενδιάμεσο, γιατί τίποτε από όσα βρίσκονται σε μεγάλη διάσταση δεν συνάπτεται χωρίς ενδιάμεσο.

Το ενδιάμεσο όμως, οφείλει να είναι όμοιο προς τα συναπτόμενα, άρα το ενδιάμεσο της ζωής χρειάζεται να είναι ζωή και γι’ αυτό οι άνθρωποι θυσιάζουν ζώα και όσοι τώρα είναι ευδαίμονες και οι παλαιότεροι.

Δεν θυσιάζουν όμως, οποιοδήποτε ζώο, αλλά σε κάθε θεό τα πρέποντα και με τη συνοδεία ολόκληρου του άλλου θρησκευτικού τυπικού.







Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

"Μικρή μου πατρίδα.. "



Κάλυμνος


Το τραγούδι του πολυτάλαντου γιατρού Γιάννη Κουλλιά
από το θεατρικό του έργο "Το Μιρμιζέλι"
συνοδευόμενο από τις εκπληκτικές του φωτογραφίες!

Στίχοι - Μουσική - Φωτογραφίες: Γιάννης Κουλλιάς
Τραγούδι: Καίτη Κουλλιά, Σπύρος Ζαΐρης, Γιάννης Λεκόπουλος.






[Φυλακτό στην καρδιά και πνοή
και πόνος και όνειρο..
Κάλυμνος!.. ]


GT - [2fA]


   



Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Συνεδρία επιτυχίας








[ - 22]


Διακριτικό το φθινόπωρο κι απομακρυνόμαστε από την ακτή, για να δούμε τα πράγματα πιο καθαρά, να υπολογίσουμε τις αποστάσεις με ακρίβεια, σε σχέση πάντοτε με τον καιρό και να εντοπίσουμε τις ασφαλέστερες διόδους.

Η επιτυχία θέλει ικανότητες, προσπάθεια και σαφή εκτίμηση της πραγματικότητας.
Και πάλι δεν είναι διασφαλισμένη. Γιατί όσο και αν καλύψουμε τους παράγοντες που την επηρεάζουν, πάντα υπάρχει η πιθανότητα κάτι που διαφεύγει από τη δυνατότητα ελέγχου μας, να ανατρέψει τα σχέδια μας.

Αυτή την πιθανότητα, θα πρέπει να την περιορίσουμε όσο γίνεται περισσότερο.
Βασική ωστόσο προϋπόθεση της επιτυχίας, παραμένει η αποδοχή της αδυναμίας μας να ελέγξουμε όσα δεν εξαρτώνται από μας.

Η αποδοχή αυτής της αλήθειας μας κάνει άξιους (συν)αγωνιστές – για μια διασφαλισμένη έκβαση, δεν αξίζει να αγωνίζεται κανείς.
Εκείνος που γνωρίζει πώς θα διαχειριστεί μια ενδεχόμενη αποτυχία, είναι αυτός που του αξίζει και να επιτύχει.
Γιατί έχει το πλεονέκτημα να μη βαδίζει στο άγνωστο, αλλά να ξέρει πού πατά.

Το ταξίδι σε κάθε περίπτωση, θα είναι από μόνο του μια συναρπαστική περιπέτεια.

Ας ανοίξουμε αρχικά, τον χάρτη των επιδιώξεων μας.
Πρέπει να γνωρίζουμε επακριβώς ποιος είναι ο στόχος, τι απαιτείται για την επίτευξη του και αν πραγματικά διαθέτουμε τις ικανότητες γι’ αυτό.
Αυτό σημαίνει πως δεν θα παραμείνουμε στη θολή αίσθηση του τι θα ευχόμασταν να πετύχουμε, αλλά θα έχουμε ολοκάθαρο το όραμα του σκοπού μας και συνειδητοποιημένη την απόφαση για την πορεία μας προς αυτόν. 

Με αυτές τις προϋποθέσεις, το δεύτερο βήμα θα είναι να ξεκαθαρίσουμε στην αντίληψη μας τι εξαρτάται από μας και μπορούμε να έχουμε τον έλεγχο του και τι όχι.

Από μας λοιπόν δεν εξαρτάται τίποτα περισσότερο από τον έλεγχο του εαυτού μας.
Και αυτός συνήθως, μοιάζει ανέφικτος και σκοτεινός. Δεν είναι όμως έτσι.

Πρέπει – και μπορούμε – να ενεργοποιήσουμε τη θέληση μας, σε σημείο που η ελπίδα της επιτυχίας να γίνει πίστη και πεποίθηση.
Να ελέγχουμε τα συναισθήματα μας, ώστε να μην προάγουν αναστολές και αδράνεια, αλλά ενέργειες και ενθουσιασμό.
Και να αξιοποιούμε τελικά το μυαλό μας, δημιουργικά και προγραμματισμένα.

Οι στόχοι της ζωής μπορούν να αλλάζουν και να διαφοροποιούνται.
Τον εαυτό μας όμως, αξίζει πραγματικά να τον οργανώσουμε σε σταθερές βάσεις, όποιον δρόμο και αν κληθούμε ή επιλέξουμε να ακολουθήσουμε.
Το "τι" είναι απρόσωπο και αστάθμητο. Το "ποιος" είναι ουσιώδες και προσωπικό.  

Σημασία έχει τι είναι κανείς και όχι τι κάνει.
Γιατί αν κάποιος δεν είναι γνήσιος, τότε και όσα φαίνεται πως κάνει, θα είναι πλαστά.
Ενώ αν είναι διαυγής στις προθέσεις του, ό,τι και να επιχειρεί θα έχει την σφραγίδα της εντιμότητας.

  
Ημερολόγιο πλοίου:

1. Κάθε αλήθεια που διατυπώνεται θεωρητικά, περιέχει και την δυναμική της πρακτικής της έκφρασης.

2. Όποιος θέλει να βρει τον δρόμο του, θα τον βρει. Χωρίς εκβιασμούς.
Η κινητήρια δύναμη του κόσμου δεν είναι η τυφλή επιθυμία.
Είναι η σταθερή βούληση, που διαχειρίζεται αποτελεσματικά ένα ασταθές περιβάλλον.

3. Όσο πιο δύσκολος ο δρόμος, τόσο σημαντικότερη και η επιτυχία.

4. Όμως η ικανοποίηση της επιτυχίας είναι απλώς μια επιβράβευση.
Το ουσιαστικό κέρδος είναι η ανάπτυξη της ικανότητας ελέγχου του εαυτού μας.  




                                                        



Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

"Η Σημαία"







Πάντα κι όπου σ' αντικρίζω
με λαχτάρα σταματώ
και περήφανα δακρύζω,
ταπεινά σε χαιρετώ.

Δόξα αθάνατη στολίζει
κάθε θεία σου πτυχή,
και μαζί σου φτερουγίζει
της Πατρίδος η ψυχή.

Όταν ξάφνου σε χαϊδεύει
τ' αεράκι τ' αλαφρό,
μοιάζεις κύμα που σαλεύει
με χιονόλευκο αφρό.

Κι ο σταυρός που λαμπυρίζει
στην ψηλή σου κορυφή,
είναι ο φάρος που φωτίζει
κάθε ελπίδα μας κρυφή.

Σε θωρώ κι αναθαρρεύω
και τα χέρια μου χτυπώ
σαν αγία σε λατρεύω
σαν μητέρα σ' αγαπώ.

Κι απ' τα στήθη μου ανεβαίνει
μια χαρούμενη φωνή
να 'σαι πάντα δοξασμένη
ω σημαία γαλανή!


Ιωάννης Πολέμης







Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

"Ο Άγιος Δημήτριος"







Μέγαν ερατο v τος κιvδύvοις,
σ πέρμαχοv, οκουμένη,
θλοφόρε τ θνη τροπούμενον.
ς ον Λυαίου καθελες τν παρσιν,
ν τ σταδί θαῤῥύvας τν Νέστορα,
οτως γιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε,
Χριστν τν Θεν κέτευε,
δωρήσασθαι μν τ μέγα λεος.







"Μυροβλύτης με άρματα"







O άγιος Δημήτριος ο Mυροβλύτης - Αρματωμένος την Αρματωσιά του Θεού.


του
Φώτη Κόντογλου



O άγιος Δημήτριος μαζί με τον άγιο Γεώργιο, είναι τα δυο παλληκάρια της χριστιανοσύνης. Aυτοί είναι κάτω στη γη κ’ οι δυο αρχάγγελοι Mιχαήλ και Γαβριήλ είναι απάνω στον ουρανό. Στα αρχαία χρόνια τους ζωγραφίζανε δίχως άρματα, πλην στα κατοπινά τα χρόνια τους παριστάνουνε αρματωμένους με σπαθιά και με κοντάρια και ντυμένους με σιδεροπουκάμισα. Στον έναν ώμο έχουνε κρεμασμένη την περικεφαλαία και στον άλλον το σκουτάρι, στη μέση είναι ζωσμένοι τα λουριά που βαστάνε το θηκάρι του σπαθιού και το ταρκάσι πόχει μέσα τις σαγίτες και το δοξάρι.

Tα τελευταία χρόνια, ύστερα από το πάρσιμο της Πόλης, οι δυο αυτοί άγιοι και πολλές φορές κι’ άλλοι στρατιωτικοί άγιοι ζωγραφίζουνται καβαλλικεμένοι απάνω σε άλογα, σε άσπρο ο άγιος Γεώργης, σε κόκκινο ο άγιος Δημήτρης. Kι’ ο μεν ένας κονταρίζει ένα θεριό κι’ ο άλλος έναν πολεμιστή, τον Λυαίο.

Aυτά τα άρματα που φοράνε ετούτοι οι άγιοι, παριστάνουνε όπλα πνευματικά, σαν και κείνα που λέγει ο απόστολος Παύλος:

“Nτυθήτε την αρματωσιά του Θεού, για να μπορέσετε να αντισταθήτε στα στρατηγήματα του διαβόλου. Γιατί το πάλεμα το δικό μας δεν είναι καταπάνω σε αίμα και σε κρέας, αλλά καταπάνω στις αρχές, στις εξουσίες, καταπάνω στους κοσμοκράτορες του σκοταδιού σε τούτον τον κόσμο και καταπάνω στα πονηρά πνεύματα στον άλλον κόσμο.

Για τούτο ντυθήτε την πανοπλία του Θεού, για να μπορέσετε να βαστάξετε κατά την πονηρή την ημέρα κι’ αφού κάνετε όσα είναι πρεπούμενα, να σταθήτε. Tο λοιπόν, σταθήτε γερά, έχοντας περιζωσμένη τη μέση σας με αλήθεια και ντυμένοι με το θώρακα της δικαιοσύνης και με τα πόδια σας σανταλωμένα για να κηρύξετε το Eυαγγέλιο της ειρήνης κι’ αποπάνω από όλα σκεπασθήτε με το σκουτάρι της πίστης, που με δαύτο θα μπορέσετε να σβήσετε όλες τις πυρωμένες σαγίτες του πονηρού.
Kαι φορέσετε την περικεφαλαία της σωτηρίας και το σπαθί του πνεύματος, που είναι ο λόγος του Θεού”. 

Aυτός ο ηρωικός και καρτερικός χαραχτήρας, που έχουνε οι πολεμιστές όπου μαρτυρήσανε για τον Xριστό σαν άκακα αρνιά, ανάγεται στα πνευματικά.


Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

"Ταξίδι του μυαλού.. "






Οκτώβρης... Φθινόπωρο
κι εγώ - αφού πάρω μια πρωινή "ανάσα" από τα παιδιά μου
με κουβεντούλες κι αγκαλιές
μπαίνω σε τρόλεϊ, μετρό, λεωφορεία και ταξιδεύω...

Ταξιδεύω στον διπλανό μου.
Βλέπω πρόσωπα προβληματισμένα - τις πιο πολλές φορές - χωρίς χαρά
και σκέφτομαι πόσο θα ήθελα να μαλακώσω αυτά τα πρόσωπα,
να σχεδιάσω ένα χαμόγελο που να βγαίνει από μέσα…
να μου πει τον πόνο του...
δεν μπορώ να το κάνω...
δεν μου επιτρέπεται...
Είναι ξένος...
Είμαι ξένη....

Με βαραίνει αυτό το βλέμμα, αυτό το πρόβλημα.
Θα το κάνω χωρίς να το ξέρει.
Χωρίς να τον ενοχλήσω...

"Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε εμάς..
(και χαϊδεύω με τα μάτια μου τον πόνο του διπλανού, του απέναντι μου στο κάθισμα
και όλων όσων συνταξιδεύουμε)
.. και τον κόσμο σου!" 

Ταξίδι του μυαλού μου; 

Καθένας ταξιδεύει μόνος με τις σκέψεις του.
Εγώ παρεμβάλλομαι  χωρίς να με βλέπουν...
Αισθάνονται άραγε την προσευχή μου;
Χαίρομαι κρυφά γιατί τους ενόχλησα
και νοιάστηκα για τους συνεπιβάτες μου. 
Αλλά... νοερά.

Νοερά εγώ, φανερά Εκείνος, ας ανάψει τη σπίθα της ελπίδας, της αγάπης Του,
σε όλους τους απογοητευμένους.
Αμήν.


Σταυρούλα Μπ.

[Από το ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΤΟΠΟΣ] - [επ. 2φΑ]






Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

"Μεταφορά ζωής.. "






"ένα φτερούγισμα, ένα πέταγμα, μια γλυκιά ανταύγεια
 κι η ζωή διαιωνίζει το θαύμα της.. "


GT

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

"Η νύχτα του συγγραφέα"






Η νύχτα του συγγραφέα

του Κώστα Ε. Τσιρόπουλου


Δεν θα αναρωτηθώ γιατί υπάρχει στον κόσμο η νύχτα και ποια η χρησιμότητα της. Το μυστήριο της Δημιουργίας μένει ανέπαφο, μπροστά σε ερωτήσεις που στερούνται απαντήσεων. Μολαταύτα, υπακούοντας στην εντολή του Πλάτωνα, θα αναρωτηθώ –και στη συνέχεια θα επιχειρήσω να εξηγήσω- ποιο νόημα έχει η λέξη «Συγγραφέας» και ποιος είναι, κατά τη γνώμη μου, ο ορισμός της.

Αποδεχόμενος εκ προοιμίου τον απόλυτο διαχωρισμό του Ρολάν Μπαρτ [1915-1980], μεταξύ «συγγραφέως» και «γράφοντος», πρέπει να υπογραμμίσω ότι κάθε πρόσωπο που απλώς γράφει, υψώνει το ανάστημα του ενάντια στα καμώματα του χρόνου, στα καμώματα της λήθης.

Διότι, ενώ το ανθρώπινο ον, από τη στιγμή που έρχεται στον κόσμο, καταναλώνει χρόνο, είναι χρονοβόρο, ο χρόνος από την άλλη καταβροχθίζει τον άνθρωπο, είναι ανθρωποφάγος.
Αντιστεκόμενος σ’ ένα πεπρωμένο εξολοθρευτή, ο άνθρωπος γράφει, επιχειρεί να σταματήσει τον χρόνο, να τον υπερβεί ή να τον κατατροπώσει με τις λέξεις του, χαρίζοντας την υπέρβασή του και όχι απλώς εξασκώντας την αντίστασή του, στη ματαιότητα του ζην μέσα στον κόσμο.

Αλλά το γράφειν δεν σημαίνει μονάχα αντίσταση. Με την ίδια βαρύτητα, αποτελεί επίσης γνώση. Το ανθρώπινο ον γνωρίζει και αναγνωρίζει την ύπαρξη του και τον κόσμο ολόκληρο στα μυστικά του, με τις λέξεις. Έτσι όπως ο Λόγος έγινε Ρήμα, ο κόσμος ρηματοποιείται μέσα στον άνθρωπο, έτσι όπως αποκαλύπτεται η ύπαρξη του στα πιο σκοτεινά και δυσνόητα μυστήρια.

Από τη στιγμή που ήρθαμε στη γη, καρποί του έρωτα των γονιών μας, προχωρούμε προς τούτη την πολυσθενή γνώση, ρωτώντας με λέξεις. Ρωτώντας τους άλλους, αναρωτώμενοι οι ίδιοι για την πείνα και τη δίψα, τον πόνο και τον ύπνο, την κούραση, την όρεξη και τον πόθο, χρησιμοποιώντας τις λέξεις για να φωτίσουμε τη μυστηριώδη ύπαρξη μας στον κόσμο, ώσπου όλο μας το είναι διηθημένο μετατρέπεται σ’ ένα σύμπαν από λέξεις.

Αυτή η ιερή λειτουργία της εισαγωγής του ανθρώπου στο μυστήριο του κόσμου –της ίδιας του της ύπαρξης- με ερωτήσεις, κωδικοποιήθηκε από τον Πλάτωνα με τη μορφή του διαλόγου.
Αυτός ο εν εξελίξει διάλογος με προορισμό το αίνιγμα της ύπαρξης, δεν σημαίνει μονάχα επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά επίσης: κοινωνία, κοινότητα και κοινωνικό σύνολο – την ελληνική λέξη: κοινωνία.

Και αυτή η διαφωτιστική λειτουργία συνεχίζει να είναι προφορική, μέχρι που ο άνθρωπος φοβισμένος από τη ρευστότητα των λέξεων, από την θεία αντίσταση της σιωπής απέναντι του, συνειδητοποιεί τη ματαιότητα κάθε προφορικής ρηματοποίησης, τον χαμό των λέξεων του.

Τότε, οι φτερωτές λέξεις του Ομήρου, για να μη χαθούν, πρέπει να δεθούν στη γραφή. Με τον τρόπο αυτό, οχυρώνεται η μνήμη απέναντι στην πολιορκία της λήθης και σχηματοποιείται η αντίσταση στη ματαιότητα του διαλόγου.

Όμως η προσέγγιση μου, που αφορά στον γραπτό λόγο, δεν τελειώνει ούτε εδώ, ούτε με αυτόν τον τρόπο. Κάθε άνθρωπος –που δεν είναι τελείως αναλφάβητος- γράφει, αλλά σίγουρα δεν είναι συγγραφέας. Συγγραφέας είναι εκείνος, που γράφει συχνά κείμενα και βιβλία, σαν ένας αγωνιστής που μάχεται διαρκώς ενάντια στον χρόνο, ο οποίος είναι στην ουσία μηδενιστής.

Ο συγγραφέας που υπαινίσσεται ο τίτλος αυτού του διαλόγου, είναι εκείνος που εδραιώνει μια οντολογική σχέση με τις λέξεις, με τον γραπτό λόγο. Οι γραπτές λέξεις του αποκαλύπτουν την ίδια την ουσία της ύπαρξης του.

Και όχι μόνο: αυτός ο τύπος συγγραφέα γράφει τα κείμενα του έχοντας μια μυστηριώδη αντίληψη της ομορφιάς του κειμένου και οι λέξεις του αποτελούν κλειδιά του αινίγματος μας. Είναι υπηρέτης της γλωσσικής Τέχνης. Κι όταν ο χρόνος ξυπνά μέσα σε ολόκληρη την ύπαρξη του τη σαρωτική ματαιότητα του ανθρώπινου (διότι η ιστορία ολάκερης της Ανθρωπότητας είναι τόσο λήθη, όσο και ανάμνηση), ο συγγραφέας ορθώνει το ανάστημα του και την αντιμετωπίζει χρησιμοποιώντας, σαν ύστατο μέσο, την ομορφιά της γλώσσας του, την διαχρονικότητα των λέξεων της. Έτσι στα ελληνικά, Λογοτεχνία σημαίνει «Τέχνη του λόγου».

Τούτη η λειτουργία είναι οντολογική, διότι δικαιώνει ολόκληρη την ύπαρξη, απορροφά την απολυτότητα του είναι. Ο συνειδητοποιημένος συγγραφέας δεν γράφει μονάχα με το πνεύμα, με την ψυχή ή την καρδιά του. Γράφει με όλη του την ύπαρξη, με το σώμα του επίσης.

Ο κόσμος έχει ζήσει μεγάλες περιόδους περιφρονώντας το σώμα και εξυψώνοντας την ψυχή. Τώρα, στην εποχή της εξάπλωσης του homo economicus, συμβαίνει το αντίθετο. Όμως σεβόμενος τον ελληνικό κανόνα, το μέτρον, πρέπει να υπογραμμίσω μια μεγάλη αλήθεια: η ύλη είναι καλή, είναι άγια και ευλογημένη, γιατί κι εκείνη επίσης, έχει φτιαχτεί από τον Δημιουργό των Πάντων.

Κι ένας συνειδητοποιημένος συγγραφέας δεν υπακούει μονάχα στις επιταγές του πνεύματος του, της ψυχής ή του νου του –στις επιταγές που προέρχονται από όλες εκείνες τις αόρατες και ακατανόητες δυνάμεις της υπάρξεώς του- αλλά και στο σώμα του. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας συγγραφέας πρέπει να είναι υλιστής.

Αντίθετα: οι λέξεις δεν περιέχουν ύλη και στην ελληνική γλώσσα ο όρος «συγγραφέας» αποκτά μια μυστηριώδη έννοια. Είναι κάποιος που συν-γράφει. Δηλαδή γράφει συν, με, με άλλα λόγια «με κάποιον», όχι μόνος. Γράφει συνοδευόμενος. Ποιος είναι αυτός ο «κάποιος», αυτός ο «άλλος» που δεν είναι «εγώ»; Και γιατί συνεργάζεται σε τούτο το κατόρθωμα ομορφιάς της γλώσσας;

Ίσως γιατί αυτός ο Κάποιος, αυτός ο Άλλος, είναι ο Δημιουργός όλης της Ομορφιάς του Κόσμου, μιας ομορφιάς όχι στατικής, αλλά διαρκώς συνεχιζόμενης μέσα στον χρόνο –που επίσης ανήκει στη Δημιουργία. Αυτός ο Κάποιος είναι ο ίδιος που δημιούργησε τη Νύχτα. Όπως επίσης και τη Νύχτα του Συγγραφέα...


[Απόσπασμα από την Ομιλία κατά την τελετή αναγόρευσης του συγγραφέα σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Γρανάδας, στις 27 Μαΐου 2004. Το πλήρες κείμενο δημοσιεύεται στο 3ο τεύχος του περιοδικού Φρέαρ. Μετάφραση, από την Ούρσουλα Φωσκόλου. Η φωτογραφία προέρχεται από τη Νοσταλγία του Αντρέι Ταρκόφσκι.]







Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

"Μια άλλη προσευχή"






Για τους 9χρονους μαθητές, το 1955.






   



Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

"Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας"






Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας

Της Νίκης Μιχαλάκα


Μην του μιλάτε αυτού του ανθρώπου που μένει στο απέναντι διαμέρισμα, κάπως περίεργος φαίνεται, γυρίζει τις νύχτες αργά, μυρίζει ποτό, μα και οι γείτονες δεν έχουν καθόλου καλή γνώμη για το πρόσωπο του! Α.. και μην ξεχαστείτε και μπείτε μαζί του στο ασανσέρ να ανεβείτε στο σπίτι, με τις σκάλες να έρχεστε, ποτέ δεν ξέρεις... 

...
Σήμερα, καθώς κατέβαινα χαρούμενη και περιποιημένη για μια μικρή βόλτα, με το μυαλό να ταξιδεύει στην όμορφη μέρα που πέρασα, στο δοξολογικό δεκαπενθήμερο των διακοπών, σε αγαπημένα πρόσωπα..., ξάφνου αντικρίζω στην είσοδο της πολυκατοικίας έναν άνθρωπο αλλιώτικο.
Ο ψηλός μελαχρινός κύριος με τη μπάσα φωνή, είναι πλέον ωχρός, καμπουριασμένος, μόλις μετά βίας ακούγεται η φωνή του και με δυσκολία σέρνει το αδύνατο σαρκίο του. Μα εγώ πάλι φοβάμαι!

Τον χαιρετώ ευγενικά, σαν τίποτα να μην έχει αλλάξει – μην τάχα τον προσβάλλω – και φεύγω γρήγορα. Βγαίνω από την πολυκατοικία και θέλω να ουρλιάξω, ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας λιώνει τους δυο τελευταίους μήνες και οδηγείται στη δύση της ζωής του. Το σκέφτομαι και φοβάμαι, θέλω να τρέξω, να εξαφανιστώ, λες και έτσι ο θάνατος και η φθορά εμένα δεν θα με βρουν, θα με ξεχάσουν.

Για λίγο απωθώ τον πόνο, μα δεν μπορώ να λησμονήσω τη μορφή του και θέλω πάλι να φωνάξω. Αυτή τη φορά όμως, η κραυγή να είναι εσώτερη, για τη ζωή που ευτελίζω, για το ψέμα που τρέφω στα βάθη της ψυχής μου, για την αχαριστία που μέσα της φλέγομαι, για την αγκαλιά που δεν πήρα ακόμα τη μητέρα μου, το σ’ αγαπώ που δεν είπα στον πατέρα μου, για το κουράγιο που δεν έδωσα στην αδελφή μου, για τις σχέσεις που θανατώνω, για τους ψυχαναγκασμούς και τις ενοχές που στα δίχτυα τους μπλέκομαι, για το βλέμμα που δεν κοιτάει ουρανό, παρά μόνο γη και χώμα.

Δεν θα ξεχάσω την άρρωστη μορφή του ανθρώπου της διπλανής πόρτας. Εκείνος μπορεί να αφήνει την τελευταία του πνοή και εγώ λίγα μέτρα παραδίπλα να γκρινιάζω δίχως λόγο, να φοβάμαι, να μην αγαπώ. Σαν μίζερο ανθρωπάκι νοιώθω να γλιστράει ο Παράδεισος μέσα από τα χέρια μου.

Ζήσε επιτέλους, κραυγάζω, ζήσε αληθινά! Μην τα μετράς όλα, αφέσου στην αγάπη, στον πόθο για την υπέρβαση, μη βαλτώνεις στα ίδια και στα ίδια, εγωτικά γραφική και ανόητη. Δίπλα σου ο άλλος πεθαίνει!

Καθώς οδηγώ με μια αίσθηση απελπισίας και νοιώθω την ανάγκη να περιπλανηθώ κι άλλο μέσα στη νύχτα για να ξεχαστώ, θυμάμαι την ευχή και τη λέω δυνατά. Δεν ψελλίζω αυτή τη φορά, μόνο λέω και κλαίω, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με την αμαρτωλή». Σπαράζω και λέω, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε εμένα και τον κόσμο σου..»

Θυμάμαι την κοινή προσευχή με αδελφούς, παρακαλώ να μου πάρει ο Χριστός τον φόβο της φθοράς και του θανάτου, παρακαλώ να μπορώ να απαντώ στον θάνατο με ζωή, νικώντας λίγο περισσότερο τον χρόνο που αδυσώπητα περνά και χάνεται, τον φόβο που με κάνει και παραπαίω.... «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με την αμαρτωλή».



[Από το περιοδικό του Ι. Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μοσχάτου, «Αρχαγγέλων Λόγος» - Τεύχος 12ο, Φθινόπωρο 2013, όπου το κείμενο βρίσκεται δημοσιευμένο στην πλήρη του μορφή] – [επ. 2φΑ].







Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

"Ο Άγιος Γεράσιμος"






Τ
ν ρθοδόξων προστάτην κα ν σώματι γγελον
 κα θαυματουργν θεοφόρον νεοφανέντα μν,
παινέσωμεν πιστο θεον Γεράσιμον·
τι ξίως παρ Θεο πείληφεν,
αμάτων τν έναον χάριν·
ώννυσι τος νοσοντας, δαιμονντας ἰᾶται·
δι κα τος τιμσιν ατόν, βρύει άματα.


Ο Άγιος Γεράσιμος γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Κορινθίας το 1506. Το βαφτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος και ήταν γιος του Δημητρίου Νοταρά, της αριστοκρατικής βυζαντινής οικογένειας.
Κοιμήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1579.




                                                      




Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

"Η τελευταία δύση.. "







Σαντορίνη, 31.12.1999

"Ορχήστρα των χρωμάτων"
Μάνου Χατζηδάκη: "Το χαμόγελο της Τζοκόντα"

Nikos Deja Vu - The last sunset of the 20th century




Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

"Το βάθος στην Εικόνα"







Από ομιλία στα πλαίσια μαθημάτων Ορθόδοξης Αγιογραφίας
του Πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου....
Η πρώτη βασική αρχή της εικόνας, μια ουσιαστική βασική αρχή, είναι το ότι η εικόνα, η οποιαδήποτε εικόνα, αποτυπώνει γεγονότα πάνω σε δύο διαστάσεις, ποτέ σε τρεις διαστάσεις. Πάνω σε δύο διαστάσεις. Στην πρώτη Εκκλησία τα πρώτα χρόνια υπήρχαν κάποια γλυπτά, ημίγλυπτα, τα οποία σιγά-σιγά καταργήθηκαν. Και αυτό είναι μια θεολογία.
Βλέπετε στον χώρο της Ρωμαιοκαθολικής «Εκκλησίας» παρέμεινε ο χώρος του γλυπτού. Σε εμάς καταργήθηκε τελείως για λόγους πολύ βαθιά θεολογικούς και πολύ βαθιά ουσιαστικούς, για το γεγονός το οποίο λειτουργεί ο πιστός που είναι μπροστά στην εικόνα. Όταν λέω δύο διαστάσεις, έχω ύψος και πλάτος, δεν έχω βάθος.
Βέβαια σε μια τεχνική αγιογραφική, θα μπορούσε κάποιος να κάνει και βάθος, να βάλει ένα λεγόμενο κεντρικό σημείο φυγής και αναφοράς και βάσει αυτού του σημείου, τα γεγονότα που είναι μπροστά να τα έχει μεγαλύτερα, τα γεγονότα που έχει πίσω να τα έχει μικρότερα. Παρόλο που η εικόνα μπορεί να έχει πολύπτυχα γεγονότα και να τα περιγράφει και είναι πάρα πολλά τα θέματα που είναι μπροστά ή πίσω, ανατρέπεται αυτή η ισορροπία του «μπρος ή πίσω», «μικρό ή μεγάλο».
Βλέπετε εδώ έχουμε το γεγονός της Γεννήσεως, ένα πολύπτυχο γεγονός. Εμάς δεν μας ενδιαφέρει να έχουμε στην εικόνα προοπτική, πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε μόνο ύψος και πλάτος, ποτέ βάθος. Γιατί αυτό το ανώμαλο μέγεθος, αφού και μια λογική ζωγραφικής μου λέει πολύ σωστά, να έχω και βάθος για να βλέπω καλύτερα τις εικόνες;
Οι τρεις διαστάσεις με την κλασσική έννοια, ας το πω έτσι, της Ευκλειδείου σκέψεως της Γεωμετρίας.., ας μην πάω σε άλλες διαστάσεις του χρόνου, αλλά οι κλασσικές εκφράσεις της διάστασης, ύψος, πλάτος και βάθος, η τρισδιάστατη γεωμετρία, είναι κάτι πολύ αληθινό και είναι κάτι πολύ υπαρκτό, αλλά είναι αυθύπαρκτο, δηλαδή κάτι που έχει ύψος, βάθος και πλάτος είναι αυθύπαρκτο, δεν χρειάζεται κάτι άλλο. Είναι ένα αντικείμενο με όγκο, το βλέπεις από εδώ, από εκεί, το περιεργάζεσαι και είναι πραγματικά ένα αντικείμενο.
Εάν [όμως] κάποιος σταθεί μπροστά σε αυτήν την εικόνα και βλέπει μόνο ύψος και πλάτος και δεν βλέπει βάθος, η εικόνα τον καλεί να καταλάβει ότι η εικόνα είναι ελλιπής. Προσέξτε. Γιατί να είναι ελλιπής; Τι λείπει; To βάθος. Αυτό υπάρχει, για να καταλάβει ο ίδιος το ελλείπον βάθος. Είναι ο ίδιος που στέκεται μπροστά στην εικόνα.
Η εικόνα δεν είναι γεγονός μουσειακό, ούτε γεγονός τέχνης. Είναι γεγονός, το οποίο με καλεί για να συμμετέχω στα γεγονότα αυτά, γεγονός προσευχής.
Ο πιστός που στέκεται μπρος στην εικόνα και νιώθει την έλλειψη του βάθους, γίνεται ο ίδιος βάθος. Δηλαδή αντί το βάθος να είναι πίσω, το βάθος είμαι εγώ -ή η τρίτη διάσταση- που στέκομαι μπροστά στην εικόνα. Είναι μια πολύ σπουδαία αρχή αυτή, μια ουσιαστική αρχή η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί κατά τα μέτρα της λογικής ερμηνείας πολλών Δυτικών μελετητών της εικόνας, που λένε «πολύ ωραία τέχνη, αλλά είναι ελλιπής δεν έχει βάθος».
Μα εμείς δεν κάνουμε τέχνη για την τέχνη, κάνουμε τέχνη για την προσευχή.
Είναι τέχνη αναγωγική, ερμηνευτικής του κειμένου όπως σας είπα και ταυτόχρονα τέχνη αναγωγική. Που σημαίνει, ότι ο Χριστός θα μετέχει στα γεγονότα και θα αναπληρώσει το ελλείπον βάθος της εικόνας δια της παρουσίας Tου μπροστά στην εικόνα.
Γι΄ αυτό εμείς δεν αρεσκόμαστε να έχουμε εικόνες στα μουσεία. Να περνάει κάποιος απλώς για να τις βλέπει. Οι εικόνες είναι για τις Εκκλησίες, όπου στέκεται ο άλλος και προσεύχεται μπροστά στην εικόνα. Και μπορεί να αγιάσει μπροστά στην εικόνα. 



                                                 




Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

"Ένας χρυσός κύκλος"






Ο κύκλος του  99


Του
Χόρχε Μπουκάι


«Ζ
ούσε κάποτε πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος, που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο. Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια και του έκανε αστείους μορφασμούς.
Στο κεφάτο πρόσωπο του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.

Κάποια μέρα ο βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:
- Ποιο είναι το μυστικό της χαράς σου;

- Μα... δεν υπάρχει κάποιο μυστικό, Μεγαλειότατε. Η ζωή είναι τόσο γενναιόδωρη μαζί μου! Η Λαμπρότητα σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ´ ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή, δωρεάν σχολείο στα παιδιά μου, ακόμα και ένα μηνιαίο επίδομα, για τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος;

- Άκουσε, δικαιολογίες έχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί κάποια στιγμή και μαζί της θα πάψει και το κεφάλι σου να στέκεται στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου αράδιασες...
- Μα σας παρακαλώ, πιστέψτε με. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό.
- Χάσου από μπροστά μου αμέσως, τον πρόσταξε ο βασιλιάς.

Ο υπηρέτης έκανε μια βαθιά υπόκλιση και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο, ο υπηρέτης του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλο του και του διηγήθηκε τη συζήτηση που είχε με τον υπηρέτη του.
- Πες μου γέροντα, κατέληξε, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;

- Α.. Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.
- Έξω από πού;
- Μα από τον κύκλο.
- Κι επειδή είναι έξω από έναν κύκλο, γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος;
- Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.

- Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος βρίσκεται σ’ αυτόν τον κύκλο που λες, είναι δυστυχισμένος; Κι εγώ, θέλεις να πεις πως είμαι μέσα στον κύκλο, γι’ αυτό αισθάνομαι έτσι;
- Ακριβώς βασιλιά μου.
- Και πως βγήκε αυτός;
- Δεν μπήκε ποτέ.
- Θα με τρελάνεις κι εσύ, γέροντα. Τι κύκλος είναι αυτός που προκαλεί θλίψη;

- Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.
- Δεν καταλαβαίνω τίποτα...
- Μεγαλειότατε, ίσως είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.
- Δηλαδή τι θα κάνεις;
- Αν μου το επιτρέψετε, θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.

- Και πώς θα τα καταφέρεις; Με τη βία;
- Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία, θα μπει μόνος του.
- Καλά, όταν μπει και δει ότι αυτό τον κάνει δυστυχισμένο, δεν θα βγει αμέσως;
- Όχι, δεν θα θέλει να φύγει.
- Δηλαδή μου λες, ότι θα καταλάβει πως μέσα στον κύκλο θα είναι δυστυχισμένος, αλλά παρ´ όλα αυτά δεν θα θέλει να ξαναβγεί;

- Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγει από τον κύκλο του ενενήντα εννέα. Όσο και αν αυτό τον κάνει δυστυχισμένο.
Αν τον βάλω στον κύκλο, θα καταλάβετε πώς λειτουργεί, αλλά θα χάσετε έτσι έναν εξαιρετικό υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.

- Δεν με νοιάζει αυτό. Πες μου, τι πρέπει να κάνουμε;
- Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου, θα περάσω να σας πάρω. Να έχετε ετοιμάσει όμως, ένα σακί με ενενηνταεννιά φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο!

Πραγματικά αργά τη νύχτα, ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μήνυμα που έλεγε:
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ –
ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΕΝΑΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ –
ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΟΜΩΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.

Κρέμασε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δυο φορές και έτρεξε αμέσως να ξανακρυφτεί. Όταν ο υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς τον παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μήνυμα και να ανοίγει το πουγκί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, τον αρχικό του φόβο, την καχύποπτη ερευνητική του ματιά, τριγύρω.


Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στον κόρφο του και να χώνεται βιαστικά στο σπίτι. Μόλις ο βασιλιάς με τον σοφό άκουσαν και το διπλοκλείδωμα στην πόρτα, πλησίασαν αθόρυβα στο παράθυρο για να δουν τι γίνεται μέσα.

Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα ό,τι βρισκόταν πάνω στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Κάθισε σε μια καρέκλα κι άδειασε μπροστά του το πουγκί. Τα μάτια του ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να πεταχτούν έξω από τις κόγχες.

Ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ένα βουνό από χρυσά φλουριά! Ένας θησαυρός! Όλος δικός του! Αυτός που δεν είχε ακουμπήσει ποτέ ως τώρα στη ζωή του, έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. Δικά του!

Άρχισε να τα θαυμάζει και να τα κάνει στοίβες. Τα κοίταζε πώς άστραφταν στο φως του κεριού. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμα τους. Και όλο γελούσε. Παίζοντας, άρχισε να τα τοποθετεί σε στοίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρεις, πέντε, έξι… Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ…, πού είναι το τελευταίο;

Ξαναμετρά μια-μια τις στοίβες να βρει το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, τη μια δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει… Τίποτα. Η τελευταία κολώνα, πάντα λειψή. Μόνο με εννιά φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει μέσα-έξω στο σακούλι… Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει χάμω στο πάτωμα. Δεν μπορεί, τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.

- Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε…, κάπου πρέπει να είναι.
Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μια κολώνα να είναι λειψή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, δεν ήταν πουθενά.

Τελικά, το πήρε απόφαση. Ενενηνταεννιά φλουριά, είναι πολλά λεφτά, συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας… Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός! ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό. Τώρα, μου λείπει ένα.

Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν πια το ίδιο. Ήταν σκεπτικός, σκυθρωπός, με χείλη σφιγμένα, τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του. Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακούλι και το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, πίσω από ένα σωρό ξύλα. Ύστερα πήρε στα χέρια του χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.

Πόσον καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί; Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρω και μια δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. Μετά όμως ε, θ’ αράξω. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μη δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες.

Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις! Τελείωσε τους υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ό,τι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ακόμα ένα χρυσό φλουρί.

- Έξι χρόνια όμως, είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα ίσως να βάλω και τη γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρει να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω τον βοηθό σε κανένα μάστορα, δυο-τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει.

Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα δουλειά τη δική του και τη συνεισφορά της γυναίκας του, θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός.

Ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Έτσι κι αλλιώς το πολύ φαΐ, κάνει κακό. Άσε που μια και είναι τζάμπα, το έχουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια, τι χρειάζονται; Μπαίνει η Άνοιξη. Έρχονται ζέστες. Και τα πανωφόρια, μπορώ να τα πουλήσω...

Πρέπει να γίνουν θυσίες, άλλωστε θα πιάσουν τόπο. Σε δυο χρονάκια το πολύ, θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά, ποιος μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Ό,τι μας γυαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι!
Δυο χρόνια θα κοπιάσουμε, αλλά μετά…


Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν αμίλητοι στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννέα.

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κοιμόταν άσχημα, αλλά επέμενε σταθερά στην απόφαση του. Ένα πρωί, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.

- Μα καλά, τι έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.
- Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο;
- Μέρες έχω να σ´ ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι;
- Τι να μου συμβεί; Σας σερβίρω, σας βοηθώ να ντυθείτε. Κάνω τη δουλειά μου και νομίζω άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε δα για γελωτοποιό ή για τραγουδιστή.

Ο βασιλιάς δεν του απάντησε. Μετά από μερικούς μήνες, τον έδιωξε από το παλάτι. Σε κανέναν δεν είναι ευχάριστο να βλέπει γύρω του κακόκεφους, μουτζούφληδες ανθρώπους... »


[από το βιβλίο του Jorge Bucay, "Να σου πω μια Ιστορία " - σε επεξ. 2φΑ]