Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

"Σαν μουσική, την νύχτα.. "













Κωνσταντίνος Καβάφης  (29 Απριλίου 1863 - 29 Απριλίου 1933)






Φωνές


Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρα μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας
σαν μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.


Κ. Π. Καβάφης



[2φΑ]





Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

28.04 – Χειροτονία












Επέτειος δύο χρόνων.


Χειροτονία Διακόνου στον Ι Ν Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μοσχάτου, στις 28.04.2013.

Μια επέτειος είναι πάντα ανάμνηση, τιμή, συμμετοχή στο γεγονός και ευκαιρία αναβίωσης.
Πνευματική ανάσα.


Με όλες τις ευχές που πηγάζουν από μια τέτοια μέρα!




[2φΑ]






Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

25.04 – Η Καμπάνα μας







25 Απριλίου, του Αγίου Μάρκου


Σήμερα έγινες τριών χρονών. Μπορείς να συνεννοείσαι τέλεια και να κάνεις καλή παρέα, μπορείς όλη μέρα να χαίρεσαι, να γελάς, να παίζεις και να μαθαίνεις.

Σου είχα υποσχεθεί μια δική σου καμπάνα. Την έχω εδώ και σε περιμένει. 
Θα την στερεώσουμε μαζί κάπου ψηλά, για να την βλέπουμε όποτε θέλουμε και να την ακούμε, όταν έχει κάτι να μας πει.

Καμπάνες έχουν οι εκκλησίες και τα πλοία. Και στις δύο περιπτώσεις κάνουν την ίδια δουλειά. Ξυπνούν το πλήρωμα και το φωνάζουν να μαζευτεί.

Η καμπάνα είναι ένα ευλογημένο εργαλείο. Εκτός που είναι τόσο όμορφη, αντηχεί με ακρίβεια και αγάπη τις εντολές του καπετάνιου.

Τώρα σου φαίνεται σαν ένα ξεχωριστό παιχνίδι μόνο, αλλά θα δεις μεγαλώνοντας, πως είναι κάτι πολύ σημαντικό. Όταν γίνεις κι εσύ καπετάνιος, θα τοποθετήσεις την καμπάνα σου στο δικό σου κατάστρωμα.

Για να ξέρει ο καπετάνιος να χειρίζεται σωστά την καμπάνα, πρέπει να έχει μάθει πρώτα να την ακούει με προσοχή. Να καταλαβαίνει τι του λέει, να ξυπνά ευχάριστα στον ήχο της και να τρέχει στο κάλεσμα της.

Όταν η καμπάνα χτυπά, λέμε πως "σημαίνει", δίνει δηλαδή ένα σήμα, μας μιλά και μας ειδοποιεί πως είναι η ώρα να μαζευτεί όλο το πλήρωμα για να κάνει ότι του πει ο καπετάνιος. Για να μην καθυστερούμε τότε, πρέπει πάντοτε να είμαστε έτοιμοι για το κάλεσμα της.         

Όταν σημαίνει, μας θυμίζει να είμαστε ξύπνιοι, αυτό που λέμε έξυπνοι, έτοιμοι δηλαδή και γρήγοροι. Αυτή η ετοιμότητα στο καράβι ή στην εκκλησία, είναι το ίδιο πράγμα. Θα πει πως έχουμε τον νου μας, να κάνουμε αυτό που πρέπει, στην ώρα του, για να έχουμε ένα ωραίο ταξίδι.

Όποιος δεν δίνει σημασία στην καμπάνα που του σημαίνει ο καπετάνιος, δεν μπορεί να ανήκει στο πλήρωμα, εσύ όμως θα γίνεις ένας καλός ναύτης και ένας σπουδαίος καπετάνιος, γιατί από τα λίγα που σου είπε ο παππούς σου και θα τα διαβάσεις όταν μπορείς, μεγαλώνοντας θα καταλάβεις πολύ περισσότερα μόνος σου.

Και να θυμάσαι πάντοτε στη ζωή σου, ο ήχος της καμπάνας να σε "αγγίζει".


Ο παππούς Μ.





Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

"Η Αλήθεια των Ελλήνων.. "






Σχόλιο στο άρθρο Πίστη και λόγος, Μια συνέντευξη του Jean-Luc Marion στον L. Devillairs, δημοσιευμένο στο "Αντίφωνο".


HolyJoy

O Χάιντεγκερ δίνει μια χαρακτηριστική ερμηνεία στην ελληνική λέξη ἀλήθεια· 
αξίζει να την προσθέσουμε:
Οι Έλληνες έχουν μια χαρακτηριστική έκφραση για την λέξη "truth": ἀλήθεια. Το γράμμα α είναι α-στερητικό. Τοιουτοτρόπως έχουν μια αρνητική έκφραση για κάτι που όλοι εμείς το αντιλαμβανόμαστε θετικά.

Η λέξη "truth" - αλήθεια, έχει για τους Έλληνες την ίδια αρνητική σημασία όπως έχει, επί παραδείγματι, για εμάς η ατέλεια.
Τούτη η έκφραση δεν είναι απολύτως και απλώς αρνητική αλλά καθίσταται αρνητική με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Αυτό το οποίο εμείς χαρακτηρίζουμε ως ατελές δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την τελειότητα, αντιθέτως, είναι ακριβώς προσανατολισμένο προς τούτο: «σε σχέση με την τελειότητα δεν είναι όλα όσα θα μπορούσε να είναι».

Αυτό το είδος άρνησης είναι αρκετά ιδιάζον. Συχνά είναι κεκρυμμένο στις λέξεις και στις έννοιες: ένα παράδειγμα είναι η λέξη "blind" η οποία είναι επίσης μια αρνητική έκφραση. Blind σημαίνει: να μην είμαι σε θέση να δω. Αλλά μόνον αυτό το οποίο μπορεί να δει, δύναται να χάσει το φως του. Μόνον αυτό το οποίο μπορεί να μιλήσει, δύναται να σιωπήσει. Συνεπώς η ατέλεια εμπεριέχει έναν σαφή προσανατολισμό προς την τελειότητα.

Ατελές σημαίνει, ότι αυτό το οποίο φανερώνεται δεν κατέχει την τελειότητα που ίσως θα μπορούσε να έχει, που θα έπρεπε να έχει ή επιθυμεί να έχει. Όσον αφορά την τελειότητα κάτι του λείπει, κάτι έχει αφαιρεθεί, αποσπάστηκε από το-privare, όπως υποδεικνύει το α-στερητικό.

Η λέξη "truth" η οποία είναι για εμάς θετική, για τους Έλληνες είναι αρνητική ως "ἀλήθεια", και βέβαια, η λέξη "falsehood" η οποία είναι για εμάς κάτι το αρνητικό, από τους Έλληνες διατυπώνεται θετικά ως "ψεῦδος".
Ἀλήθεια σημαίνει: δεν είναι πλέον κεκρυμμένο, είναι αποκεκαλυμμένο.

Αυτή η "στερητική" έκφραση υποδεικνύει ότι οι Έλληνες είχαν αντιληφθεί το γεγονός, πως η ἀλήθεια του κόσμου είναι κάτι το οποίο πρέπει να αποκτηθεί διά της βίας*, ότι αρχικά και ως επί το πλείστoν δεν είναι διαθέσιμη.

Ο κόσμος είναι κατά κύριο λόγο, αν όχι εντελώς, συγκεκαλυμμένος. H προφανής γνώση δεν δίνει στον εαυτό της την πρωταρχική ώθηση, ώστε να κινηθεί μπροστά.
Ο κόσμος αποκαλύπτεται μόνο στον άμεσο κύκλο του τόπου που μας περιβάλλει, στον βαθμό που οι φυσικές ανάγκες το απαιτούν.

Και ακριβώς αυτό το οποίο στη φυσική συνείδηση ήταν εντός ορισμένων ορίων, πιθανώς αρχικά αποκεκαλυμμένο, καθίσταται σε μεγάλο βαθμό συγκεκαλυμμένο και πολύ συχνά διαστρεβλωμένο από τον λόγο.


[M. Heidegger —Plato's Sophist, p.10] First characteristic of ἀλήθεια, The meaning of the word ἀλήθεια. 'Αλήθεια and Dasein.

*Την βία όπως την τοποθετεί ο Χάιντεγκερ, εγώ τουλάχιστον, την εκλαμβάνω όπως και στις γραφές: «Η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». (Μτθ. 11,12)



antifono – [2fA]





Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

"Το τραγούδι του αϊ-Γιώργη"






Το τραγούδι του αϊ-Γιώργη  - Χορός του Πάσχα -


Το τραγούδι ή ρίμα του Αϊ-Γιώργη, αυτό το μακροσκελές ομοικατάληκτο πανελλήνια γνωστό αφηγηματικό ποίημα, που άλλοτε τραγουδιέται και πολύ συχνότερα απαγγέλλεται, είναι μια σύνθεση βασισμένη σε παλιούς λαϊκούς μύθους και θρησκευτικές παραδόσεις καθώς και σε στοιχεία που προέρχονται από τα συναξάρια και την εικονογραφία του αγίου. Το θέμα για το δράκο/δαίμονα, που κρατάει το νερό από το οποίο υδρεύεται μια πόλη και απαιτεί μιαν ανθρωποθυσία -συνήθως μιας αρχοντικής κόρης- για να το απολύσει, είναι γνωστό από την αρχαιότητα και το συναντάμε στις παραδόσεις πολλών λαών.
Στην ελληνο-χριστιανική παράδοση ο δρακοκτόνος και λυτρωτής της κόρης και του λαού που υποφέρει είναι ο αϊ-Γιώργης.
Η αιφνίδια εμφάνισή του ως περιπλανώμενου στρατιώτη και η ανιδιοτελής επέμβασή του τον κατατάσσουν στη μεγάλη χορεία των μυθικών παλικαριών που εξαλείφουν κινδύνους και ευεργετούν κοινωνικά σύνολα, περνώντας ως λαϊκοί ήρωες στο συλλογικό φαντασιακό. Ο Ν. Γ. Πολίτης υποστήριξε, ότι τόσο η θρησκευτική διήγηση όσο και το τραγούδι απηχούν τον ανάλογο αρχαίο μύθο του Περσέα και της Ανδρομέδας, που ως λαϊκή αφήγηση είχε διασωθεί στην Καππαδοκία, πιθανή περιοχή πρώτης εμφάνισης του τραγουδιού και κοιτίδα της λατρείας του Aγίου.

[Μιράντα Τερζοπούλου]



Θεριό έχουμε στον τόπο μας, σ’ ένα βαθύ πηγάδι
ν-ανθρώπους το ταΐζουμε, κάθε πρωί και βράδυ.
Mια μέρα αν δεν τον δώσουμε άνθρωπο να δειπνήσει
σταλιά νερό δεν άφηνε η χώρα να δροσίσει.
Kι ας ρίξουμε τα μπουλετιά να διούμ’ σε ποιόν θα πέσει
να στείλει το παιδάκι του στου λιονταριού πεσκέσι.
Kαι έπεσε το μπουλετί σε μιά βασιλοπούλα
ν-οπού την είχε ο βασιλιάς μονάχ’ κι ωραιοπούλα.

O βασιλιάς σαν τ’ άκουσε, αυτό το λόγο είπε:
- Όλο το βιό μου πάρετε και το παιδί μ’ αφήστε.
Πολύς λαός συνάχτηκε, πάει στο βασιλέα.
- Για δώσ’ μας το παιδάκι σου ή παίρνουμε και σένα.
- Πάρτε το το παιδάκι μου και κάντε το σα νύφη
και σύρτε το στου λιονταριού πεσκέσι να δειπνήσει.
Πάρτε το και στολίστε το μ’ ατίμητα πετράδια,
μ’ ατίμητα, μ’ αμέτρητα και με μαργαριτάρια.

Πολύς λαός ξεκίνησε και τηνε πάει στη βρύση,
δεν το ’λπιζε η βαριόμοιρη πως θα ξαναγυρίσει.
Φύγαν και την αφήσανε εκεί κοντά στη βρύση
δια να έβγει το θεριό να κάτσει να δειπνήσει.
Eκεί ν-οπού καθότανε μονάχη, μοναχούλα
ίδρως την περεχιότανε σα σιγανή βροχούλα.
Αϊς-Γιώργης σαν τ’ άκουσε τρέχει να τη γλυτώσει
κι απ’ τον κακό της θάνατο να την ελευθερώσει.

Γυρίζει βλέπει πίσω της, θωρεί έναν καβαλάρη
αρματωμένο με σπαθί και μ’ αργυρό κοντάρι.
Aπό μακράν τόνε θωρεί και κάθεται και κλαίει.
- Φύγε ξενάκι μ’ από ’δώ να μην σε φάει και σένα
αυτό το άγριο θεριό ν-οπού θα φάει και μένα.
- Λιγάκι θε να κοιμηθώ εδώ κοντά στη βρύση
κι όταν θα έβγει το θεριό, θέλω να με ξυπνήσεις.

Tην ώρα που κοιμότανε ήρθε ένα περιστέρι
και βάστα τίμιο σταυρό εις το δεξί του χέρι
κι απάνω έγραφ’ ο σταυρός, βέβαιος αϊς-Γιώργης.
Όταν έβγαινε το θεριό τα όρη σιγοτρέμαν
κι η κόρη από το φόβο της φωνάζει - άγιε μου Γιώργη
σήκω και σκότωσ’ το θεριό που μ’ είπες δε φοβάσαι.
Σηκώνετ’ ανατολικά και κάνει το σταυρό του
μια κονταριά του έσυρε κι έκοψεν το λαιμό του.

- Kόρη μ’ πού το ’βρες τ’ όνομα και που το αθιβάλλεις;1
- Tην ώρα που κοιμόσουνα ήρθε ένα περιστέρι
και βάστα τίμιο σταυρό εις το δεξί του χέρι
κι απάνω έγραφ’ ο σταυρός βέβαιος αϊς-Γιώργης.
Πες με το, στρατιώτη μου, πως λένε τ’ όνομά σου,
να κάνει ο πατέρας μου χάρισμα τ’ς αφεντιάς σου.
- Αϊ-Γιώργη με λέγουνε απ’ την Kαππαδοκία,
να πείσεις τον πατέρα σου να φκιάσει εκκλησία
κι αριστερά της εκκλησιάς να στήσει καβαλάρη
αρματωμένο με σπαθί και μ’ αργυρό κοντάρι.
Xρυσή κορδέλα έβγαλε και τα μαλλιά της δένει,
χαρά μεγάλη έγινε στη γη, στην οικουμένη.

Tρεις μέρες εχυνότανε το αίμα με την κίνη
χαρά μεγάλη έγινε μέσα στη χώρα εκείνη.
Kαι το τραγούδι σώθηκε και πείτε να’ βρω τ’ άλλο,
για πέστε το, για θα το πω, για ’ρχίζω και το λέγω
κι αν αρχινήσω και το πω πολλές καρδιές θα κάψω,
θα κάψω νιες, θα κάψω νιους, θα κάψω παλικάρια,
θα κάψω και τους μαραγκούς που φκιάνουν τα καράβια
και ταξιδεύουν τα παιδιά, τα ’μορφα παλικάρια.

Άγιε μου Γιώργη αφέντη μου κι έμορφε καβαλάρη
δώσε τσι γρυπαροί2 κολιοί και τα ναυτάκια κιάρι3
και μας τσι καλορίζικες οκάδες το μετάξι.
Άγιε μου Γιώργη πο ’βγαλες το ρόδο και τ’ αγκάθι
εσύ τηνε πρωτόβγαλες στον κόσμο την αγάπη.


[ 1- αθιβάλλεις: αναφέρεις, μνημονεύεις
  2- τσι γριπαροί: σ' αυτούς που ψαρεύουν με γρίπο
  3- κιάρι: καθαρός καιρός ]



[2fA]





Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

"Ο Βόσπορος σήμερα"






Φωτογραφία: Tanasis Kiryako

[κλικ για μεγάλο μέγεθος]



fb - [2fA]





"Η προσευχή του Ιούδα"






του Τάσου Θεοφιλογιαννάκου


Κύριε
χρειάζομαι χρήματα
– έστω λίγα –
χρειάζομαι καπνό
και κρασί
– έστω λίγο –
και μια ώρα
συγκεκριμένη
νυχτερινή
σήμερα
για να σε παραδώσω.



[Φωτογραφία: Paul Himmel]

frear – [2fA]





Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

"Κανεὶς δεν είναι μόνος"





Τάσος Λειβαδίτης
(20 Απριλίου 1922 -30 Οκτωβρίου 1988)


"Ήρθα", έλεγες πάντα μπαίνοντας στο δωμάτιο,
παρ᾿ όλο που δεν σε περίμενε κανείς.
Όμως ακριβώς αυτό
σου έδινε μια βαθύτερη απάντηση.



[2φΑ]





"Σε υμνούμεν... "






Από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

Δευτέρα, 2 Απριλίου, 1973


. . . . . .

Η άνοιξη είναι ήσυχη, ένα σχεδόν ταπεινό ξεκίνημα. Βροχερή Κυριακή. Η σιωπή, η ερημιά αυτών των μικρών χωριών. Η χαρά της «ζωντανής» ζωής που εκτυλίσσεται πέρα από κάθε επιπόλαιο ακτιβισμό, χαρά που είναι η αληθινή ουσία της ζωής...
Και αργά τη νύχτα, βροχή, φώτα και ζωή πίσω από καλοφωτισμένα παράθυρα.

Αν δεν μας είχε δοθεί να τα αισθανόμαστε βαθιά όλα αυτά, τι θα σήμαιναν άραγε οι λέξεις, «Σε υμνούμεν, Σε ευλογούμεν, Σοι ευχαριστούμεν...»;
Αυτή είναι η ουσία της πίστης μας και η απουσία της γίνεται ξεκίνημα μιας τρομακτικής απιστίας.

Ποιος εφεύρε την ιδέα πως η πίστη αποτελεί λύση προβλημάτων;
Η πίστη είναι πάντοτε η μεταφορά σε μια άλλη διάσταση, σ' ένα άλλο επίπεδο και γι' αυτό είναι ο εκμηδενισμός των προβλημάτων, όχι η λύση τους.

Τα προβλήματα προέρχονται επίσης από τον Διάβολο, που γέμισε την πίστη με βαβούρα και χυδαιότητα - έτσι η πίστη έγινε ένα πρόβλημα στον σύγχρονο κόσμο.

Όλα αυτά τα λόγια δεν έχουν τίποτε το κοινό με την ουσία της ζωής, με τις γυμνές σειρές από μηλιές κάτω από έναν βροχερό, σαν ανοιξιάτικο ουρανό, με την πραγματικότητα της καρδιάς και της ψυχής.



[2fA]





Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

"Λέοντα, βασιλέα.. "






Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ



Γύρω στα 450 μ Χ, ένας στρατιώτης ο Λέοντας, βρισκόταν σ' ένα δασάκι στα μέρη της βασιλεύουσας, όταν ξάφνου βλέπει μπροστά του έναν τυφλό άνθρωπο να του ζητάει λίγο νερό για να σβήσει τη δίψα  του.

Ο Λέοντας προθυμοποιήθηκε να του βρει και να του φέρει νερό. Έψαξε λοιπόν, στο δάσος για να  βρει νερό, αλλά μάταια και έτσι επέστρεφε λυπημένος.
Τότε όμως, άκουσε μια γυναικεία φωνή να του λέει: "Ου χρεών σε, Λέων, αγωνιάν,  το γαρ ύδωρ εγγύς" - Δεν χρειάζεται να αγωνιάς Λέοντα, το νερό  είναι  δίπλα  σου.

Και συνέχισε η φωνή:
"Λέοντα βασιλέα, πάρε από το νερό αυτό και δώσε να πιει να ξεδιψάσει ο τυφλός άνθρωπος και άλειψε μ' αυτό τα μάτια του και θα καταλάβεις ποια είμαι εγώ που σου μιλώ".

Πράγματι, σ’ έναν βράχο φάνηκε να ρέει μια πηγή με άφθονο νερό.
Ο τυφλός ξεδίψασε και μόλις του άλειψε και τα μάτια με το νερό, είδε το φως του.

Ο Λέοντας, αντιλήφθηκε πως η Παναγία είχε κάμει το θαύμα της παρουσίας της πηγής, της ιάσεως του τυφλού και το 457 που ανέβηκε στον θρόνο της Βυζαντινής (της Ανατολικής Ρωμαϊκής) Αυτοκρατορίας, επαληθεύθηκε και η προσφώνηση της, που τον είχε αποκάλεσει «Βασιλέα».

Ο Λέων ο Α΄, ο Θράξ, βασίλευσε μέχρι τον θάνατο του, το 474.
Ήταν ευσεβέστατος, προσηλωμένος στην Ορθόδοξη πίστη και η Αγία Εκκλησία μας τον τιμά ως Άγιο στις 20 Ιανουρίου.

Ο Λέων ανήγειρε Ναό στο σημείο της Πηγής. Στα θαυματουργά νερά της αναφέρεται πως γιατρεύθηκαν από τις παθήσεις τους και ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο Α', ο Λέοντας ο ΣΤ' ο Σοφός, η γυναίκα του, Αγία βασίλισσα Θεοφανώ, ο Ρωμανός Α' ο Λεκαπηνός καθώς και η γυναίκα του, ο Πατριάρχης Στέφανος (886-912), ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωάννης (964-966), αλλά και πλήθος ακόμη, άρχοντες και απλοί άνθρωποι.




Ο Ναός αυτός έμεινε γνωστός στην ιστορία ως το αγίασμα του Μπαλουκλή, δηλαδή "στα ψάρια". "Balik" προφέρεται μεταξύ ι και ου και στα τουρκικά σημαίνει ψάρι.

Σύμφωνα με την παράδοση, δίπλα στο αγίασμα το 1453, ένας καλόγερος τηγάνιζε ψάρια, όταν κάποιος του έφερε την είδηση πως πήραν την Πόλη οι Τούρκοι. Ο καλόγερος απάντησε πως μόνο αν τα ψάρια που τηγάνιζε έφευγαν απ' το τηγάνι και έπεφταν μέσα στο αγίασμα, θα πίστευε ότι έγινε κάτι τέτοιο. 
Πραγματικά τα ψάρια ζωντάνεψαν και έπεσαν μέσα στην πηγή του αγιάσματος.
Μέχρι σήμερα, μέσα στην δεξαμενή της Ζωοδόχου Πηγής διατηρούνται επτά ψάρια, που φαίνονται κόκκινα από την μια πλευρά.

Ο Ναός της Ζωοδόχου Πηγής καταστράφηκε επανειλημμένως και ανοικοδομήθηκε για 5η φορά το 1835 με άδεια του Σουλτάνου, όπως υπάρχει μέχρι σήμερα.
Στην αυλή της Ζωοδόχου Πηγής βρίσκονται οι τάφοι των Οικουμενικών Πατριαρχών.
Το αγίασμα βρίσκεται στον υπόγειο Ναό σε μαρμαρόκτιστη πηγή.

Η ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού της Ζωοδόχου Πηγής από τον Αυτοκράτορα Λέοντα εορτάζεται κάθε χρόνο, την Παρασκευή της Διακαινησίμου Εβδομάδας.




[2fA]





Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

"Το θέατρο του κόσμου.. "













"Πήγαινε και γίνε αυτό που πίστεψες"


Το δεύτερο από τα δέκα μέρη της σειράς «ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ», παραγωγής ΕΡΤ, με την δράση των Αποστόλων και - κυρίως - του Αποστόλου των Εθνών, Παύλου.
Ο Χριστιανισμός αρχικά καταδιώχθηκε από το ιουδαϊκό ιερατείο, επειδή, ανατρέποντας τα μέχρι τότε θρησκευτικά και φυλετικά δεδομένα, είχε αρχίσει να εξαπλώνεται ραγδαία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.

Η παντοδύναμη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είδε την εξάπλωση αυτή ως απειλή, προσπάθησε να την ανακόψει με συνεχείς και μαζικούς διωγμούς που στοίχισαν την ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι έγιναν μάρτυρες για την πίστη τους.
Στο Κολοσσαίο, όπως και σε όλα τα στάδια και τις αρένες της Μεσογείου, οι χριστιανοί έρχονταν αντιμέτωποι με τον θάνατο, χωρίς να δειλιάζουν.

«Γίναμε το θέατρο του κόσμου», έγραψε ο Απόστολος Παύλος.

Όμως το νέο ήθος που κόμιζε ο Χριστιανισμός και η αποφασιστικότητα των Χριστιανών να πεθάνουν για την πίστη τους, έφεραν τα αντίθετα αποτελέσματα:
η νέα θρησκεία αποδείχτηκε πολύ πιο ισχυρή από διωγμούς και θανατώσεις.

Με τον Μέγα Κωνσταντίνο σταματούν οι διωγμοί και επικρατεί ανεξιθρησκία, εγκαινιάζεται η νέα πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη, ενώ η Ρώμη αργότερα, υποκύπτει στους βαρβάρους μισθοφόρους της. 






Σκηνοθεσία : Μαρία Χατζημιχάλη-Παπαλιού
Σενάριο: Λένα Βουδούρη, Μαρία Χατζημιχάλη Παπαλιού

Αφήγηση: Κώστας Καστανάς



ΓΑΦ – [2φΑ]





Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

"To Πάσχα του Μεχμέτ Μπέη"






[Από το Αναγνωστικό της Στ΄ Δημοτικού του 1947]



Είναι τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα και σπάνιοι οι διαβάτες στο δρόμο. Είναι οι τελευταίοι που γυρίζουν από την πρώτη Ανάσταση και πηγαίνουν βιαστικοί στα σπίτια τους.

Σε λίγο τίποτε πια δεν ακούεται και νεκρική σιγή βασιλεύει σ’ όλη την  τούρκικη συνοικία του Ηρακλείου.

Ξαφνικά, ανοίγει αθόρυβα η αυλόπορτα ενός μεγάλου σπιτιού και προβάλλει ανθρώπινο κεφάλι. Γυρίζει δεξιά και αριστερά και παρατηρεί με προσοχή μέσα στα σκοτάδι. Τραβιέται μέσα και πάλι ξαναφαίνεται και κοιτάζει με προσοχή.

- Ελάτε, δεν είναι κανένας, ακούεται  χαμηλή φωνή.
Τρεις σκιές, η μια μεγάλη και οι δύο μικρότερες, βγήκανε στο δρόμο.
- Πάμε γρήγορα, ψιθύρισε ο ψηλός άντρας πάμε γρήγορα, γιατί αργήσαμε και θα μας περιμένει. Σκέπασε το πρόσωπο με το μαντήλι σου, Εσμέ! Ρεσίτ, δός μου το χέρι σου!

Περπατούσανε κι οι τρεις σιωπηλοί στο σκοτάδι. Μόλις όμως έστριψαν το στενό σοκάκι, βρήκανε μια γριά, που κρατούσε στο χέρι της αναμμένη λαμπάδα. Περπατούσε με κόπο, γιατί ήταν πολύ γριά. Και φρόντιζε με το αδειανό χέρι να προφυλάξει τη λαμπάδα της από τον αέρα, για να φέρει στο σπίτι το φως της Αναστάσεως, που πήρε από την εκκλησιά.

Όταν είδαν το φως της λαμπάδας οι τρεις νυχτερινοί διαβάτες, γύρισαν αλλού το κεφάλι τους, για να μην γνωριστούν. Του κάκου όμως. Η γριά σήκωσε τη λαμπάδα της και τους φώτισε.

- Πολλά τα έτη σας, Μεχμέτ Μπέη! είπε η γριά.
- Καλημέρα, κυρά, αποκρίθηκε εκείνος, και του χρόνου! Και τράβηξε το δρόμο του.

Η γριά τους κοίταξε από κοντά, ώσπου τους έχασε από τα μάτια της.
«Περίεργο πράγμα!» είπε με το νου της. «Που να πάνε τέτοια ώρα ο Μεχμέτ μπέης με τη χανούμισσα και το γιό του; Χριστέ μου, δεν κάνεις το θάμα σου να γλιτώσουν οι Χριστιανοί από έναν Τούρκο;»

Βυθισμένη στο σκοτάδι ήταν και η εκκλησία του Αγίου Μηνά. Εδώ και λίγη ώρα, χιλιάδες κεριών τη φώτιζαν χιλιάδες Χριστιανών στην αυλή της έψαλλαν χαρμόσυνα το «Χριστός Ανέστη». Τώρα έμεινε μόνο το άρωμα του λιβανιού και των κεριών. Και μόνο το καντήλι, που έκαιε μπροστά στην ασημένια εικόνα της Παναγίας, θαμπόφεγγε. Παντού βασίλευε απόλυτη σιγή.


Δύο χτύποι ακούστηκαν στην εξώθυρα. Από ένα στασίδι σηκώνεται κάποιος και τρέχει ν’ ανοίξει ήταν ο παπάς του Αγίου Μηνά.

Οι τρεις νυχτερινοί διαβάτες μπαίνουν αθόρυβα στην εκκλησία και φιλούν το χέρι του παπά. Σφαλίζουν καλά την πόρτα, προχωρούν ευλαβικά στο εικονοστάσι, γονατίζουν και κάνουν το σταυρό τους. Ο παπα-Γρηγόρης μπαίνει από τη δεξιά πόρτα στο ιερό, ανοίγει την Ωραία Πύλη και λέει στο μικρότερο από τους τρείς:

- Έλα, παιδί μου, να με βοηθήσεις! Και του δίνει μια μικρή λαμπάδα, που την άναψε από το ακοίμητο φως, που είναι πάνω στην Άγια Τράπεζα.

Ο παπα-Γρηγόρης φόρεσε το χρυσοκέντητο πετραχήλι του, πήρε με βαθύ σεβασμό το Δισκοπότηρο και πλησίασε στην Ωραία Πύλη. Μπροστά του στέκεται το συμπαθητικό τουρκόπαιδο, ωχρό, συγκινημένο, με τη λαμπάδα στο χέρι.
- Πλησιάστε, είπε ο παπάς στους άλλους δύο.

Πρώτα πλησίασε η γυναίκα, τριάντα έως τριανταπέντε χρονών.
Ήταν ωχρή και βαθιά συγκινημένη. Τη στιγμή που ανέβαινε τα σκαλοπάτια του ιερού, χρειάστηκε να την υποστηρίξει ο Μεχμέτ μπέης, για να μην πέσει. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της ήταν δακρυσμένα.
- «Μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού Μαρία, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», είπε ο παπάς μ’ επισημότητα και της έδωσε την Άγια Μετάληψη.

Δύο μεγάλα δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπο την σεμνής εκείνης γυναίκας κι ακούστηκε να ψιθυρίζει: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθεις εν τη Βασιλεία σου».

Πήρε έπειτα η γυναίκα τη λαμπάδα στο χέρι τη κα πλησίασε το παιδί.
- «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Νικόλαος». επανάλαβε ο παπάς, κοιτάζοντας στοργικά το συμπαθητικό παιδί.

Τώρα ήρθε η σειρά του Μεχμέτ. Ανεβαίνει με θάρρος και πλησιάζει τον παπά. Το φως της λαμπάδας τρέμει, γιατί τρέμουνε και τα χέρια της Μαρίας.
- «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Εμμανουήλ, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», λέει για τρίτη φορά ο παπάς, δακρύζοντας τώρα κι αυτός.
- Αμήν. Είπε με βαθιά φωνή ο μυστικός  Χριστιανός.

Σε λίγα λεπτά οι τρεις σκιές χάνονται και πάλι στους σκοτεινούς δρόμους του Ηρακλείου και βιαστικά γυρίζουν στο σπίτι τους. Αυτή τη φορά δε βρέθηκε καμιά γριά στο δρόμο να τους γνωρίσει με το φως της λαμπάδας και να ξαναπεί:
- Θεέ μου, δεν κάνεις το θάμα σου, για να σωθούν από έναν κακό Τούρκο οι Χριστιανοί;

Μόνο ο παπα-Γρηγόρης ήξερε, ότι ο Μεχμέτ μπέης ήτανε Χριστιανός, πιο πολύ πιστός από πολλούς, που λέγονται μονάχα Χριστιανοί.



GT – [2fA] 




Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

"Ευλογημένο δένδρο"






Η Πασχαλιά είναι δένδρο ευλογημένο από την Παναγία.

Η παράδοση λέει, ότι όταν σταύρωσαν τον Χριστό, η Παναγία ήταν πολύ στεναχωρημένη, ταλαιπωρημένη και τσακισμένη από τον πόνο και το κλάμα.

Περπάτησε λίγο και κάθισε να ξεκουραστεί, κάτω από ένα δέντρο που ήταν γεμάτο φύλλα, αλλά όχι άνθη. Δεν άνθιζε ποτέ.
Κουρασμένη καθώς ήταν, αποκοιμήθηκε.

Το δέντρο τότε, άρχισε σιγά-σιγά να ρίχνει όλα του τα φύλλα και να σκεπάζει απαλά την Παναγία για να τη ζεστάνει.


Όταν η Παναγία ξύπνησε, πρόσεξε τα ολόγυμνα κλαδιά του δέντρου και προς στιγμήν απόρησε. Μα σαν είδε όλα εκείνα τα φύλλα που τη σκέπαζαν και τη ζέσταναν, ευλόγησε το δέντρο λέγοντας: «Να είσαι πάντα ευλογημένο και μοσχοβολημένο».

Με την ευλογία της Παναγίας το δέντρο γέμισε αμέσως με καταπράσινα φύλλα και άνθισε για πρώτη φορά.
Από τότε ονομάστηκε Πασχαλιά και είναι ευλογημένη με τα μοσχοβολημένα της λουλούδια, που ανθίζουν το Πάσχα.  



fb - Pres Nota Katras

[2fA]





"Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν.. "






ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ


Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας
καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.

νάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι
προσκυνήσωμεν ἅγιον, Κύριον, Ἰησοῦν τὸν μόνον ἀναμάρτητον.
Τὸν Σταυρόν σου Χριστὲ προσκυνοῦμεν
καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καὶ δοξάζομεν·
σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν, ἐκτὸς σοῦ ἄλλον οὐκ οἴδαμεν,
τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν.
Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί, προσκυνήσωμεν τὴν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν ἀνάστασιν·
ἰδοὺ γὰρ ἦλθε διὰ τοῦ Σταυροῦ χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ.
Διὰ παντὸς εὐλογοῦντες τὸν Κύριον, ὑμνοῦμεν τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ·
Σταυρὸν γὰρ ὑπομείνας δι᾿ ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν.

ναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν,
ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος.







Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

"Μέγα Σάββατον"





Νίκος Γκάτσος, "Φύσα αεράκι φύσα ναι"


Μέμνησο!  Όλα στέρεψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.
Μέμνησο των παιδίων α σοι έδωκεν ο Θεός.

Πίσω απ’ τους λόφους τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σα γλαροπούλια στην αμμουδιά.
Τα ρήματα α λελάληκας ημίν πνεύμά εστιν και ζωή εστιν

Μες στων καιρών την ανημποριά
διώξε το γρέγο και το βοριά
και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
με του θριάμβου σου την κραυγή.
Ότι συ ει η αλήθεια και η ζωή και η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ.
Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.



pcris – [2fA]





Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

"Θρήνος ψυχής.. "





ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ



Η ώρα του υπέρτατου θρήνου
και της ύψιστης προσδοκίας

όπου νεκρώνεται ο χρόνος
για να αναστηθεί η αιωνιότητα

η ώρα της απόλυτης
ευθύνης

της αλλαγής του νόμου
σε αγάπη
και της δικαιοσύνης
σε έλεος



….

Και θρηνούσε με θλίψη και πόνο βαθύ
και θρηνούσε σιωπηλά ο ευσχήμων Ιωσήφ,
θαρρείς με μορφή Αρχαγγέλου
με τον άλλο κρυφό μαθητή, τον Νικόδημο,
ευσυμπάθητον θρήνον αναλαβών:
«Πώς Σε κηδεύσω, Θεέ μου !»



[2φΑ]





Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

"Στέφανον εξ ακανθών.. "






ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ



Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.
Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο των αγγέλων βασιλεύς.
Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται, ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις.

Ράπισμα κατεδέξατο, ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ.
Ήλοις προσηλώθη, ο νυμφίος της Εκκλησίας.
Λόγχη εκεντήθη, ο υιός της Παρθένου.

Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ.
Δείξον ημίν και την ένδοξoν σου Ανάστασιν.






"Οι δρυμοί της αγωνίας.. "





Τάκης Παπατσώνης, "Περί του Ξύλου"


Ψυχή μου, ευλόγα σήμερα πρωί, όλη τη μέρα
και την ακολουθούσα νύχτα όλη, το σωτήριο τούτο Ξύλο.
Πηγάζει απ’ τα σκοταδερά έγκατα των δασών.
Εκεί είναι η βασιλεία του, στολισμένο με φύλλα θροούντα.
Εκεί έρχεται σε κοινωνία με τις δροσιές της Νύχτας, με τα θάμπη
των Ημερών. Εκεί του περιπλέχουνται οι κισσοί και οι άλλες
περιπλοκάδες, γεννώντας την ιδέα της ομορφιάς και της αγάπης.
Σπάνιο είναι να τ’ αφήσουν να γεράσει, να τη ζήσει
την αιώνια ζωή, και σπάνιο είναι κεραυνός να τόβρει,
μήνυμα επουράνιο, ένωση ουρανού και γης με λάμψη ακαριαία
και θάνατος στο δάσος, όπως πρέπει.

Ψυχή μου, ευλόγα και την ώραν,
οπότε ξεκινάμε με τα πελέκια μιαν αυγή, άκαρδο, δουλευτικό
σμήνος οι υλοτόμοι. Γουρμάζει τότες η γραμμένη
σιωπηλή στιγμή της θυσίας. Με τα πολλά καταπέφτει
το θειότατο ξύλο. Του αποξεραίνουνται οι χυμοί.
Ξερό απομένει· και όμως ξερό, δεν έρχεται ολότελα
να το ξενώσει η ξεραΐλα από τις φυσικές του επιρροές.
Το διαβιβρώσκει η υγρασία ή το φουσκώνει. Του ανοίγει
ο χρόνος τις ρωγμές. Πιάνει σαράκι. Εχτός αν το προορίζουνε
για τις φωτιές, οπότε πάλι τρίζει, τρίζει, και αφού αναλάμψει,
τέφρα γίνεται, καθώς όλα.

Είπα όμως σήμερα της ψυχής μου
να γράψει για το Ξύλο εκείνο το προορισμένο από αιώνων,
για το Ξύλο, που η γέννησή του βαστάει από τις πρώτες
της γης μας φύτρες. Ετούτο εκόπη για να γίνει
Ζυγός μέγιστος, θαυματουργός Στατήρας,
που εστήθηκε στη μέσην ακριβώς του χρόνου
για να ζυγιάσει την κούφιαν έγνοια των ανθρώπων.
«Δεν είναι δάσος, που να προσφέρει ξύλο παρόμοιο».
Το Ξύλο αυτό δεν είναι διόλου ύλη απαθής.
Έχει ψυχή και δείχνει τη κάθε τόσο.
Ενώ κατάξερο είναι και κομμένο, όμως ανθεί
και μέσα του μυκάται και αναβράζει χυμός σεβάσμιος.

Δε θα ξετάξω το γιατί έφερε Λύτρωση το Ξύλο ετούτο.
Ουδέ ποια Λύτρωση. Ψυχή μου, θέλω μόνο να ευλογήσεις
την ουσία του Ξύλου, οπόθε αχτινοβόλησε του κόσμου η λάμψη.
Και την ευγένεια που του εδόθη ένα πρωί, όταν ποτίστη
μέχρι του βάθους των φλεβών του από αίμα εξαγοραστικό
και ζωογόνο. Ποιο βάρος φορτώθηκε! Ποιον πόνο
φορτώθηκε! Όλου του κόσμου! Του καθηλώθησαν
όλοι οι δρυμοί της αγωνίας. Χαίρε, Σταυρέ, που μ’ όλα,
μονάχη ελπίδα εσύ αποβαίνεις στις ερημώσεις.»



db – [2fA]





Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

"Μνήσθητι μου, Κύριε.. "






ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ



Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη στην μεταστροφή της πόρνης, που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού.  

Νωρίς το απόγευμα ψάλλεται η Ακολουθία του Ευχελαίου.

Το βράδυ ψάλλεται ο Όρθρος της Μεγάλης Πέμπτης.
Η νίψη των ποδών των Αποστόλων από τον Ιησού - ο Μυστικός Δείπνος -
η προσευχή του Κυρίου στον Κήπο της Γεσθημανή - η προδοσία του Ιούδα.






Του Δείπνου σου του μυστικού σήμερον, Υιὲ Θεού,
κοινωνόν με παράλαβε·
ου μη γαρ τοις εχθροίς σου το Μυστήριον είπω·
ου φίλημα σοι δώσω καθάπερ ο Ιούδας·
αλλ' ως ο ληστὴς ομολογώ σοι·
Μνήσθητι μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου.


Ότε οι ένδοξοι μαθηταί εν τω νιπτήρι του δείπνου εφωτίζοντο,
τότε Ιούδας ο δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας, εσκοτίζετο·
και ανόμοις κριταίς σε τον δίκαιον Κριτήν παραδίδωσι.
Βλέπε χρημάτων εραστά, τον δια ταύτα αγχόνη χρησάμενον·
φεύγε ακόρεστον ψυχήν, την Διδασκάλω τοιαύτα τολμήσασαν.
Ο περί πάντας αγαθός, Κύριε, δόξα σοι.

[Ρωμανός ο Μελωδός]



[2φΑ]





Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

"Κασσιανή μοναχή"








        


 



ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ




Η Κασσιανή ήταν βυζαντινή ποιήτρια που έζησε τον 9ο αιώνα μ. Χ.
Έγινε μοναχή και αφιερώθηκε στη λατρεία του Θεού και την ποίηση, όταν ο αυτοκράτορας Θεόφιλος δεν την επέλεξε ως σύζυγό του.

Το ιστορικό, όπως περιγράφεται από τους βυζαντινούς χρονικογράφους Συμεών Μάγιστρο, Ιωάννη Ζωναρά και Λέοντα Γραμματικό, είναι το εξής:

Η Ευφροσύνη, μητέρα του τότε αυτοκράτορα Θεόφιλου, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση για την εκλογή νύφης, προσκάλεσε το 820 μ.Χ. στην Αυλή τις ωραιότερες και επιφανέστερες κόρες της αυτοκρατορίας.

Δώδεκα «κάλλιστοι παρθέναι» ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και πήγαν στο Παλάτι. 
Η Ευφροσύνη, αφού τις δεξιώθηκε, διαμήνυσε στον Θεόφιλο να προσέλθει και να δώσει το χρυσό μήλο σ’ εκείνη που θα επέλεγε για σύζυγό του.

Ο νεαρός αυτοκράτορας θαμπώθηκε από την ομορφιά της Κασσιανής και θέλοντας να δοκιμάσει την ευφυΐα της, τη ρώτησε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα»
(«Από τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα», υπονοώντας την Εύα).

Η Κασσιανή έδωσε δείγματα του πνεύματός της, ανταπαντώντας: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττω»
(«Αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα», υπονοώντας την Παναγία).

Ο αυτοκράτορας, είτε γιατί η απάντηση του φάνηκε προπετής, είτε γιατί η ευφυΐα της γυναικός τον τρόμαξε, έδωσε το χρυσό μήλο στην ωραία και σεμνή Θεοδώρα.







Από το Τροπάριο της Μ. Τρίτης


….

Αλλοίμονο σε μένα, που στο σκοτάδι ζω της νύχτας,
στον οίστρο της ακολασίας και στον ασέληνο έρωτα της αμαρτίας.
Δέξου τις πηγές των δακρύων μου,
εσύ που μεταλλάζεις τα σύννεφα με το νερό της θάλασσας·
λύγισε στους στεναγμούς της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό στο δόσιμο της αγάπης σου.

….




M[2fA]





Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

"Τον νυμφώνα Σου βλέπω.. "





ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ



Τον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον
και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ.
Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα,
και σώσον με.






"Nα το ζητάς συνεχώς.. "















Χρήστος Γιανναράς – "Περιμένοντας την Ανάσταση"

[αποσπάσματα από εκπομπή της ΕΤ1, το 1987]

….
Με ποιο μέτρο ζωής είναι Μεγάλη αυτή η εβδομάδα;
Είναι ένα μέτρο φανερώσεων. Φανερώνει κάποια πράγματα, τα οποία είναι πολύ μεγάλα. 
Για σκεφτείτε, ο καθένας μας ας σκεφτεί ξεχωριστά, πώς μπήκε στη ζωή του η λέξη Θεός;

Φοβούμαι, τελείως αυτονόητα, μηχανικά, ασυνείδητα.
Ο Θεός. Μία έννοια. Κάποιο υπέρτατο ον. Κάποιο πρόβλημα με το οποίο, επιτέλους, στη σοβαρότερη περίπτωση, πάλεψε η φιλοσοφία αιώνες να το προσδιορίσει.... κάποιο, σε πολύ πεζό επίπεδο, κάποιο αντικείμενο που το εκμεταλλεύονται ορισμένες τάξεις ανθρώπων.


Αυτή η εβδομάδα, τον Θεό τον κάνει επώνυμο. Φεύγει το νόημα, φεύγει το ιδεολόγημα, και πρόκειται για ένα πρόσωπο.
Το πρόσωπο αυτό έχει όνομα. Χριστός Ιησούς. Κι αυτό το επώνυμο πρόσωπο, σ' αυτήν την εβδομάδα... εικονίζεται η σχέση Του μ' εμένα, η σχέση του με τον κάθε άνθρωπο...
Που είναι μια σχέση ερωτική, ενός μανικού έρωτα.

«Αὐτός ἡμῶν ήράσθη πρῶτος, ἡμῶν ἐχθρῶν καί πολεμίων ὑπαρχόντων... Καί οὐκ ἠράσθη μόνον, ἀλλά καί ἠτιμάσθη ὑπέρ ἡμῶν, καί ἐρραπίσθη καί ἐσταυρώθη καί ἐν νεκροῖς ἐλογίσθη καί διά τούτων ἁπάντων τόν περί ἡμᾶς αὐτοῦ παρέστησεν ἔρωτα» (Μ. Φώτιος).

Τις ιστορικές πράξεις και την προσωπική σχέση, δεν τις πλησιάζεις ποτέ με ιδεολογήματα, ούτε με νοήματα.
Την πλησιάζεις από άλλο δρόμο. Όπως γνωρίζεις ένα πρόσωπο. Είναι δυνατόν όταν είσαι ερωτευμένος, να έγινες ερωτευμένος διαβάζοντας βιβλία κι επειδή μελέτησες περί του προσώπου που αγαπάς;

Είσαι ερωτευμένος μέσα στα όρια μιας σχέσης, μιας αμεσότητας σχέσης…
Εάν θες να γνωρίσεις τον Θεό, τον επώνυμο Θεό, τον Νυμφίο Αυτόν, Τον Εραστή, πρέπει να ακολουθήσεις την οδό της σχέσης.
Και η σχέση έχει μια πρακτική. Έχει μια αμεσότητα. Δεν είναι θεωρία.

Λοιπόν, αυτή η εβδομάδα, από μέρα σε μέρα, δηλώνει και δείχνει την πρακτική αυτής της σχέσης. Την πρακτική αυτού του έρωτα. Όχι μόνο του έρωτα που έρχεται προς εμένα, αλλά και του τρόπου που μπορώ να δείξω τον έρωτά μου, σαν ανταπόκριση στον μανικό Έρωτα του Χριστού.

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι και ένα πείσμα. Είναι το πείσμα της ζωής ν' αντιστέκεται.
Ν' αντιστέκεται, κατ' αρχήν, στον χλευασμό. Έχει περισσέψει ο χλευασμός για τη ζωή.
Λοιπόν, με το θάρρος του μελλοθάνατου, χλευάζω κι εγώ, καγχάζω μάλλον, μπροστά στην απολυτοποίηση των γενικοτήτων.

Η Μεγάλη Εβδομάδα με ξαναφέρνει να θυμηθώ, ότι υπάρχει κάτι πιο πραγματικό απ' όλες τις γενικότητες. Πιο πραγματικό, αλλά και γι' αυτό πάρα πολύ άπιαστο.
Τα πιο πραγματικά πράγματα είναι άπιαστα. Ο εαυτός μου. Αυτό που λέμε υποκείμενο.

Λένε οι σημερινοί σοφοί... άνθρωποι που δαπάνησαν ολόκληρο το βίο στην έρευνα τέτοιων προβλημάτων.... ''Το υποκείμενο αναδύεται στον τόπο του Άλλου''.
Δεν υπάρχει υποκείμενο έξω απ' την σχέση. Δεν υπάρχει υποκείμενο δίχως αναφορά.

Το βρέφος έρχεται στην ύπαρξη, κι είναι ολόκληρο μια αναφορά, μια δίψα σχέσης... για γάλα, για συγκεκριμένα πράγματα, δεν μπορεί να ζήσει αλλιώς. Αλλά αυτή η σχέση πάει αλλού. Δεν μπορεί να κορεστεί μόνον με τροφή. Το βρέφος θέλει τη χειρονομία, το χάδι, τον λόγο... έτσι μόνον θα μπει το βρέφος στον κόσμο της γλώσσας και των συμβόλων. Στον ανθρώπινο κόσμο. Στον κόσμο των σχέσεων.

Αυτή η σχέση, λοιπόν, είναι που συνιστά την ίδια την ύπαρξή μας, το υποκείμενο, την υπόσταση. Δεν είναι γενικότητες ή ετικέτες.
Έτσι λοιπόν, αυτή τη Μεγάλη Εβδομάδα, όλα μας σπρώχνουν, όλα… αυτή η παράδοση που σώζεται κι αντιστέκεται ως ζωή, μέρα με τη μέρα στη Μεγάλη Εβδομάδα, μας καλεί να δούμε το συγκεκριμένο γεγονός της σχέσης ως γεγονός Ζωής.


Ο Θεός δεν είναι ιδεολόγημα.
Στη Μεγάλη Εβδομάδα, μέρα με τη μέρα, έχουμε να συναντήσουμε ένα Πρόσωπο.
Και το να φτάσεις να συναντήσεις ένα πρόσωπο είναι μια πάλη, ένας αγώνας διηνεκής.
Λέει ένας από τους σοφούς της Χριστιανικής παράδοσης, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης:
''Τούτο έστιν αληθώς το ευρείν τον Θεόν, το αεί αυτόν ζητείν, το ουδέποτε της επιθυμίας κόρον ευρείν''.

Αυτό είναι να βρεις τον Θεό.  Το να Τον ζητάς αδιάκοπα.
Γιατί δεν είναι δυνατόν να βρεις ένα πρόσωπο και να το κατέχεις. Τότε δεν είναι σχέση πια. Είναι ο θάνατος της εγωκεντρικής αυτάρκειας. Των ψευδαισθήσεων της αυτάρκειας. 

Το να βρεις τον Θεό, το να βρεις ένα πραγματικό πρόσωπο απέναντί σου, σε μια σχέση ερωτική, είναι να το ζητάς συνεχώς.. να το κερδίζεις καθημερινά...



Πλήρης η απομαγνητοφωνημένη ομιλία
και σχετικό βίντεο: antifono

[2fA]





Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

"Ωσαννά εν τοις υψίστοις"
















ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ BAΪΩN

Φώτης Κόντογλου - "Ευλογημένος ο Ερχόμενος"



Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα ταπεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ' ένα πουλάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».

Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχτρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθίζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ' οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες, σκεπασμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα, γύρω σ' ένα αμάξι φορτωμένο με λογής-λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.

Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν τα άγρια θηρία σιδεροντυμένοι, τα κεφάλια τους ήτανε κλειδωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε ματωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμένα, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο.

Ύστερα ερχότανε το χρυσό αμάξι του πολεμάρχου, που καθότανε σε θρονί πλουμισμένο μ' ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βαστούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν' ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.

Άλογα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ' αυτά τ' αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περήφανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορφο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια μεγάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.

Από πίσω τους ερχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβωμένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνεση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ' αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρελιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθαμένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύπνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ' οι πλάτες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο.

Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθένες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γριές που βαστούσανε τα εγγονάκια τους από το χέρι, όλες τους κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελός και φώναζε και δόξαζε τον νικητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ' όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».


Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χριστός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ότι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπείνωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ' ένα πουλάρι, σ' ένα γαϊδουρόπουλο, που ’ναι το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.

Κι' ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την  προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυγίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερχότανε και κείνος, μα από έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κακία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκουραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν' αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ' αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ' ένα ξύλο σαν κακούργος.

Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμένους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψαράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευθέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του.
Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογημένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και μπαϊράκια, κλαδιά πράσινα των δέντρων.

Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊδούρι και να περάσει.
Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μήτε άλογο ακριβοσελωμένο, μήτε καμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειωμένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το απλό γαϊδούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει, άμα συλλογιστεί αυτό το μυστήριο!

Ο Χριστός αναποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για αληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το πουλάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ' αφρισμένα τ’ άλογα που χλιμιντράνε καμαρωτά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασιλιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;

Πολλοί που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ' οι άντρες αντρειεύουνται.
Τα ίδια λέγανε κ' οι αρχιερείς κ' οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα, α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;»
Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πόλεως».

Οι αρχιερείς κ' οι γραμματείς διαβάσανε τότε τον ψαλμό του Δαυίδ, που έλεγε πως τον Χριστό, θα τον προϋπαντήσουνε τα νήπια και πάλι ωστόσο, δεν πιστέψανε σ' αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψουμε;
Η ματαιότητα κ' η περηφάνια μας, μας κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να πάμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμαστε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ' ένα γαϊδούρι.
Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός, όποιος δεν αγαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;


Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο.
Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρανός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγγέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος.
Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού; Απ' όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ' η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλότατα, αν γυρίσεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς.

Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ' οι παντοδύναμοι αφέντες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλάμια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρνει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνιες, φοβέρες, φωνές, όλα πέσανε σ' έναν λάκκο και χαθήκανε και σβήσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τίποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα. 

Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος, ακόμη και σ' αυτά που βλέπει και  σ' αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο που τραβήξανε και κείνοι και σέρνει με ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί  είναι «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του».
Τ' αυτιά του είναι σφαλιχτά σε Κείνον που του λέγει: «Εγώ ειμί Θεός πρώτος και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί. Εγώ βοσκήσω τα πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω αυτά».

Εκείνος που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ' είναι για δαύτες θροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέγει: «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον». Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστήθηκε.

Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής. Όσοι πονάνε στο κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος τους καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγαπημένοι του Χριστού και περπατάνε στη στράτα του με το φως του το παρηγορητικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα.

Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους:
«Νυν χαίρω, ουχ ότι ελυπήθητε, αλλ' ότι ελυπήθητε κατά Θεόν, ίνα εν μηδενί ζημιωθήτε εξ ημών. Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται· η δε του κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται».
Γι' αυτούς που δεν ελπίζουνε στον Θεό, δεν μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους σε ιδρώτα σωτηρίας, σε «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας.

Γι' αυτούς, δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας.
Τότε θα μπορείς να ψάλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο:
«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν.
Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».



ΚΙΒΩΤΟΣ - impantokratoros

[2fA]