Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

"The King’s Speech"







The King’s Speech  
[Αγγλία2010 -  Tom Hooper – Colin Firth]


Ο “Λόγος του Βασιλιά” χαρακτηρίσθηκε δικαιολογημένα, η πιο αξιόλογη ταινία του 2010.
Είχε αποσπάσει περισσότερες από 20 τιμητικές διακρίσεις, μεταξύ των οποίων και  τέσσερα από τα σημαντικότερα Oscar:
Αυτά της Καλύτερης Ταινίας, Πρωτότυπου Σεναρίου [David Seidler], Σκηνοθεσίας [Τom Hooper] και Α΄ Ανδρικού Ρόλου [Colin Firth].

Η υπόθεση της ταινίας αφορά στον πρίγκιπα και δούκα της Υόρκης Αλβέρτο (Albert Frederick Arthur George, 1895 –1952), τον μετονομασθέντα σε βασιλιά Γεώργιο ΣΤ΄ (τον πατέρα της σημερινής βασίλισσας Ελισάβετ Β΄ -από το 1952) και στις σκληρές προσπάθειες που κατέβαλε για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα βατταρισμού (τραύλισμα) που είχε στην ομιλία του.
Τα ιστορικά γεγονότα ωστόσο, δεν είναι πάντοτε ψυχρές εγκυκλοπαιδικές αναφορές.
Αποκτούν νόημα και φυσιογνωμία σε συνάρτηση με τις αιτίες που τα προκαλούν και με τις καθοριστικές λεπτομέρειες που τα διαμορφώνουν, όσο και με τις μεταβολές που τελικά επιφέρουν στη ζωή. Άμεσα ή έμμεσα. 

Ο δρόμος του Καθήκοντος ποτέ δεν είναι εύκολος, και περισσότερο όταν τα φώτα της δημοσιότητας καιροφυλακτούν για να στραφούν πάνω σου, αλλά ανταμείβει πάντοτε την υπευθυνότητα με αισθήματα ικανοποίησης και αυτοπεποίθησης.
Είναι όμως αυτά αρκετά, για να παραμερίσουν τον φόβο και την αγωνία από τις σκοτεινές πτυχές της ψυχής, να χαλαρώσουν τον βρόγχο που κάποιες φορές σφίγγει τον λαιμό και πνίγει τη φωνή;

Πάνω σε ένα εξαιρετικό σενάριο, που προσεγγίζει σε βάθος την ουσία των γεγονότων, ο Τom Hooper σκηνοθετεί με δεξιοτεχνία, ενώ ο Colin Firth, σαν Πρίγκιπας Αλβέρτος και Βασιλιάς Γεώργιος ο ΣΤ΄ και ο Geoffrey Rush, σαν θεραπευτής Λάιονελ Λογκ, μας καθιστούν κοινωνούς των νοημάτων μιας σπουδαίας ταινίας.




Όταν το 1936 απεβίωσε ο Βασιλιάς της Αγγλίας Γεώργιος ο Ε΄ και εγγονός της βασίλισσας Βικτωρίας, τον διαδέχθηκε στον Θρόνο ο γιος του Εδουάρδος (ο Η΄), ο οποίος μετά από λίγους μήνες ωστόσο, παραιτήθηκε, για να μπορέσει να παντρευτεί την Αμερικανίδα (και διαζευγμένη δύο φορές) αγαπημένη του, Γουόλις Σίμσον.
Ο γάμος αυτός δεν ήταν φυσικά αποδεκτός από τον βασιλικό περίγυρο.
Έτσι, μετά την αναγκαστική παραίτηση του Εδουάρδου, σειρά στη διαδοχή του Θρόνου είχε ο δευτερότοκος πρίγκιπας Αλβέρτος.

Ο Αλβέρτος, τέσσερα χρόνια νεώτερος από τον αδελφό του, βρέθηκε αναγκασμένος να ανταποκριθεί στις προσδοκίες ενός ιδιαίτερα εξουσιαστικού εθιμοτυπικού «μηχανισμού», που εκπροσωπούσε ο μακραίωνος αυστηρός βασιλικός θεσμός.
Ο μηχανισμός αυτός, στα πλαίσια του οποίου λειτουργούσε όλη η βασιλική οικογένεια και φυσικά ο Βασιλέας-πατέρας του, του είχε ήδη κληροδοτήσει μια έντονη διαταραχή στην ομιλία.
Η δραματική απόπειρα του, να εκφωνήσει έναν λόγο στο κατάμεστο από πλήθος στάδιο του Wembley, αντίστοιχη με το να τον ρίξουν σε παιδική ηλικία, απότομα στα βαθιά νερά για να αναγκασθεί να κολυμπήσει, σαν αναβίωση της ψυχοτραυματικής του εμπειρίας, επιβάρυνε καθοριστικά την κατάσταση του.

Εντούτοις ο Μπέρτι (Αλβέρτος), την στιγμή της ευθύνης, επιλέγει να πράξει το καθήκον του με γενναιότητα. Μετά τον θάνατο του Βασιλέα-πατέρα του και την απρόσμενη παραίτηση από τον Θρόνο του αδελφού του, ένα δεύτερο συνεχόμενο σκάνδαλο στη Βασιλική Οικογένεια, θα είχε δυσάρεστες επιπτώσεις και στον θεσμό και στη συνείδηση ολοκλήρου του Έθνους.
Ο πρίγκιπας ήταν αποφασισμένος να αντιμετωπίσει χωρίς αναβολή το πρόβλημα του, με τις οδηγίες κάποιου ειδικού. Σαν καταλληλότερος επελέγη ο Λάιονελ Λογκ, ένας ιδιόρρυθμος λογοθεραπευτής από την Αυστραλία.
Αν και δεν ήταν γιατρός, είχε τη διορατικότητα και την ευαισθησία να αντιλαμβάνεται τις αιτίες που κινητοποιούν τις δυσλειτουργίες της ομιλίας και διέθετε την ψυχοθεραπευτική ικανότητα να δημιουργεί με τους θεραπευόμενους του, σχέσεις εμπιστοσύνης.
Έτσι απέκτησε και την ανάλογη θεραπευτική του φήμη.

Ο Άλμπερτ όμως, δεν ήταν ένας συνηθισμένος ασθενής.
Δεν του ήταν καθόλου εύκολο να συζητήσει τους πιθανούς λόγους που τον έφεραν στη μειονεκτική αυτή κατάσταση και να τους αναλύσει ανοικτά με τον θεραπευτή του, ώστε να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα του.
Άλλωστε ποτέ τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.
Στην περίπτωση του πρίγκιπα της Υόρκης, πολύ περισσότερο.
Τα ψυχολογικά τραύματα ενός παιδιού, ο φόβος της εξουσίας που βιώνει στο πρόσωπο ενός αυστηρού πατέρα και η απειλή της κριτικής που πλανάται σε ένα δεύτερο επίπεδο από ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον, δεν αρμόζουν στη ζωή των Ανακτόρων και στον κύκλο της αριστοκρατίας που τα στηρίζει.

Επισήμως τίποτα από τα παραπάνω δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει, αφού και η συνηθισμένη στον απλό κόσμο δημόσια έκφραση των συναισθημάτων είναι απόλυτα απαγορευμένη, πολύ περισσότερο η συζήτηση και εκτόνωση τους.
Οποιαδήποτε αντιμετώπιση και θεραπεία επομένως, επιχειρούσε να εφαρμόσει ο Λάιονελ Λογκ, θα ήταν απαραίτητο να εφαρμοσθεί αποκλειστικά σε σωματικό (οργανικό) επίπεδο. 
Στο πλησίασμα των ανθρώπων για ψυχολογική βοήθεια, δεν αρκεί μόνο η καλή διάθεση, ούτε ακόμα και οι κατάλληλες γνώσεις. Είναι απαραίτητη η πλαστικότητα στην προσπέλαση της ψυχής τους, με ανάλογη διακριτικότητα και σεβασμό στις αντιστάσεις που προβάλλουν.
Στην περίπτωση και πάλι του Άλμπερτ, ο Λάιονελ Λογκ θα έπρεπε να αποδεικνύει την κάθε στιγμή τις ικανότητες του.  

Μέσα από πολύωρες και εξουθενωτικές φυσικές μεθόδους για τη βελτίωση της άρθρωσης λόγου -που αποτελούσαν και το άλλοθι για τη συνέχιση της θεραπείας-, θα έπρεπε να αναπτυχθεί η αμοιβαία αίσθηση συντροφικότητας, η πλήρης αποδοχή ισότιμης κοινωνίας θεραπευτού και θεραπευόμενου.
Θα έπρεπε να οικοδομηθεί ανάμεσα τους, μια ειλικρινής σχέση εμπιστοσύνης, που δεν θα προσδιοριζόταν ποτέ λεκτικά.
Μια αμοιβαιότητα ουσιαστικών αισθημάτων, απαλλαγμένη από άτοπους συναισθηματισμούς.




Κάποια στιγμή ωστόσο, η ζωή αλλάζει επίπεδο και προχωρεί.
Οι προσπάθειες προάγονται μέσα από νέες καταστάσεις, από πλουσιότερες εμπειρίες, νέους στόχους και ευθύνες. Ο πρίγκιπας στέφεται Βασιλιάς.
Επιλέγει σκόπιμα το βαρύ όνομα του πατέρα του King George, για να βασιλεύσει.
Είναι ένα πρώτο βήμα, να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του, να αμβλύνει τη στάση άμυνας που τον καταδυναστεύει. 

Όταν κάποιος κύκλος κλείνει, δεν ωφελεί να κοιτάμε πίσω, να ανατρέχουμε στο παρελθόν. Οφείλουμε αντίθετα, να δημιουργούμε το συντομότερο νέα, καλύτερα πρότυπα, συνεπή στις αξίες και τα πιστεύω μας, κατάλληλα για να ευδοκιμήσει ένα καλύτερο μέλλον.
Ο νέος Βασιλέας, Γεώργιος ο ΣΤ΄, έχει τώρα την μοναδική ευκαιρία να γίνει ο εκφραστής της ενότητας του Έθνους, ο εγγυητής της ισχύος του. Με την επιμονή που τον διακρίνει, πιστεύει ακράδαντα ότι μπορεί να γίνει επίσης και «η φωνή» του Έθνους του.

Ο Λάιονελ Λογκ όμως, βλέπει μακρύτερα από τον Βασιλέα.
Με κάθε τρόπο, τον σηματοδοτεί κατάλληλα για την αναγκαιότητα μιας αξιόπιστης φιλικής διαπροσωπικής σχέσης μεταξύ τους, ενός ισχυρού ερίσματος στην κοινή τους προσπάθεια να ανοιχθεί προς τον κόσμο.
Η Αγάπη που διαποτίζει καθημερινά τη φιλία, τον σεβασμό, τη συνέπεια στον αγώνα τους, θα υπερκεράσει τελικά τις αρνητικές μαθήσεις του Μπέρτι, θα αμβλύνει τις αξιοπρεπείς αποστάσεις ασφαλείας του και θα εξασθενίσει προοδευτικά την εσωτερική ένταση που εμποδίζει την ελεύθερη άρθρωση της φωνής.
Όταν έρθει η κατάλληλη ώρα, θα ξεκλειδώσει τη μοναξιά του Βασιλέα, αλλάζοντας τον τρόπο που δέχεται αρχικά τον εαυτό του και στη συνέχεια, τους γύρω του και όλη του τη ζωή. 

Στα πρόθυρα του πολέμου με τη Γερμανία, ο Βασιλέας Γεώργιος ΣΤ΄ θα εκφωνήσει ένα ιστορικό ραδιοφωνικό διάγγελμα στον λαό του.
Με κοφτές λέξεις και ελεγχόμενο αργό ρυθμό, που ηχεί σαν συγκρατημένη συγκίνηση από τη σοβαρότητα της στιγμής, απευθύνεται στο Λάιονελ που είναι εκεί, κοντά του, στον φίλο του και ταυτόχρονα εκπρόσωπο του καθενός ξεχωριστά ανήσυχου Βρετανού πολίτη, που σκυμμένος πάνω στο ραδιόφωνο, παρακολουθεί με προσήλωση τον λόγο του.

Νοιώθει την καρδιά του να ανοίγει, να δέχεται και να δονείται από τη ζεστασιά της κοινωνίας του με τον Λάιονελ και μέσω αυτού, με όλο το Έθνος που σήμερα έχει ανάγκη να ακούσει τη φωνή του, και που είναι ο φίλος που δεν τον κρίνει, αλλά τον περιβάλλει με αγάπη και σεβασμό.
Κατανοεί βαθιά, πως μπορεί οι ρόλοι να είναι διαφορετικά μοιρασμένοι σε μια κοινωνία, όμως όλοι οι άνθρωποι είναι ισότιμοι απέναντι στον Θεό.
Όλοι έχουν ανάγκη τη βοήθεια του διπλανού τους και οφείλουν να του προσφέρουν τη δική τους βοήθεια.

Ο δρόμος για να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, περνά μέσα από τη συγχώρηση που θα αμβλύνει τα τραύματα και είναι ο ένας, και αμετάκλητος μονόδρομος της Αγάπης, ο ίδιος για όλους, πλούσιους και φτωχούς.
Ακόμα και για τον Βασιλέα.


Μ. Ψ.




επεξ. [2φΑ]















Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

"Ο Μέγας Αλέξανδρος"








Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου (στις 6 του μηνός Λώου, κατά το Μακεδονικό ημερολόγιο), του 356 π.Χ. στην Πέλλα, πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους. Σύμφωνα με την παράδοση, γεννήθηκε την ίδια νύχτα που ο Ηρόστρατος πυρπόλησε τον ναό της Άρτεμης στην Έφεσο και ενώ οι μάγοι της πόλης, βλέποντας την καταστροφή, έτρεχαν στους δρόμους και προμήνυαν την υποταγή της Ασίας.

Μάλιστα η παράδοση λέει, ότι η γενεαλογία του ανάγεται σε δύο σημαντικότατες μορφές της αρχαίας ελληνικής παράδοσης: ο ημίθεος Ηρακλής υπήρξε γενάρχης της δυναστείας των Αργεαδών Μακεδόνων, ενώ ο Νεοπτόλεμος, υιός του ήρωα Αχιλλέα, ίδρυσε τον βασιλικό οίκο των Μολοσσών, μέλος του οποίου ήταν η μητέρα του Ολυμπιάδα.

Η θρυλούμενη καταγωγή του Αλέξανδρου συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, από τα πρώτα έτη του βίου του.




Στον Φίλιππο, ανακοινώθηκαν σε μία ημέρα τρία καλά. Ο Παρμενίων είχε νικήσει στην Ιλλυρία, το άλογο του είχε νικήσει στους Ολυμπιακούς Αγώνες και η Ολυμπιάδα είχε γεννήσει αγόρι.

Ο Αλέξανδρος μεγάλωσε και ανατράφηκε στη Πέλλα, προφυλαγμένος από τις ίντριγκες του Παλατιού στις Αιγές. Πρώτος του δάσκαλος ήταν ο αυστηρός Λεωνίδας, θείος της Ολυμπιάδας, που ενέπνευσε την ασκητική φύση του Αλέξανδρου.

Ο Λεωνίδας αντικαταστάθηκε από τον Λυσίμαχο, που ξύπνησε στο αγόρι την αγάπη για τις τέχνες, την ποίηση, το θέατρο, τη λύρα. Αλλά πάνω από όλα μετάδωσε την αγάπη του για τα Ομηρικά Έπη.
Ο Λυσίμαχος αποκαλούσε τον Αλέξανδρο “Αχιλλέα” τον Ηφαιστίωνα “Πάτροκλο” και τον εαυτό του “Φοίνικα” (Φοίνιξ είναι ο δάσκαλος του Αχιλλέα). Από τότε, ένα αντίγραφο της Ιλιάδας βρισκόταν πάντα στο προσκεφάλι του Αλέξανδρου.

Ο Αλέξανδρος αποδείχτηκε λαμπρός μαθητής και σε ηλικία έξι ετών, εντυπωσίασε με την παρουσία του μια αντιπροσωπεία από την Περσία.

Σε ηλικία 13 ετών, οι γονείς του κάλεσαν για Δάσκαλο τον Αριστοτέλη.
Ο Αλέξανδρος μαζί με τον Ηφαιστίωνα και μερικούς ακόμα φίλους του, μεταφέρθηκε στην Μιέζα, μια μέρα δρόμο από το παλάτι. Ο Αριστοτέλης, δίδαξε τον νεαρό Αλέξανδρο φιλοσοφία, ηθική, πολιτική και ιατρική. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος είχε πει: Στον Πατέρα μου χρωστώ το Ζειν, στον Διδάσκαλό μου το Ευ Ζειν.

Μια μέρα ο Φιλόνικος, ένας Θεσσαλός έμπορος αλόγων, έφερε στον Φίλιππο ένα εκπληκτικό άλογο, για να του το πουλήσει. Η τιμή του αλόγου ήταν 13 τάλαντα (περίπου 400 κιλά ασήμι). Ο Φίλιππος ενθουσιάστηκε από το άλογο, αλλά διαπίστωσε ότι αυτό ήταν ατίθασο, με αποτέλεσμα να το απορρίψει.

Ο Αλέξανδρος (σε ηλικία 13 ετών) στοιχημάτισε την αξία του αλόγου με τον πατέρα του, δηλώνοντας ότι αυτός μπορεί να το καβαλήσει. Είχε παρατηρήσει ότι το άλογο φοβόταν τη σκιά του και το γύρισε προς τον ήλιο.

Για τα επόμενα 20 χρόνια θα ήταν αχώριστοι.



Πηγές για τον Αλέξανδρο

Η εκστρατεία του Αλέξανδρου καταγράφηκε αρχικά στις «Βασιλικές εφημερίδες», ένα είδος επίσημου ημερολογίου που διατηρούσε ο αρχιγραμματέας Ευμένης κατά την διάρκεια της εκστρατείας, οι οποίες όμως χάθηκαν πριν την ολοκλήρωσή της. Στα στοιχεία των "Βασιλικών Εφημερίδων" και σε προσωπικές του αναμνήσεις στηρίχθηκε αργότερα ο στρατηγός του Αλεξάνδρου, Πτολεμαίος.

Ακόμη, ο Αριστόβουλος, μηχανικός που ακολούθησε την εκστρατεία, έγραψε μια από τις πρώτες γνωστές εξιστορήσεις, σε ηλικία 84 ετών. Ωστόσο, ούτε η μία, ούτε η άλλη έχουν σωθεί.

Άλλοι συγγραφείς των οποίων το έργο έχει χαθεί, είναι ο Καλλισθένης που κατέγραψε τα γεγονότα ως τον θάνατό του το 327 π.Χ., ο Κλείταρχος ο Αλεξανδρεύς ο οποίος μάλλον είχε γράψει ένα δωδεκάτομο μυθιστόρημα, ο Ονησίκριτος, και ο Νέαρχος.

Το πιο αξιόλογο έργο που έχουμε, είναι αυτό του Φλάβιου Αρριανού «Αλεξάνδρου Ανάβασις» του 2ου αιώνα μ.Χ.. Ο Αρριανός βασίστηκε πάνω στα έργα του Πτολεμαίου και του Αριστόβουλου για να γράψει το έργο του.

Ένα επίσης σημαντικό έργο είναι το «Historia Alexandri Magni Macedonis» του Κούρτιου Ρούφου (1ος αιώνας), το οποίο είναι επίσης βασισμένο σε προηγούμενα έργα, αλλά σε ορισμένα σημεία θεωρείται ότι περιέχει φανταστικές διηγήσεις.

Αξιόλογος είναι ο βίος του Αλέξανδρου στο έργο του Πλούταρχου «Παράλληλοι βίοι». Διάσπαρτες πληροφορίες βρίσκονται επίσης στα έργα του Στράβωνα, του Ιώσηπου, του Διόδωρου του Σικελιώτη και άλλων.




[2φΑ]







Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

"Η σοφία του Γ. Τσαρούχη"






















Η σοφία του Γιάννη Τσαρούχη και η Ορθοδοξία 

Από κείμενο του π. Βασιλείου Γοντικάκη, προηγουμένου της Ιεράς Μονής Ιβήρων


Τον Τσαρούχη τον γνώρισα γέρο στο Άγιο Όρος, όταν ερχόταν και παρακολουθούσε την Μεγάλη Εβδομάδα. Ήταν άνθρωπος ώριμος, με βαθιά σοφία και ανθρωπιά, που για να τη φθάσεις, πρέπει να έχεις πονέσει πολύ, και να είσαι ευγνώμων γι’ αυτό.
Είχε μέσα του σαφήνεια και τόλμη, που έμοιαζε με τη σαφήνεια και την τόλμη του Αγίου Όρους.

Έτσι δεν μπορείς, ούτε έχει νόημα, μιλώντας για τον Τσαρούχη να απαριθμήσεις τα προσόντα και τις ικανότητές του. Αυτό που του χαρίσθηκε είναι η σύνθεση και η υπέρβαση όλων, και η άφιξη του δια της αληθούς μετανοίας στο μακάριο τέλος, που καταυγάζει τον άνθρωπο με ιλαρό φως αγίας δόξης.

Ο Τσαρούχης δεν ήταν ένας απλός καλλιτέχνης ή στοχαστής. Τέτοιους έχουμε πολλούς. Ήταν πνευματικός άνθρωπος, με την αληθινή σημασία του όρου. Και σε μια απλή του φράση περιέκλεισε και απεκάλυψε όλο το πνευματικό του μεγαλείο και τη δύναμη.

Όταν τον ρώτησα αν ευτύχησε στη ζωή του, είπε: «Τώρα, με τα γεράματα και την αρρώστια, νοιώθω ευτυχισμένος, γιατί βρήκα αυτό που ζητούσα. Όταν ήμουν νέος, ήμουν δυστυχής, γιατί έψαχνα όλα αυτά και δεν τα εύρισκα».


Αυτό είναι το επαναστατικό και γαλήνιο του Τσαρούχη, που πήρε από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Για να απαντήσει έτσι, σημαίνει ότι είχε δύναμη που ανατρέπει την καθεστηκυία τάξη της φθοράς και φέρνει τα πάνω κάτω.

Συνήθως λέγεται ότι «το παν είναι η υγεία». Επίσης, ότι «το γήρας ουκ έρχεται μόνον», αλλά συνοδεύεται με πολλά δεινά, που οδηγούν στον θάνατο.
Αυτό ουσιαστικά είναι υποδούλωση στη μοίρα και ηττοπάθεια.

Αλλά ούτε για την Εκκλησία, ούτε για τον Τσαρούχη είναι έτσι τα πράγματα. Η υγεία είναι σημαντικό αγαθό, αλλά δεν είναι το παν. Και το γήρας ουκ έρχεται μόνον, αλλά φέρνει μαζί του –γι’ αυτούς που ζητούν τα τίμια- την ευτυχία, που δεν περιγράφεται.

Η δύση του ηλίου λέγεται –νομίζω μόνον στα Ελληνικά- και βιούται ως βασίλεμα.  Ό ήλιος βασιλεύει όχι όταν μεσουρανεί, αλλά όταν δύει και σβήνει. Και ο αληθινός άνθρωπος βρίσκει τη  δύση και το τέλος ως βασίλεμα, ανατολή νέου φωτός και ακτίστου φέγγους.


Όταν πατήσεις στο ύψωμα της βεβαιότητας που κάνει τα γεράματα αφορμή ευτυχίας, τότε ηρεμείς· στέκεσαι και προχωρείς. Σου αποκαλύπτονται, δια της στάσεως και θέας, διαρκώς νέα βάθη του παρελθόντος και του μέλλοντος. Μιλάς ελεύθερα για όλα, γιατί τα βλέπεις δίπλα σου.

Έχεις απαντήσεις για τα δύσκολα. Βρίσκεις τη συνάφεια των αντιθέσεων. Είσαι ήρεμος μέσα στην ταραχή και τρέφεσαι από τα αναλλοίωτα δια των προσκαίρων. Δεν θίγεις, και δεν θίγεσαι. Δεν ζητάς παινάδια ή θέσεις. Ασχολείσαι με άλλα θέματα.

Και ο Τσαρούχης δεν προσανατολιζόταν σε πράγματα που παρέρχονται. Δεν στηριζόταν σε βάσεις που γλιστρούν και φεύγουν. Είχε πονέσει. Και ο πόνος επιβάλλει απλότητα. Απαγορεύει τη φλυαρία.

Τα σχόλιά του για τα διάφορα πρόσωπα και πράγματα έχουν μια εσωτερική συνοχή. Δεν σχολίαζε πράγματα πρόσκαιρα και φρόκαλα που τα παίρνει ο άνεμος. Ή καλύτερα, τα σχόλιά του για οποιαδήποτε πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα, δεν ήσαν απ’ εκείνα που τα παίρνει ο άνεμος.


Σε συζήτηση για τη φύση της Ορθοδοξίας, είχε πει: «Η Ορθοδοξία είναι σαν ένας λεκές, που δεν τον βγάζει κανένα απορρυπαντικό».
Χρησιμοποιούσε τολμηρές εκφράσεις, για να πει εκείνο που ήθελε, επειδή ήταν ζωγράφος και είχε ξεκάθαρα τα πράγματα μέσα του.

Γνώρισα γυναίκες που αυτοκτόνησαν, όταν είδαν ρυτίδες στο πρόσωπο τους. Συνάντησα "πνευματικούς" ανθρώπους που ήταν καταπικραμένοι, γιατί δεν διορίσθηκαν σε περίοπτη θέση.
Και είδα γέρους απλούς, φτωχούς καλόγερους, που όσο πέρναγε ο καιρός, από μέσα τους έλαμπε ως φως ανέσπερο, η πνευματική αγαλλίαση που τους πλημμύριζε.

Στον Τσαρούχη συνέβη το ίδιο· όσο γερνούσε, ηύξανε η έσωθεν σοφία και το φως. Σοβαρός και αγέλαστος, αλλά ταυτόχρονα σίγουρος και ευτυχισμένος, έκρυβε μέσα του θεία παράκληση, που του ρύθμιζε τη ζωή.


Δεν απαιτούσε αναγνωρίσεις και καλή συμπεριφορά, γιατί είχε τη σπίθα της αιωνίου ζωής, που τον ανεδείκνυε όντως καλλιτέχνη και άνθρωπο.
Ενώ σε έργα της νεότητας του βρίσκεις κάτι από τη δυστυχία που αναφέρει, τα έργα και οι λόγοι των γηρατειών του φανερώνουν την πένθιμη και μελαγχολική ευτυχία –πλήρωμα χαράς- η οποία βάρυνε την ψυχή του και τον κατέστησε πτωχό, «πολλούς δε πλουτίζοντα».

Κάποιος, σχολιάζοντας αρνητικά το βιβλίο "Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος", έλεγε: «Μα, αυτός δεν λείπει από καμιά κοσμική συγκέντρωση, πώς είναι στρουθίον μονάζον;»
Δεν είχε καταλάβει ότι ο Τσαρούχης ήταν με όλους, χωρίς να φεύγει από την ησυχία της μοναξιάς του. Ήταν με όλους και ταυτόχρονα βρισκόταν αλλού, γιατί πάντοτε έβλεπε πιο μακριά από τα παρερχόμενα, που βλέπουν οι πολλοί. Μέσα από τη σύγχυση και την οχλαγωγία μπορούσε να παίρνει στοιχεία ησυχίας και βεβαιότητας.

Κάποτε, καθώς έβγαινε από το Άγιο Όρος με το καράβι της συγκοινωνίας, τον είχαν περικυκλώσει πολλοί φοιτητές και τον είχαν κυριολεκτικά πνίξει με ερωτήσεις, συζητήσεις και φασαρία.
Κατεβαίνοντας τις σκάλες του καραβιού είπα: «Συγγνώμη, σας κουράσαμε με ατέλειωτη φασαρία» (πολλοί από τους συζητητές της παρέας ήσαν προσκυνητές της Μονής μας).
Εκείνος είπε: «Όχι. Ήταν καλά, γιατί πάντοτε κρατώ τη ζωγραφική απόσταση».


Η ζωγραφική απόσταση δια της ωριμότητας, τον προστάτευε από τις επιπολαιότητες. Και ο πόνος που πέρασε, τον έκανε ικανό να τρέφεται από πράγματα που συγχύζουν και εκνευρίζουν τον ανώριμο.

Ήταν γέρος με πνεύμα άγρυπνο. Ήταν ήσυχος, και τάραζε τα νερά της νωχέλειας.
Η ησυχία του τρεφόταν από τη συναναστροφή. Και η μοναξιά του ήταν αφορμή αναπαύσεως για όλους.

Στις συνηθισμένες ερωτήσεις απαντούσε απρόσμενα, χωρίς προσπάθεια, γιατί είχε ξεπεράσει την αντίθεση του παραδοσιακού και του μοντέρνου με το να έχει καταποντισθεί στο αληθινό.
Ήταν μεγάλος· γι’ αυτό ανέπαυε τους μικρούς. Ήταν όντως πετυχημένος· γι’ αυτό τόνιζε τις αποτυχίες και τα βάσανα της ζωής του.

Δεν γελούσε και σου έδινε χαρά.
Ήταν ένα χούφταλο τρεμάμενο, και σου έδειχνε το ατρεμούλιαστο φως της ευτυχίας, που αναδύεται από τα γεράματα και τον πόνο.
Πολλοί ήθελαν να βρίσκονται μαζί του, γιατί δεν πλήγωνε κανένα, μόνο φώτιζε.

Στα τελευταία του, έβαζε κάθε πρωί να του διαβάζουν τη νεκρώσιμη ακολουθία, για να έχει χαρούμενη μέρα.
Έφυγε γαλήνιος, αφήνοντας για πάντα παρηγοριά στους πολλούς.



"Ωσεί μύρα", Συλλογικός τόμος, Αθήνα 1998.
"Λειτουργικός τρόπος", της Ιερά Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους.


fb – Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας – [2fA]








Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

"Στην προκυμαία της Σμύρνης"






Έρνεστ Χέμινγουει

Η Μικρασιατική Καταστροφή όπως την έζησε και την κατέγραψε σε δημοσιεύσεις του και αργότερα σε διηγήματα, ο 20χρονος τότε πολεμικός ανταποκριτής της «Τορόντο Σταρ» στην Ευρώπη.

Σχετικά αποσπάσματα:


«Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγεννη γυναίκα του πάνω στον αραμπά για την προφυλάξει από τη βροχή. Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους [από τους πόνους της γέννας]. Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η πομπή προχωρά...
Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε, να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του, θα συνεχίζει να τρεκλίζει στον ατέλειωτο λασπωμένο δρόμο προς τη Μακεδονία».

«Το χειρότερο, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους, νεκρά ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία.»

«Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε... Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό, αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα... Το παράξενο ήταν, είπε [ο υποτιθέμενος αξιωματούχος του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία], πως ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα.
Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Στρέφαμε πάνω τους προβολείς και κι αυτές τότε σταματούσαν. ...».

«Ό,τι και να πει κανείς για το πρόβλημα των προσφύγων στην Ελλάδα, δεν πρόκειται να είναι υπερβολή. Ένα φτωχό κράτος με μόλις 4 εκατομμύρια πληθυσμό, πρέπει να φροντίσει για άλλο ένα τρίτο των κατοίκων. Και τα σπίτια που άφησαν οι Μουσουλμάνοι που έφυγαν, δεν επαρκούν σε τίποτα, χώρια η διαφορά στο επίπεδο κουλτούρας που είχαν συνηθίσει οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη».

«Ποιος θα θρέψει τόσο πληθυσμό; Κανένας δεν το ξέρει και μέσα στα επόμενα χρόνια ο χριστιανικός κόσμος θα ακούει μια σπαρακτική κραυγή που ελπίζω να φτάσει και ως τον Καναδά: «Μην ξεχνάτε τους Έλληνες!».

«Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού ήταν μια θλιβερή υπόθεση, αλλά δεν χρειάζεται να κατηγορούμε γι’ αυτό τον απλό Έλληνα φαντάρο. Ακόμα και όταν γινόταν εκκενώσεις περιοχών, οι Έλληνες δρούσαν ως πραγματικοί στρατιώτες. Ο Κεμάλ θα είχε μεγάλο πρόβλημα, αν ήταν να τους αντιμετωπίσει στη Θράκη.
Ο λοχαγός Wittal του Ινδικού Ιππικού, που βρισκόταν στην Ανατόλια ως παρατηρητής κατά τη διάρκεια του πολέμου των Ελλήνων με τον Κεμάλ, μου είπε: «Οι Έλληνες στρατιώτες ήταν μαχητές πρώτης κατηγορίας. Οι αξιωματικοί τους ήταν άριστοι.... Θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει την Άγκυρα και να τελειώσουν τον πόλεμο, αν δεν είχαν προδοθεί».

«Όλη μέρα περνούν δίπλα μου, λεροί, εξαντλημένοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι στρατιώτες που βαδίζουν στη γκρίζα γυμνή ύπαιθρο της Θράκης.
Χωρίς μπάντες, χωρίς [ανθρωπιστικές] οργανώσεις να τους ανακουφίσουν, χωρίς τόπο να ξαποστάσουν, παρά γεμάτοι ψείρες, με βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια όλη τη νύχτα.
Είναι οι τελευταίοι από αυτό, που ήταν κάποτε η δόξα της Ελλάδας. Κι αυτό, είναι το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας»

«Βρίσκομαι σε ένα άνετο τρένο, αλλά με τη φρίκη της εκκένωσης της Θράκης, όλα μου φαίνονται απίστευτα. Έστειλα τηλεγράφημα στη «Σταρ» από την Αδριανούπολη. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Η εκκένωση συνεχίζεται....
Ψιχάλιζε. Στην άκρη του λασπόδρομου έβλεπα την ατέλειωτη πορεία της ανθρωπότητας να κινείται αργά στην Αδριανούπολη και μετά να χωρίζεται σ’ αυτούς που πήγαιναν στη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία. .. Δε μπορούσα να βγάλω από το νου μου τους άμοιρους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πομπή, γιατί είχα δει τρομερά πράγματα σε μια μόνο μέρα.
Η ξενοδόχισσα προσπάθησε να με παρηγορήσει με μια τρομερή τούρκικη παροιμία: «Δεν φταίει μόνο το τσεκούρι, φταίει και το δέντρο».

«Δε θέλω να κοιμηθώ, γιατί έχω τη προαίσθηση ότι αν κλείσω τα μάτια μου στο σκοτάδι και αφεθώ στον εαυτό μου, η ψυχή μου θα βγει από το σώμα».



palmografos.com

fb – [2fA] 












Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

"Το Πατρί"





Γλυνάτσης Νικήτας, «το Πατρί»
Ο απλοϊκός ψαράς από την Κάλυμνο, που τον βράβευσε η Ακαδημία Αθηνών.
-  Από κείμενο του Γιάννη Αντωνίου Χειλά


Στο Ναυτικό Μουσείο Καλύμνου, ανάμεσα στα εκθέματα – κειμήλια της Ναυτικής μας Ιστορίας, που δεν περιορίζεται μόνο στη σπογγαλιεία, βρίσκεται επίσης κορνιζωμένο και το έγγραφο βράβευσης από την Ακαδημία Αθηνών, του απλοϊκού Καλύμνιου ψαρά, Νικήτα Γλυνάτση του Νικολάου.
Ο ψαράς Νικήτας Γλυνάτσης, νεαρός ακόμα μένει ανάπηρος από χρήση δυναμίτη που έσκασε στα χέρια του. Χάνει το ένα του μάτι, κόβεται από τον καρπό το ένα του χέρι και από τ’ άλλο κόβονται από την παλάμη τα δάκτυλα. Δεν χάνει όμως το θάρρος του για τη ζωή.
Συνεχίζει το επάγγελμα του ψαρά, με τη μικρή γυαλάδικη βάρκα του.
Παρά την αναπηρία του, χρησιμοποιεί με επιδεξιότητα τα κουπιά, τα καμάκια, τα σύνεργα της ψαροδουλειάς, ανοίγει νάρκες, για να προμηθευτεί δυναμίτες.
Παλεύει να ζήσει στα δύσκολα χρόνια την οικογένειά του, την οποία στις αρχές του πολέμου 1940 μεταφέρει στην Ψέριμο.

Το παράτολμο της προσωπικότητάς του, η αφοβιά του, η μυστικότητα και η εχεμύθεια του, αλλά προπάντων η αγάπη του για ελεύθερη πατρίδα, εκτιμώνται από την επιτροπή αγώνα για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου, η οποία και τον εμπιστεύεται σε μυστικές αποστολές κατασκοπείας.
Στους χώρους που ψαρεύει (στον δίαυλο Καλύμνου, Πλάτης, Ψερίμου) παρακολουθεί τις κινήσεις των πολεμικών πλοίων του εχθρού, εντοπίζει ναρκοπέδια, εξουδετερώνει νάρκες, αναφέρει τις πληροφορίες του και μεταφέρει τις νύχτες τα μηνύματα του, στις συμμαχικές υπηρεσίες στην απέναντι Μικρασιατική ακτή.
Η δράση του όμως εντοπίζεται και ειδοποιείται να εγκαταλείψει την Ψέριμο.
Νύκτα, μες στη μικρή μόλις 5,50 μέτρα βάρκα του, φορτώνει την οικογένειά του, γυναίκα έγκυο, τέσσερα παιδιά, την κουνιάδα του και τον ναύτη του Σταύρο Σκόνη.

Κολλούν στην απέναντι ακτή (Μποντρούμ) της Τουρκίας και από κει συνεχίζουν το ταξίδι της προσφυγιάς για την Κύπρο.
Ακτή την ακτή, καρακόλι το καρακόλι, με τις τουρκικές σκοπιές ειδοποιημένες, να τους βοηθούν προμηθεύοντάς τους τρόφιμα.
Πότε με πανί, πότε με κουπιά, μετά από 23 μέρες ταξίδι, «θαλασσοπνιγμένοι», φτάνουν στο Αναμούρι, απέναντι από τις ακτές της Κύπρου και από εκεί στην Κυρήνεια, από όπου ειδοποιημένη η Αγγλική Αρμοστεία τους παραλαμβάνει και τους μεταφέρει μαζί και με τη βάρκα, πάνω σε στρατιωτικό γερανό, στη Δεκέλεια όπου και τους περιθάλπουν, δίνοντάς τους στέγη και άδεια για ψάρεμα σ’ όλες τις Κυπριακές θάλασσες.
Στην Κύπρο παραμένουν ασφαλείς μέχρι τη λήξη του πολέμου και την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου (1947 - 48).

Με την φροντίδα των συμμάχων επιστρέφουν στην πατρίδα μαζί και η βάρκα τους, όπου ελεύθερος πια ο αφανής μας ήρωας Νικήτας Γλυνάτσης, συνεχίζει καθημερινά το σκληρό επάγγελμα του ψαρά – δυναμιτιστή.
Όμως φαίνεται πως η μοίρα του το ‘χε γραμμένο να φύγει από τα «υλικά».
Στην προσπάθεια ν’ ανοίξουν συντροφικά μια νάρκη για «υλικά» δυναμίτη, στη Βασιλική της Ψερίμου, κρατά καραούλι και… σκάει η νάρκη.
Ενώ κανένας από τους γύρω δεν έπαθε τίποτα, θραύσμα που εκτοξεύτηκε τον χτύπησε θανάσιμα, αν και βρισκόταν σε αρκετή απόσταση.

Η Επιτροπή αγώνα (Οικονόμου Αντώνιος, Καλογιάννης Αντώνιος κ.α.) που γνωρίζει το τι έπραξε για την Πατρίδα ο απλοϊκός σύντροφος συναγωνιστής, θεωρεί πως η Πατρίδα έχει χρέος να τιμήσει τον εκλιπόντα.
Με έκθεσή της προς την Ακαδημία Αθηνών, εκθέτει με λεπτομέρειες τη δράση του και έτσι η Ακαδημία τον τιμά και τον βραβεύει, όπως φαίνεται και από το απόσπασμα της έκθεσης βράβευσης, το οποίο και καθαρογράφτηκε για καλύτερη ανάγνωση.





ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
(απόσπασμα)
… της εκθέσεως της συνταχθείσης υπό του Γενικού Γραμματέως κ. Γεωργίου Π. Οικονόμου και αναγνωσθείσης υπ’ αυτού .... εν τη πανηγυρική συνεδρία της Ακαδημίας, της 20ής Δεκεμβρίου 1950, περί των απονεμομένων βραβείων και μεταλλίων. Μετά γνώμιν της Γ’ τάξεως και απόφασιν της ολομέλειας απονέμεται:
Βραβείον Πατριωτισμού και Αυτοθυσίας
εις τον Καλύμνιον ανάπηρον αλιέα Νικήταν Γλυνάτσην,
διότι ούτος προθύμως ανέλαβε και επιτυχώς, άνευ ουδεμίας αμοιβής, εξετέλεσε καθ’ όλην την διάρκειαν του τελευταίου παγκοσμίου πολέμου, μέχρι και της υπό των συμμάχων καταλήψεως της Δωδεκανήσου, μετά προφανούς κινδύνου της ζωής του, το σπουδαίον αλλά και δυσχερέστατον έργον, αυτό της συλλογής στρατιωτικών πληροφοριών περί της κινήσεως των εχθρικών πολεμικών και των μεταγωγικών πλοίων και στρατευμάτων, ιδία εν Λέρω, τας οποίας και μετέδιδεν εις τας εν Μικρασιατική ακτή συμμαχικάς υπηρεσίας, μεταβαίνων εκεί τακτικώς κατά τη νύκτα δια της μικράς του λέμβου. Χαρακτηριστικό του φτωχού, αλλά ηρωικού τούτου αλιέως είναι το λεγόμενον υπ’ αυτού μετ’ απροσποιήτου μετριοφροσύνης, ότι «Αυτό θα το έπραττε και πας άλλος».
Βραβεύουσα η Ακαδημία τον ήρωα μονόχειρα και μονόφθαλμον τούτον αλιέα, δια τον πατριωτισμόν του και την αυτοθυσίαν του, τιμά εν τω προσώπω αυτού και πάντας τους αγνώστους ήρωας της Δωδεκανήσου, οι οποίοι συνήργησαν εις την απελευθέρωσιν της πατρίδος των από της μακραίωνος δουλείας.

Ακριβές Απόσπασμα
Εν Αθήναις τη 28η Δεκεμβρίου 1950                      Τ.Σ. Υπογραφή Γεώργιος Π. Οικονόμου






* Ο Ιωάννης Αντ. Χειλάς είναι Υπεύθυνος του Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου και Πρόεδρος του Σωματείου «Οι Φίλοι του Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου».
Το ιστορικό της ζωής και πατριωτικής δράσης του Νικήτα Γλυνάτση συντάχθηκε σε συνεργασία με τα παιδιά του Δρόσο και Γιάννη, (ιδιοκτήτες σήμερα του εστιατορίου «Ναυτικός Όμιλος»), που βίωναν από μικρά παιδιά, μες στην ίδια βάρκα πληρώματα, τις ηρωικές για τη Ζωή και την Πατρίδα δραστηριότητες του Μεγάλου πατέρα του.



http://kalymnos-news.gr/τοπικά/item/1862-γλυνάτσης-νικήτας,-«το-πατρί»,-ο-απλοϊκός-ψαράς-από-την-κάλυμνο-που-τον-βράβευσε-η-ακαδημία-αθηνών

[2φΑ]




Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

"Το ασήμι του Σουλτάν Μουράτ του Γ΄"














ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΝΤΟΥ:

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΗΜΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝ ΜΟΥΡΑΤ


Της Λένας Σαββίδου.

Μάρτης του 1936 και στο πρώτο τεύχος των Ποντιακών φύλλων δημοσιεύεται ένα κείμενο του Καπασακάλη Κωνσταντίνου, με θέμα του την ασήμωση της σκεπής της Μονής της Παναγίας Σουμελά στην Τραπεζούντα. Γνωρίζοντας σήμερα πως η Μονή δεν είναι ασημοσκέπαστη, το ενδιαφέρον τονώνεται για το τι διαδραματίστηκε τότε και η σκεπή του μοναστηριού διατηρήθηκε ως έχει.

Σύμφωνα λοιπόν με τον Καπασακάλη, στα χρόνια του πολέμου της Αυτοκρατορίας με τους Πέρσες και κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Μεγάλου Βεζύρη Φερχάτ Πασά εναντίον της Βαγδάτης, το στράτευμα του Βεζύρη που βρισκόταν στην περιοχή του Πυξίτη οδεύοντας προς την Περσία, χρειάστηκε κατάλυμα. Γνωρίζοντας τη φιλοξενία των μοναχών της Μονής της Παναγίας Σουμελά, ο Βεζύρης αποφάσισε την εκεί παραμονή του.

Οι μοναχοί, άνθρωποι του Θεού και μαθημένοι στις ξαφνικές επισκέψεις, τον δέχθηκαν εγκάρδια, τον φίλεψαν και τον φιλοξένησαν. Ο Βεζύρης θαύμασε όχι μόνον την ομορφιά του τόπου και του μοναστηριού, μα και την οργάνωση του.

Είδε στην άκρη της γης, εκεί που ουρανός σκεπάζει τα δάση με τα σύννεφα του, ένα μοναστήρι με κτίσματα σωρό, περίλαμπρη αγιογράφηση, βιβλιοθήκες, μαγειρεία, φούρνους, αγροκτήματα και μια κοινότητα μοναχών σε πλήρη άνθιση, με οικονομική αυτάρκεια.

Στην ερώτηση του προς τον ηγούμενο, πώς τα κατάφεραν όλα τούτα αποκομμένοι έτσι όπως ζούσαν από τον υπόλοιπο κόσμο, ο ηγούμενος του μίλησε για ένα μυστικό ρητό που περνούσε μέσα στους αιώνες από ηγούμενο σε ηγούμενο και την ευλάβεια με την οποία το τηρούσαν και τα θαυμαστά αποτελέσματα του, που ήταν όλα τούτα που ο Βεζύρης έβλεπε και θαύμαζε.

Όπως ήταν φυσικό ο Βεζύρης θέλησε να μάθει το ρητό και ο ηγούμενος δεν του αρνήθηκε τη γνώση: «Μην αναβάλλεις για αύριο, αυτό που σήμερα μπορείς να κάνεις».
Ενθουσιασμένος ο Βεζύρης, διέταξε ευθύς αμέσως τούτο το ρητό να χαραχθεί στο ασημένιο κανάτι που χρησιμοποιούσε καθημερινά στην προσευχή του, για να μην το ξεχάσει ποτέ.

Οι αμέσως επόμενες ημέρες βρήκαν τον Βεζύρη πολύ μακριά από το μοναστήρι της Παναγίας να μάχεται για την Αυτοκρατορία. Στη σκέψη του, η επίσκεψη του στη μονή είχε σβηστεί και μοναχά ο ενθουσιασμός του για την  εκπόρθηση της Βαγδάτης επικρατούσε.

Φτάνοντας στα τείχη της, δέχθηκε αντιπροσωπεία των Περσών που τον επισκέφθηκε για να του παραδώσει αναίμακτα την πόλη, με την παράκληση πως μιας και ο ήλιος είχε ήδη πέσει, να γίνει η παράδοση της την επόμενη το πρωί, που όλοι θα ήταν πιο ξεκούραστοι.

Δέχθηκε ο Βεζύρης και ευχαριστημένος ξεκίνησε τη διαδικασία της προσευχής του για να ευχαριστήσει τον Θεό που του τα έφερε όλα καλά. Τότε είδε το ρητό στο κανατάκι, θυμήθηκε τον ηγούμενο της Σουμελά που του τόνισε πως όλα τα θαυμαστά, με την ευλαβική τήρηση αυτού του ρητού τα κατάφεραν και αποφάσισε να προχωρήσει σε κατάληψη της Βαγδάτης το ίδιο εκείνο βράδυ, αθετώντας τον λόγο του.

Η κατάληψη της πόλης έγινε με ευκολία περισσή, γιατί ο στρατός που φρουρούσε την πόλη δεν περίμενε την επίθεση του, μα είχε επαναπαυτεί στα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων κι έτσι σε λίγες ώρες η Βαγδάτη ήταν στα χέρια του Βεζύρη.

Όμως εκείνο το πρωινό κι ενόσω ο Βεζύρης περιδιάβαινε τα τείχη της πόλης ως νικητής, διαπίστωσε πως στρατιωτικές ομάδες διάσωσης της πόλης έρχονταν από μακριά. Τότε κατάλαβε το δόλιο σχέδιο των Περσών.

Την ώρα που αυτός θα βρισκόταν μέσα στην πόλη και θα γινόταν η τελετή παράδοσης της, οι Περσικές δυνάμεις που θα κατέφθαναν, θα τον εγκλώβιζαν μέσα σε αυτή και όντας ανάμεσα σε δυο πυρά θα ηττούνταν ήττα πικρή.

Πολέμησε και νίκησε τον στρατό που κατέφθασε για τη διάσωση της πόλης κι αφού ευχαρίστησε τον Θεό που τελικά όλα του πήγαν όπως θέλησε, θυμήθηκε ξανά τον ηγούμενο της Σουμελά και ένοιωσε μέσα του την ανάγκη, εμπράκτως να δείξει την ευγνωμοσύνη του.

Ένα χρόνο αργότερα, την ησυχία της Μονής διατάρασσε θόρυβος πολύς από ασκέρι ολάκερο στρατιωτών κι εργατών που κατέφθασε με περισσή όρεξη για να εργαστεί για την ασημοσκέπαση της Μονής. Το χρυσόβουλο που παραδόθηκε στον Ηγούμενο τα εξηγούσε όλα.

Σε αυτό, ο ίδιος ο  Σουλτάν Μουράτ ο Γ΄, απέδιδε την κατάληψη της Βαγδάτης στην καλή επιρροή που άσκησε ο ηγούμενος στη σκέψη και το λογισμό του Μεγάλου Βεζύρη και θέλοντας να τον ευχαριστήσει, του έστελνε ασήμι κι εργάτες που θα σκέπαζαν τη στέγη της Μονής με καθαρό ασήμι.

Τον αρχικό ενθουσιασμό των μοναχών για το ανέλπιστο και πλούσιο δώρο, αντικατέστησε η νηφάλια σκέψη του ηγούμενου, ο οποίος ευγενικά αρνήθηκε το δώρο. Ο εκπρόσωπος του Σουλτάνου δεν πίστευε στ αυτιά του, όταν άκουσε την άρνηση τούτη και συμβούλεψε να μην ανακινήσει τέτοιο θέμα η μονή, γιατί η προσβολή που θα ένοιωθε ο Σουλτάνος θα ήταν τέτοια, που η ευγνωμοσύνη του θα μετατρεπόταν σε έχθρα.

Στα παρακάλια του ηγούμενου αντέδρασε με κωφότητα και ξεκίνησε να καλύπτει τη στέγη με ασήμι, όπως είχε διαταγή να πράξει. Θορυβημένος ο ηγούμενος έστειλε αντιπρόσωπο στην Μητρόπολη Τραπεζούντας με την παράκληση να μεσολαβήσει στη Μεγάλη Πύλη και να αλλάξει το φιρμάνι. Δεν ήταν δυνατόν να δεχθεί η μονή ένα τέτοιο δώρο.

Ήδη αποκομμένη και πλούσια όπως ήταν, δεχόταν συχνά ληστρικές επιθέσεις, αν ήταν και σκεπασμένη με ασήμι, οι μοναχοί άλλη δουλειά δε θα ‘χαν από το να απωθούν ληστές, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να αφιερωθούν στην προσευχή τους στον Θεό, που ήταν και ο μοναδικός λόγος για τον οποίον επέλεξαν να μονάσουν.

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας έβαλε τα δυνατά του και πολύ σύντομα το αναιρετικό δεύτερο φιρμάνι είχε εκδοθεί. Σε αυτόν τον χρόνο όμως, ήδη το μικρό πύργωμα που βρισκόταν στη μέση της στέγης του ιερού, είχε σκεπαστεί με ασήμι.

Ο Ηγούμενος ωστόσο, το άφησε ως έχει και δεν το ξήλωσε, θεωρώντας πως αφού έγινε, καλώς έγινε. Εξάλλου, είχε γλιτώσει πια το μεγαλύτερο κακό, να διαταραχθεί η πνευματική ζωή της μονής.



[2φΑ]







Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

"Socotra"
















Ένα νησί στον Ιδικό Ωκεανό, που δίνει την αίσθηση του εξωπραγματικού.
Το ένα τρίτο της πλούσιας χλωρίδας του δεν συναντιέται σε κανένα άλλο μέρος της Γης.

Έχει μήκος 132 χλμ. και πλάτος περίπου 50.
Περιβάλλεται από άλλα τρία μικρότερα νησάκια, σχηματίζοντας ένα μικρό και απομονωμένο αρχιπέλαγος, σαν αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο.

Απέχει 150 μίλια από το ανατολικό άκρο της Αφρικής, απέναντι από τη Σομαλία και 240 μίλια από την Αραβική Χερσόνησο, απέναντι από την Υεμένη, στην οποία και ανήκει.































Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

"Παραμυθένιος κόσμος! "
















«ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ – Η ΑΡΧΟΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ»

Του Φώτη Κόντογλου


Τί τανε, ληθινά, κενο τ Βυζάντιο, κείνη Κωνσταντινούπολη;
Παραμυθένιος κόσμος!
χι μοναχ ρχαία πολιτεία, μ κι καινούρια, ς το σουλτν-Χαμτ τ χρόνια.

Εχα γνωρίσει ναν χριστιαν νατολίτη κοσμογυρισμένον, πο ζησε πολλ χρόνια στν Ερώπη κα στν μερική, στ Λόντρα, στ Παρίσι, στ Ρώμη, στ Νέα όρκη. «λες ατς ο μεγάλες πολιτεες, μο λεγε, εναι σπουδαες, μ σν τν Κωνσταντινόπολη δν πάρχει λλη στν οκουμένη, κι οτε βρίσκεται στν ντουνι τέτοια πίσημη ρχοντικι κα βασιλικ πολιτεία».

Στ χρόνια τν Βυζαντινν « βασιλεύουσα Πόλις» θ εχε μι ξωτικ κι λλόκοτη μεγαλοπρέπεια. Χίλιοι κουμπέδες (τρολλοι) κατάχρυσοι λαμποκοπούσανε μέσα στ βλογημένη ατ φεντοπολιτεία. Στ μέση στεκότανε, σν λιος, γι Σοφιά, κα γύρω της τανε σκορπισμένες ο λλες κκλησίες μ τος χρυσος κουμπέδες, σφαρες οράνιες, πο λς κα γυρίζανε γύρω στν λιο.

Δν φαινόντανε πς τανε κτίρια κανωμένα π τν νθρωπο, λλ σν ν κατεβήκανε π τν οραν κα σταθήκανε πάνω στ γ. Κι π μέσα τανε καταστολισμένες μ ψηφιά, μ χρωματιστ μάρμαρα, μ σμάλτα, μ ζωγραφιές, πο θαρροσε κανένας πς μπαίνει σ οράνια παλάτια.

Εχανε δίκιο ο παλιο Κινέζοι πο λέγανε πς ατ τ κτίρια τανε «κάποια παλάτια μεγάλα κα λαμπερά, πο π μέσα μοιάζανε σν τ χρυσ φτερ το φασιανο τν ρα πο πετ».

νάμεσα στς καταμέτρητες κκλησιές, στ παλάτια κα στ μοναστήρια, πο σκεπάζανε νεξερεύνητα μυστήρια, τανε χτισμένα τ σπίτια κα τ μέτρητα παζάρια πο μερμήγκιαζε κόσμος, κόσμος καλοπερασμένος, τ χάνια, τ μαγαζιά, φωλις γεμάτες ζω κα κίνηση.

δ κι κε πρασινίζανε κάποια περιβόλια μ ψηλ δέντρα μέσα στν πολιτεία, μ να γύρω τ ζώνανε, σν λόδροσο στεφάνι, νθισμένοι κποι, δάση μ πλατάνια, μ δρς, μ κυπαρίσσια, μ καβάκια (λεκες), πο ρίχνανε τν πυκνν σκιο τους πάνω σ ξωτικ κιόσκια, σ βρύσες μ κρυσταλλένια νερά, ν π παντο χλιμιντρούσανε χαρούμενα τ λυγερ τια (λογα) τς νατολς, κι κουγόντανε κάτι τραγούδια πο μοιάζανε μ ψαλμδίες. νάμεσα στ δέντρα βοσκούσανε ζαρκάδια.

Μ σν γύριζε κανένας τ ματιά του κατ τ θάλασσα, εφραινότανε κόμα πι πολ π τ θαυμαστ πανόραμα. Βόσπορος, ατς ξαίσιος θαλασσινς ποταμός, δρόσιζε μ τ νερά του τ πόδια τς πολιτείας, ρεματίζοντας νάμεσα σ᾿ ατ κα στν καταπράσινη νατολή, μ τ Χρυσούπολη κα μ τ παλάτια πο παραθερίζανε ο Κωνσταντινουπολίτες.

που ν στεκότανε νθρωπος βλεπε μπροστά του να μαγικ θέαμα, τς μερες κρογιαλις το μπογαζιο νάμεσα στ δέντρα πο βουΐζανε π τ γλυκ φύσημα τ᾿ γεριο. καταμέτρητο πλθος π καράβια λογιν-λογιν, π βάρκες, π μαονες, π καΐκια, π μπιαντάδες, ρμενιζανε παντο, λλα μ πανι κι λλα μ κουπιά.

Τ λιμάνια τανε γεμάτα π καράβια ραγμένα στος μόλους φουνταρισμένα νοιχτά. Κάστρα θεόρατα, τρίδιπλα κι κατάλυτα, ζώνανε τν ξετίμητη πολιτεία, π στερι κι π θάλασσα, μ χίλιες καστρόπορτες, μ᾿ μέτρητες τάμπιες κα πύργους, λα ρματωμένα καλ μ στρατό, μ βάρδιες πο ξαγρυπνούσανε.

Τ Σαββατόβραδο, κατ τ δειλινό, τμόσφαιρα γέμιζε π τ γλυκει βου πο κάνανε χιλιάδες καμπάνες κα πο νέβαινε σν ψαλμωδία πάνω π τν γιασμένη πολιτεία, π τ Νέα Σιών, «χος καθαρς ορταζόντων».
Πανηγυρικ μεγαλοπρέπεια! Μοναχ τ Βυζάντιο κατέβασε στ γ τν οράνια ρμονία.