Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

"Ενώ φεύγει ο Αύγουστος.. "




YANNI - ONE MAN'S DREAM





-  Καλαμάτα, Ανατολική Παραλία, τέλη Αυγούστου
Ελβίρα και φεγγάρι, θρόισμα κυμάτων κι όνειρα
σε παλιές ήρεμες μέρες…

γυρίζουν οι καιροί…
Αύριο, Σεπτέμβρης -



[2φΑ]



"Όλα αυτορυθμίζονται.. "













- Ένα mail διακοπών 


Στούπα Μεσσηνίας, 29 Αγούστου

Μανόλια, μπανανιές, νυχτολούλουδο αρωματικό,
θάλασσα στο μπλε ποτήρι μονορούφι
όλα και όλοι συνυπάρχουν
Εγγλέζοι ωραίοι μετρημένοι ήσυχοι καλοί άνθρωποι
Αλβανοί ειρηνικοί με χρυσά παιδάκια
γεννημένα εδώ στη μάνα Ελλάδα
σκληροί στη δουλειά τους συνεπείς,
χωρίς φιλοσοφίες κι αναλύσεις,
λίγοι Γερμανοί σωστοί σοβαροί ευγενείς
όλο ισορροπία και σεβασμό
κι ένας Κινέζος θεραπευτής με μαλαισιανή βοηθό
επιδέξιος και πανέξυπνος
νοιώθω, ζω μια καλοσύνη τριγύρω
σαν σε χωριό παλιά ή σε νησί
καμιά εξουσία αστυνομία
όλα αυτορυθμίζονται
κάπου-κάπου περνά τζιπ του Λιμενικού
να θυμίζει πως δεν βρισκόμαστε
σε ατόλη του Ειρηνικού
ίσως μόνο στην ανθρώπινη Ελλάδα
της νιότης, του 1960-70…

θα γυρίσω 31.

Ο ευτυχής Χατζηγεώργης



GT – [2fA]


                                                                            


Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

"Πανανθρώπινη σημασία.. "
















Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης


Η αμαρτία διαπράττεται προπαντός στο μυστικό βάθος του ανθρωπίνου πνεύματος, αλλά το αντίτιμο της πλήττει όλον τον άνθρωπο.

Όταν αυτή συντελεσθεί, αντανακλάται στην ψυχική και φυσική κατάσταση του ανθρώπου, στην εξωτερική του εμφάνιση, στα πεπρωμένα του, εξέρχεται αναπόφευκτα πέρα από τα όρια της ατομικής του ζωής και βαρύνει δια τούτου του κακού, την ζωή ολοκλήρου της ανθρωπότητας, και συνεπώς αντανακλάται και στα πεπρωμένα του σύμπαντος κόσμου.

Επομένως, πανανθρώπινη σημασία δεν είχε μόνο το αμάρτημα του προπάτορος Αδάμ.
Κάθε αμάρτημα, φανερό ή κρυφό, του καθενός από εμάς, επηρεάζει τα πεπρωμένα όλου του κόσμου.

Ο σαρκικός άνθρωπος, μη έχοντας ακόμη την πείρα της αιωνίου ζωής του Πνεύματος, δεν αντιλαμβάνεται την αλλαγή της κατάστασης του, μετά τη διάπραξη της αμαρτίας, γιατί παραμένει συνεχώς σε κατάσταση πνευματικού θανάτου.

Αντίθετα ο πνευματικός άνθρωπος, σε κάθε παρέκκλιση του θελήματος του προς την αμαρτία, βλέπει μέσα του την αλλαγή όλης της κατάστασης του, λόγω της υποστολής της χάριτος…



agiooros – ap[2fA]





Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

"Ο πάτερ Νείλος ο ψαράς"






Φώτης Κόντογλου  -  απόσπασμα από το "Καλοκαίρι στο Όρος"


Είχε έρθει μια μέρα στα Καψοκαλύβια ένας καλόγερος από κάποιο ψαραδόσπιτο που ήταν ανάμεσα στον κάβο Σμέρνα και στα Καψοκαλύβια, και τον φιλοξένησε ο πάτερ Ισίδωρος και γνωρισθήκαμε. Τον λέγανε Νείλο, κι ήτανε Μυτιληνιός. Φεύγοντας με προσκάλεσε να πάγω στο κελί του. Σε δύο τρεις μέρες, πήγα.

Στο Όρος βλέπει κανείς πολλά ασυνήθιστα πράγματα και χτίρια, πλην το κελί του πάτερ Νείλου ήτανε από τα πιο παράξενα. Σε αυτό το μέρος κατεβαίνανε δύο ραχοκοκαλιές από βράχια και κάνανε δύο κάβους που τραβούσανε βαθιά στην θάλασσα, ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τόσο που έλεγες πως το νερό που βρισκότανε ανάμεσα τους ήτανε ποτάμι κι όχι θάλασσα.

Εκεί που έσμιγε ο ένας κάβος με τον άλλον, σηκωνόντανε δυο ράχες από βράχια κι ήτανε τόσο κοντά, που σκοτείνιαζε εκείνο το μέρος, ας έλαμπε ο ήλιος το καλοκαίρι. Σ΄ αυτό το μέρος, μέσα σ’ αυτή την τρύπα, ήτανε χτισμένος ο αρσανάς του πάτερ Νείλου. Τα νερά ήτανε άπατα και σκοτεινά μέσα σε κείνο το κανάλι.

Το σπίτι το ’χανε χτισμένο λίγο παραπάνω από την θάλασσα, θεμελιωμένο στο βράχο, με χαγιάτια και με καμάρες, όπως συνηθίζεται στο Όρος από τα παλιά χρόνια, με μαύρες πλάκες αντί για κεραμίδια. Λίγο παραπάνω ήτανε χτισμένη η εκκλησιά, μικρή, με σκαλιστό τέμπλο και με όλα τα καθέκαστα.

Από πάνω κρεμότανε ένα βουνό δασωμένο και στην κορφή είχε ένα βράχο απότομο, μ’ ένα σπήλαιο. Σ΄ αυτό το σπήλαιο ασκήτευε προ λίγα χρόνια ένας γέροντας που στάθηκε στα νιάτα του οπλαρχηγός στην Μακεδονία. Τώρα είχανε φωλιάσει όρνια μέσα στην σπηλιά και τα ’βλεπα που παίρνανε βόλτες γύρω στη ράχη.

Ο Νείλος και η συνοδεία του είχανε δυο τράτες και δυο βάρκες.
Ήτανε εφτά - οχτώ νοματαίοι, πέντε μεγάλοι και δυο τρία καλογέρια. Όλοι τους ήτανε ηλιοκαμένοι, μαύροι σαν αραπάδες. Ο πάτερ Νείλος είχε απάνω του μια ησυχία και μιαν απλότητα που σε έκανε να τον αγαπήσεις και να τον σεβαστείς.

Λιγόλογος, μα ολοένα ήτανε χαμογελαστό το πρόσωπο του, με κάτι χείλια χοντρά σαν του αράπη, με μαύρα και πυκνά γένια, που φυτρώνανε κάτω από τα μάτια του και σκεπάζανε τα μάγουλα του. Με τη σκούφια που φορούσε ήτανε ίδιος βαβυλώνιος.

Ξυπόλητος, όπως δα ήτανε όλοι τους, φορούσε απάνω ένα σκούρο πουκάμισο και κάτω ένα βρακί ανατολίτικο ίσαμε τα γόνατα. Τις μέρες που κάθισα εκεί πέρα, ο Νείλος κι ο ένας δόκιμος δεν πηγαίνανε με την τράτα, για να μου κρατήσουνε συντροφιά.
Ήτανε κι ένας γέρος, πάτερ Αθανάσιος, που φύλαγε πάντα το σπίτι.

Σαν γυρίζανε από το ψάρεμα βγάζανε τα ψάρια έξω και αφού διαλέγανε λίγα χοντρά για να φάμε, κι άλλα για πάστωμα, τα ψιλά τα κάνανε ένα σωρό και τα αφήνανε να σιτέψουνε για να τα αλατίσουνε. Από τα χοντρά παστώνανε πολλούς ροφούς, να χουνε το χειμώνα. Ψιλά, μαρίδα και σαρδέλα, παστώνανε πολλά βαρέλια και τα στέλνανε στη Σαλονίκη.

Καθόντανε σταυροπόδι γύρω στο σωρό και παστώνανε. Όλο το σπίτι μύριζε μια τέτοια ψαρίλα, που στην αρχή γυρίζανε άνω κάτω τα στομάχια μου. Μα σιγά σιγά συνήθισα και δεν καταλάβαινα την ψαρίλα σχεδόν ολότελα. Συλλογιζόμουνα κιόλας πως έτσι θα μυρίζανε κι ο Χριστός κι οι απόστολοι. Οι άνθρωποι κι ότι έπιανες, όλα μυρίζανε ψαρίλα. Ακόμα και μέσα στην εκκλησιά ένοιωθες αυτή τη μυρουδιά.

Τις ώρες που λείπανε οι άλλοι στο ψάρεμα, κουβεντιάζαμε με τον πάτερ Νείλο για τα θρησκευτικά και για τα ιστορικά του σπιτιού του, τι φουρτούνες περάσανε, τι θεριόψαρα συναντήσανε, τι καΐκια βουλιάξανε από τότες που κάθισε σ΄ αυτό το μέρος κι άλλα λογιώ λογιώ.

Άλλη φορά πάλι, εκεί που καλαφάτιζε μια βάρκα τραβηγμένη έξω, έψελνε με τη γλυκειά φωνή του, κι έκανε τον δεξιό ψάλτη κι εγώ τον αριστερό.

Λέγαμε τις Καταβασίες της Μεταμορφώσεως (γιατί ήτανε εκείνες οι μέρες του Αυγούστου) «Χοροί Ισραήλ αήκμοις ποσί, πόντον ερυθρόν και υγρόν βυθόν διελάσαντες»,
και τα Πασαπνοάρια με το δοξαστικό «Παρέλαβεν ο Χριστός τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην», κι ύστερα λέγαμε αργώς και μετά μέλους, το Κοινωνικό «Εν τω φωτί της δόξης του προσώπου σου, Κύριε, πορευόμεθα εις τον αιώνα».

Στο τέλος όμως ψέλναμε πάντα το «Ευλογητός ει Χριστέ ο Θεός ημών, ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς το πνεύμα το άγιον, και δι’ αυτών την οικουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι».

Δεν μπορώ να παραστήσω το πόσο συγκινημένη ήτανε η καρδιά μου σαν άκουγα να ψέλνει ο ψαράς ο πάτερ Νείλος, ξυπόλητος, με το κατραμωμένο βρακί, με τα φύκια κολλημένα πάνω στα γυμνά ποδάρια του, να ψέλνει με κείνη την αρχαία μελωδία και να λέγει στίχους Ιαμβικούς, και παραπέρα του ν’ αφρίζουνε τα παμπάλαια ελληνικά κύματα κι ο αγέρας να βουίζει πανηγυρικά απάνω στα θεόχτιστα βράχια και στα δέντρα!

Μα η πιο βαθειά κι η πιο παράξενη συγκίνηση μ’ έπιανε την Κυριακή και τις άλλες γιορτινές μέρες που λειτουργούσε ο πάτερ Νείλος ο ψαράς και γινότανε ιερέας του Υψίστου, αυτός που τον έβλεπα τις άλλες μέρες ν’ αλατίζει ψάρια, να καλαφατίζει τις βάρκες, να ματίζει τα σκοινιά, να γραντολογά καραβόπανα, να βολεύει άγκουρες, να μπαλώνει δίχτυα, μαζί με τη συνοδεία του!

Και στη λειτουργία γινότανε σαν πατριάρχης, με το επανωκαλύμμαυχο και με το χρυσό φελόνι, με τα επιμάνικα, με το επιγονάτιο του, και δεότανε μυστικώς μπροστά στην αγία Τράπεζα «υπέρ των του λαού αγνοημάτων», «ως ενδυόμενος την της ιερατείας χάριν».
Ω! Τι εξαίσια και φρικτά μυστήρια έχει η ταπεινή ορθοδοξία μας!

Μα η καρδιά μου δάκρυζε αληθινά από άγια χαρά κι από κατάνυξη, σαν στρώνανε για να φάμε και ευλογούσε την τράπεζα ο πάτερ Νείλος με τα θαλασσοψημένα δάχτυλα του, ενώ γύρω του στεκόντανε με σταυρωμένα τα χέρια εκείνοι οι απλοί ψαράδες, κουρασμένοι, θαλασσοδαρμένοι, ξεχασμένοι από τον κόσμο μέσα σε κείνη την καταβόθρα.

Κι έλεγε με την ταπεινή φωνή του ο πάτερ Νείλος «Χριστέ ο Θεός, ευλόγησον την βρώσιν και την πόσιν των δούλων σου, ότι άγιος ει πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων», ενώ μας απόσκιαζε η πλώρη του τρεχαντηριού κι η αρμύρα ερχότανε από το βουερό το πέλαγο.


[Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 875,  1963]



nectar – [2fA]





Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

"Πρόσφυγες στη Συρία"




Ένα ιστορικό ντοκουμέντο




Κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, 17.000 εξαθλιωμένοι Έλληνες κατέφθασαν κυνηγημένοι στις μεγάλες πόλεις της Συρίας ζητώντας προστασία, και με την προοπτική της εκεί πρόσκαιρης ή και μόνιμης εγκατάστασης τους.

Στη φωτογραφία, από την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσσου των ΗΠΑ, εικονίζονται Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, που κατέφυγαν στο Χαλέπι.

Στη λεζάντα της φωτογραφίας, που προφανώς εικονίζει μια σκηνή συσσιτίου, αναγράφεται ότι οι Αμερικανοί σίτισαν 12.000 Έλληνες.   






lifo.gr - diaforetiko.gr
newsone

[2fA]




Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

"Ιερή Μνήμη "






Σαν σήμερα (27/08), 93 χρόνια πίσω, σφαγιάζεται από τους Τούρκους ο Εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης.

Ήταν εκείνος που προσέφερε χρήματα καθώς και τον κατάλληλο χώρο, για την κατασκευή του γηπέδου της  ιστορικής ομάδας του Πανιωνίου στην Σμύρνη.

Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος διετέλεσε και πρώτος πρόεδρος του Πανιώνιου.


Το βράδυ της 27ης Αυγούστου του 1922 με εντολή του Νουρεντίν Πασά, ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος Καλαφάτης συλλαμβάνεται και οδηγείται ενώπιον του.

Ο Νουρεντίν Μπέης τον καταδίκασε σε μαρτυρικό θάνατο και ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος σφαγιάστηκε, αφού προηγήθηκε η διαπόμπευσή του από τον συγκεντρωμένο τουρκικό όχλο.

Με τον μαρτυρικό του θάνατο αρχίζει να γράφεται με μαύρα γράμματα και ο τραγικός επίλογος για την Σμύρνη και για ολόκληρο τον ελληνισμό της Ιωνίας, η οποία παραδόθηκε στη θηριωδία των Τούρκων.



Ηλίας Γαβαλάς – panionianea

[2fA]





"Στο πρόσωπο του άλλου.. "






Xaralampos Libyos Papadopoulos


Αυτόν που κατηγορείς ως υποκριτή, γνώριζε ότι δεν έγινε μόνος του έτσι.

Όταν ζητάμε από τον άλλο, να λέει μονάχα εκείνα που θέλουμε ή αντέχουμε να ακούσουμε, όταν έμμεσα εξαναγκάζουμε τον άλλον να είναι κάτι που δεν είναι, γιατί εμείς έτσι τρέφουμε τις ψευδαισθήσεις μας, τι άλλο κάνουμε από να τον οδηγούμε στην υποκρισία;

Τις περισσότερες φορές η πτώση ενός συνανθρώπου μας, δεν μας σοκάρει γι αυτό που τελικά είναι, αλλά για εκείνο που εμείς πιστέψαμε ότι θα έπρεπε να είναι.

Στο πρόσωπο του άλλου κτίζουμε αυτά τα «ψέματα», που εμείς θα θέλαμε να δούμε ή να ακούσουμε…



fb – [2fA]





Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

"Το βλέμμα! "






Το βλέμμα!
Εύα Θεοδοσιάδου – ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια


Προετοιμαζόμαστε στην επαφή μας με τους άλλους. Ψάχνουμε τα πιο εύστοχα λόγια για να εκφράσουμε αυτά που θέλουμε, χρησιμοποιούμε το σώμα μας ως εργαλείο, ντυνόμαστε κατάλληλα για να παρουσιαστούμε στον άλλον.

Ρούχα, λόγια, σώμα, επιλέγουμε τα κατάλληλα, μέσα από ένα ρεπερτόριο ανάλογα με το τι νιώθουμε ότι θα εκφράσει καλύτερα το μήνυμα που θέλουμε να στείλουμε. Κάτι πάνω μας μένει όμως ακατέργαστο χωρίς δυνατότητα σκηνοθέτησης: Το βλέμμα.

Δεν μπορείς να το χειριστείς, να το παραλλάξεις, θα εκφράζει αυτό που είσαι εκείνη τη στιγμή - πολλές φορές ακόμα και αυτό που εσύ ο ίδιος δεν ξέρεις.
Δε θα κρύψει, δε θα προσθέσει τίποτα πέρα από αυτό που πραγματικά είσαι.

Το μωρό ξαφνιάζεται από έναν δυνατό κρότο. Ακολουθούν δευτερόλεπτα απόγνωσης και το βλέμμα του καθρεφτίζει τον φόβο και το ξάφνιασμα του – μετά δευτερόλεπτα ανακούφισης, καθώς συναντά το βλέμμα της μαμάς που καθησυχάζει.

Το βλέμμα ανακουφίζει, εκφοβίζει, προσκαλεί, αποδέχεται, απορρίπτει. Ρωτάμε, μας δίνουν μια απάντηση. Αναζητούμε το βλέμμα για να ‘επικυρώσουμε’ την απάντηση ή όχι.
Πόσες φορές αμφισβητούμε τη δήλωση κάποιου απλά και μόνο επειδή το βλέμμα του μας λέει κάτι άλλο;
Και από την άλλη, υπάρχουν και οι στιγμές που θέλουμε να αποφύγουμε την επαφή με τους άλλους. Τι κάνουμε; Κρύβουμε το βλέμμα μας.

Πρωινό ξύπνημα, το σώμα μας ξύπνησε πιο γρήγορα από το πνεύμα μας, δεν έχουμε όρεξη να επικοινωνήσουμε με κανέναν μέχρι να συνέλθουμε. Φτάνουμε στη δουλειά, μπαίνουμε στον ανελκυστήρα και αντικρίζουμε τρεις αγνώστους. Λέμε στεγνά την καλημέρα μας και ακολουθούν δευτερόλεπτα αποφυγής στο να εκθέσουμε το βλέμμα μας.

Δε μας πειράζει που έχουμε στριμωχτεί και που τα σώματα μας μπορεί να αγγίζονται, κόντρα στην επιθυμία μας να μην κάνουμε επαφή αυτές τις δύσκολες πρωινές στιγμές.
Το βλέμμα μας όμως, θα το προφυλάξουμε.
Καρφώνουμε λοιπόν τα μάτια σε ένα σημείο και υπομένουμε…

Λέμε ψέματα στον σύντροφο, θα βρούμε το κατάλληλο περιεχόμενο, θα προσπαθήσουμε να χρωματίσουμε και με μια ανεμελιά την φωνή μας.
Πετυχημένα ή αποτυχημένα θα προσπαθήσουμε να χειριστούμε ό, τι μέσα διαθέτουμε πάνω μας. Στην προσπάθεια να προφυλάξουμε όμως το μυστικό μας, η μόνη παρέμβαση που μπορούμε να κάνουμε στο βλέμμα μας, είναι η αποφυγή του!
Τη στιγμή της διασταύρωσης των βλεμμάτων θα νιώσουμε την απειλή της αποκάλυψης.


Τι συμβαίνει με το βλέμμα; Είναι εντυπωσιακό.
Στους χώρους της επιστήμης της επικοινωνίας, γίνονται προσπάθειες αποκρυπτογράφησης των σημάτων της μη λεκτικής επικοινωνίας, της γλώσσας του σώματος, που μέσα από τη στάση του υποδηλώνει διάφορα μηνύματα, με τον τόνο της φωνής και τις φυσιολογικές αντιδράσεις του οργανισμού (κοκκίνισμα, εφίδρωση κλπ).
Το βλέμμα όμως δεν μπορεί να καταγραφεί, γιατί δεν μπορεί να προσδιοριστεί καν!

Σε μια βιωματική άσκηση δουλεύοντας με μια ομάδα μου, στήσαμε μια γραμμή μελών απέναντι σε μιαν άλλη γραμμή αντικριστά. Η οδηγία ήταν οι μεν να προσεγγίζουν τους δε, διερευνώντας μέσα από τη βλεμματική επαφή πόσο κοντά αντέχουν να πλησιάσουν και σταματώντας όταν νιώθουν ότι παραβιάζουν τα όρια του άλλου.
Η οδηγία ήταν αυστηρή: Δε μιλάτε, δεν κινείστε, παρά μόνο βηματίζετε.

Η φόρτιση των μελών της ομάδας ήταν συγκλονιστική.
Σώματα σιωπηλά που δεν μιλούσαν…. παρά μόνο μέσα από το βλέμμα. Σε κάποια μέλη η συγκίνηση ήταν έντονη. Κάποια μάτια δάκρυσαν και κατέληξαν τα σώματα σε αγκαλιά.
Λόγια που δε λέγονταν, συναισθήματα όμως που μοιράζονταν μέσα από το βλέμμα.

Αυτό είναι το βλέμμα! Το πρωτογενές υλικό μας, το αποτύπωμα της μοναδικότητάς μας τη συγκεκριμένη στιγμή! Πιο γνήσιο και αυθεντικό από κάθε τι πάνω μας!
Θες λοιπόν να κρύψεις κάτι; Κρύψε το βλέμμα σου.
Τότε όμως θα καταλάβει και ο άλλος, ότι κάτι κρύβεις.




ep[2fA]





Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

"Emperor"





Στη Γάνδη γυρίζεται αυτές τις μέρες η ιστορική κινηματογραφική ταινία Emperor, μια παραγωγή Βελγίου 2015, σε σκηνοθεσία του Lee Tamahori, με τους  Adrien Brody, Rutger Hauer, Paz Vega και Bill Skarsgård.

Το σενάριο είναι του Michael Thomas και η φωτογραφία του Sam McCurdy.

Μέσα στις ισχύουσες κοινωνικές συνθήκες της Ευρώπης του 16ου αιώνα, ένα νεαρό κορίτσι αναζητά εκδίκηση από τον πανίσχυρο αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Κάρολο τον Ε΄, για τον θάνατο του πατέρα της.

Οι ενδυμασίες των ηθοποιών δένουν τόσο αρμονικά με το μεσαιωνικό χρώμα της πόλης, που μοιάζει να φαίνεται περισσότερο εκτός κλίματος, η παρουσία σύγχρονου κόσμου, να παρακολουθεί τα γυρίσματα.

Η μείξη αυτή των δύο εποχών, μας δίνει μερικές πολύ όμορφες εικόνες.





Ο Κάρολος Ε΄ (Karl V, 1500–1558) ήταν αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 1519 και ως Κάρολος Α΄ της Ισπανίας (ισπανικά: Carlos I de España) από το 1516 μέχρι την παραίτησή του το 1556, χάριν του νεότερου αδελφού του, Φερδινάνδου Α', ο οποίος τον διαδέχθηκε στον θρόνο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του γιου του, Φιλίππου Β΄, ο οποίος έγινε βασιλιάς της Ισπανίας.

Ως απόγονος τριών ηγεμονικών δυναστειών της Ευρώπης, του Οίκου των Αψβούργων, του Οίκου των Βαλουά-Βουργουνδίας και του Οίκου της Τρασταμάρα, έγινε ηγεμόνας των κτήσεων των Αψβούργων στην κεντρική Ευρώπη, των Βουργουνδικών Κάτω Χωρών και των βασιλείων της Καστίλλης και Αραγονίας.

Ήταν επίσης κυρίαρχος εκτεταμένων περιοχών της Κεντρικής, της Δυτικής και της Νότιας Ευρώπης, καθώς και των ισπανικών αποικιών στην Αμερική και την Ασία.

Ο Κάρολος ήταν ο πρεσβύτερος γιος του Φιλίππου του Ωραίου και της Ιωάννας της Τρελής.

Έφερε τους τίτλους του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του Βασιλέα της Γερμανίας, του Βασιλέα της Ιταλίας, του Βασιλέα της Ισπανίας, του Άρχοντα των Κάτω Χωρών και του Δούκα της Βουργουνδίας.


















Για μεγάλο μέγεθος, κλικ στη φωτογραφία.

Wiki-


[2fA]




Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

"N' αγαπάς τους ανθρώπους"






Και πολύ ν´ αγαπάς τους ανθρώπους

Παντελής Θαλασσινός


Ν’ αγαπάς τα βουνά και τα πέλαγα,
τους γνωστούς και τους άγνωρους τόπους,
τα πουλιά, τα λουλούδια, τα σύννεφα,
και πολύ ν’ αγαπάς τους ανθρώπους.

Τα θεριά ν’ αγαπάς και τ’ ανήμερα,
τα νησιά, τα ποτάμια, τ’ αστέρια
κι αν ποτέ σε πληγώσουν κατάστηθα
φίλοι, αγρίμια, λευκά περιστέρια,

ν’ αγαπάς, να ξεχνάς και να χαίρεσαι
τη δική σου γαλήνη και κείνα
που μ’ αγάπη τον νου μας φωτίζουνε,
και βλασταίνουν αμάραντα κρίνα.



fb - Pres Nota Katras

[2fA]





Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

"Δελφινοκύματα "






Σταμάτης Σπανουδάκης - ΚΥΜΑΤΑ

Από το Άλμπουμ: Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ






[2fA]





"Ένα προσωπικό δίλημμα.. "





Ο Σταμάτης Σπανουδάκης ανοίγει τη ψυχή του:


Έρχονται δύσκολοι καιροί, απ’ όλες τις μεριές θα μας χτυπάνε.
Και θα αντέξουν μόνο αυτοί, που μάθανε νωρίς να αγαπάνε.

Θέτω ένα δικό μου, προσωπικό δίλημμα.
Η στάση μου στην σημερινή πραγματικότητα, ως Έλληνα και Χριστιανού ορθόδοξου, ποια πρέπει να ’ναι; Η προσευχή ή το μαχαίρι;

Μέσα μου, δυο πρόσωπα παλεύουν.
Το ένα, μου ζητάει να πολεμήσω, όλους αυτούς που χρόνια τώρα καταστρέφουν, ότι και όσους αγαπάω.  Το άλλο μου ζητάει να τους αγαπήσω, ακόμα κι αν με σταυρώνουν. 

Η ευτυχής, «δυστυχία» του Χριστιανού, είναι ότι πρέπει πάντα και σε κάθε του δίλημμα, να σκέφτεται: Τι θα ’κανε ο Χριστός στη θέση μου;

Λίγο αν Τον πιστεύεις και ξέρεις τα όσα είπε και κυρίως όσα είναι, το δίλημμα απαντιέται.
Θέλει πολύ περισσότερη δύναμη, το να αγαπάς, από το να μισείς.
Το να υπομένεις την αδικία, από το να εκδικείσαι.
Το να συγχωρείς και να συμπονάς, τον εκτελεστή σου. 

Αλλά κυρίως θέλει την ακλόνητη πίστη στον Χριστό και τους Aρχαγγέλους Του, που είναι καθημερινά δίπλα μας και δίνουν, τις δικές μας μάχες.

Πιστέψτε με και μην φοβάστε.
Είναι πολύ περισσότεροι και δυνατότεροι οι φωτεινοί Άγγελοι του Θεού, από τους ήδη ηττημένους και πανικόβλητους, αγγέλους του σκότους και τους γήινους εκπροσώπους τους.

Τελικά απαντάω ως εξής στο δίλημμα: Μαζί σου Χριστέ μου. 
Μόνο δυνάμωσε την φτωχή μου πίστη και δείξε μου για λίγο τις ουράνιες δυνάμεις Σου, να παρηγορηθώ και να πάρω το κουράγιο και τη δύναμη που χρειάζομαι για να συνεχίσω.




spy-pa – [2fA]





Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

"Ιστορία της νύχτας"





Ιστορία της νύχτας

Δημήτρης Χ. Φαφούτης – Από την ανέκδοτη συλλογή "Τα άτακτα"


Δυο θυγατέρες πάντρεψε στα χωριά της Αργιθέας, τη μια με κεραμοποιό την άλλη με ζωέμπορο, χήρος από χρόνια ο μπάρμπα-Κώστας Σκούτας.
Τους πρώτους μήνες έρχονταν συχνά να συγυρίσουν το κονάκι που ρήμαξε, να ζυμώσουν δωδεκάδα τα κριθαρένια ψωμιά, να τον κεράσουν το βάλσαμο της φασκομηλιάς, να του γιατροπορέψουν τα πονίδια.

Με τα χρόνια οι αποστάσεις μεγάλωσαν, πλάκωσαν χειμωνιές με πλημμύρες, φτώχεια και φευγιό για την πόλη και τα εγγόνια που μάθαιναν γράμματα στα σχολειά της πολιτείας.
Του μπάρμπα –Κώστα λιγόστεψαν τα κουράγια, του γείρανε οι πλάτες απ’ τα χιόνια.

Σαν χτύπαγε το ρολόι του καμπαναριού μεσάνυχτα, φορούσε ανάρριχτα την τσούκνινη κάπα και καβαλίκευε τον πιστό του μαύρο, για να διαβεί τα Αργιθέικα βουνά.
Ημέρευε η ψυχούλα του μέσα στα ρουμάνια που ανάδιναν φτέρες και μελισσόχορτο. Πάνω απ’ την κορφή  αγνάντευε τα πίσω χώματα και βέλαζε με ανθρώπινη φωνή:

- Βασιλική, Μαργιούλα,  και πάλι, Βασιλική, Μαργιούλα…

Τυλίγονταν ύστερα στη μαύρη σιωπή και έσφιγγε την ανάσα του, μπας και λάβει  απόκριση στο κάλεσμα του.

Μέσα στην άγρια νύχτα μονάχα τα πιστρόφια της νοσταλγίας, σα στομωμένα μαχαίρια,  σφάζανε την καρδούλα του.
Οι φωνές σταματούσαν στο λαρύγγι. Μαύρος πάνω στο μαύρο του ξοπίσω γύριζε, με το στριφτό τσιγάρο τσακισμένο στα δόντια να φαρμακώνει τον ουρανίσκο.

Έγερνε στο παραγώνι που πεντοβόλαγε φωτιά από φτελιές και πουρναρόριζες.
Ταχιά το βράδυ πάλι, παρηγοριόταν, και αύριο βράδυ είναι, και τρίζανε τα σαγόνια του απ’ τα αναφιλητά.

Μαύρα φίδια ζώνανε το πρωτοΰπνι, τα άγρια στήθια ανασήκωναν τις καραμελωτές απ’ τους αναστεναγμούς και το παράπονο. Και το αστεφάνωτο όνειρο, σαν ορφανό παιδί που ξέχασε η νύχτα, χάιδευε ξημερώματα τα τριχωτά του βλέφαρα.


Μενδενίτσα, 23 Ιουλίου 2011



GT – [2fA]





Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Το ποτήρι - 22






ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΛΟΙΟΥ
–––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––----------------
Σημειώσεις στο περιθώριο



Στην υγειά εκείνων που μοιράζονται την αγάπη μας
στη μνήμη όσων μας έδειξαν πιο όμορφους δρόμους
στη συγκίνηση που νοιώθουμε στη θύμηση όλων τους…

- Για τον Κύπριο ήρωα Σ. Σολωμού -



TO ΠΟΤΗΡΙ


Ένα ποτήρι είναι η ζωή,
στο χέρι το κρατούμε
και σιγοπίνουμε γουλιά-γουλιά στον πόνο
και στον έρωτα
τον εαυτό μας

ένα ποτήρι μ’ ακριβές στιγμές αλήθειας
κι όσο κρατήσει

όλοι να ξεδιψάσουν προσπαθούν
μόνοι τους ή παρέα
μα δεν είναι η δίψα όλων ίδια
- σ’ άλλους δεν φαίνεται αρκετό
άλλοι το πίνουνε γι’ αστείο
κάποιοι συχνά ξεχνούν να πιούν
ή πίνουν και ξεχνιούνται,
ενώ όσοι καίγονται πολύ
κι είναι αλλού δοσμένοι,
το αδειάζουν μονορούφι…



Μ[2φΑ]





Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Φεγγάρι x 4









Tέσσερα χρόνια, που τα φεγγάρια διαδέχονται το ένα το άλλο, σε μια ανανέωση φάσεων, στην ελλειπτική τροχιά της ανέκφραστης σιωπής του διαστήματος και της απόστασης,
το ίδιο φεγγαράκι πάντα που αντανακλά και φέγγει ετερόφωτα, όπως μπορεί.

Φέγγει σε όλους, μα λίγοι το κοιτάζουν κι ακόμα λιγότεροι του μιλούν…

Όμως οι φίλοι του, όσοι είναι, πραγματικά τ’ αγαπούν. 
Τι περισσότερο χρειάζεται, που να δικαιώνει την ύπαρξη του, για όσο υπάρχει;  




orfeas peridis- to feggari






M[2φΑ]





Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

"Αιώνια ερωτευμένος - β΄ "






ΑιΩνια ερωτευμΕνος με τα ΣελΗνια β΄ μέρος

-  Από τα χειρόγραφα του Χατζηγεώργη -


Και σινεμά είχαμε τότε, ένα και καλό, τα Αστέρια, σήμερα έχει γίνει ένα απλό καφεπωλείο με μια αμφίβολη πισίνα…
Κωνσταντάρας, Παπαγιανόπουλος, Σταυρίδης, Καραγιάννη και η χαρισματική σταρ Αλίκη, που σκόρπιζε φως και βέβαια η Καρέζη…

Ο Ψαθάς, ο Φίνος, ο Τσιφόρος και άλλοι μεγάλοι τεχνίτες, χαρίζανε τη μαγεία της αγωγής της ψυχής με τόση μαεστρία και όλα αυτά μεταπολεμικά, δίνανε δύναμη και φτερά στον ειρηνευμένο νεοέλληνα με την οικογένεια του…

Πάντοτε και παντού παρόντες και οι αθίγγανοι και κυρίως οι γύφτοι, γυροφέρνανε να πουν το χέρι ή να πουλήσουν κάτι και η λατέρνα τους γλυκύτατη ό,τι και να ’παιζε.., ακόμα και καμήλα φέρνανε απ’ τα νότια, έτσι να βγεις φωτογραφία…


Το ψάρεμα βέβαια ήταν η σοβαρότερη ασχολία μας.
Ψάρι μαρίδα, κολιός, τι θέλεις, ότι και να θέλεις σπαρταράει, λαμπιρίζει, τα πιάναμε μόνοι μας, δεν είχαμε ανάγκη κανέναν.
Ψαριά μας ήτανε τα νιάτα μας, όλα απλόχερα δοσμένα, όλα μπόλικα, φρέσκα, δωρεάν, χαρούμενα όλα…

Χταπόδια; Βαριόσουνα να τα ανεβάζεις και σταματούσες, να μη στενοχωριούνται και οι μανάδες, κυρίες τις λέγαμε με το ψάθινο καπέλο τους, πού να βρέξουν το κεφάλι, δεν γίνεται, γιατί τι θα γίνει το περιποιημένο μαλλί, δεν κάνει να το βρέξουν…

Όταν βγάζαμε κάποια στιγμή το μπανιερό μας να κοιμηθούμε, τότε θυμόμαστε ότι δεν είμαστε αφρικανοί, παρά μονάχα ήταν ο ήλιος που έτρεπε την προβιταμίνη d σε d και ταυτόχρονα μας γέμιζε την κυκλοφορία με μελανοτονίνη, για βαθύ ευεργετικό ύπνο και για το σώμα και για την ψυχή.., ωραίες εμπειρίες…


Για μένα ωστόσο, η θεϊκότερη εμπειρία ήταν όταν ανέβαινα στην ταράτσα μόνος μου, τεσσερισήμισι  η ώρα, άντε πέντε, με σφιγμένη από ιερή λαχτάρα την καρδιά και μακριά απ’ τους περιττούς θορύβους και το βουητό της ζωής, να αφουγκραστώ το σκάσιμο του κοκκινο-πορτοκαλί επερχόμενου ήλιου, έτσι ίσαμε που ρόδιζε για τα καλά…
Μόνο που κρατούσε λίγο, γιατί συνέχιζε ν’ ανεβαίνει και σταδιακά έκαιγε, έψηνε τα πάντα και τα ζωογονούσε.

Αργότερα έμαθα στη σχολική παιδεία μου ότι ο φωτοδότης Φοίβος – Απόλλων - Ήλιος δίνει τη ζωή στο πλανητικό μας σύστημα κι έτσι συμφιλιώθηκα και με την αλληλουχία των φαινομένων, ώσπου αποδελτίωσα από τον θείο Ηράκλειτο, ότι τα πάντα ρει…
Όλα ρέουν, τίποτα το στάσιμο, όλα αναπνέουν και ζουν, έξω ελίσσονται και βέβαια άνω ελίσσονται ευτυχώς…

Εκεί επάνω λοιπόν, πίνοντας, κοινωνώντας την θεία εμπειρία του πρωινού, που ταυτιζόταν και με την γενέθλιο ώρα μου, κράταγα στην καρδιά μου αυτό που οι βρετανοί λένε The crack of downs - το σταμάτημα της νύχτας και το χρωματιστό ελπιδοφόρο πλησίασμα της μέρας, έτσι δειλά-δειλά.

Και σε λίγο ρεσιτάλ οι πετεινοί, ο καθένας με την ιεραρχική σειρά που από ζήλεια θες ή από σεβασμό πάντα άρχιζε ο Πρώτος, ακολουθούσε άμα την ωδή του ο έτερος και ο τρίτος… όλοι σε σειρά, ο καθένας με το ιδιαίτερο στερεότυπο της μουσικής κοτίσιας μονωδίας του (pattern).


Είχα και την κοκό μου, μια όρνιθα εξ Αυστραλίας, με κόκκινα μάτια ολοκόκκινα, κάτασπρο καθαρό πτέρωμα, κυρία αριστοκράτισσα πανέμορφη, γλυκιά μου παρέα και συντροφιά η αγαπημένη μου κοκό, και ναι είμαι απ’ τους λίγους, που προτού ακόμα καλά-καλά μου το αφήσει ζεστό στο άχυρο, προλάβαινα και ετοίμαζα το εκλεκτότερο χτυπητό αυγό στη γη, ζεστό ακόμα, ναι ήταν μαγεία, θεία προσφορά.

Η κοκόμ’ - με κτητική αντωνυμία σε σύντμηση, με ακολουθούσε παντού και έμπαινε και στη θάλασσα μαζί μου, ήμουν γι’ αυτήν κάτι σαν κλώσα μητέρα, αφού την είχα από μικρό πουλάκι αγκαλιά και έπαιζα μαζί του το τάιζα κατευθείαν στο στόμα, και αφού έβγαινε απ’ το νερό, άπλωνε τη μια φτερούγα εκ περιτροπής να στεγνώσει, δεν είχε βέβαια την ειδική κολυμβητική λιπαρότητα των αμφιβίων πτηνών…

Τι καλή ψυχούλα, τα μεσημέρια την κοίμιζα επάνω μου και με πόση εμπιστοσύνη κούρνιαζε ειρηνικά, άμα όμως ερχόταν η ώρα να παράγει λίπασμα, έφευγε με λεπτότητα μη με λερώσει, είναι ψυχές σας λέω, όλα τα όντα έχουν αγάπη και καλή ψυχική επικοινωνία.

Αργότερα διάβασα σε ένα βιβλίο ότι μια απλή κότα η μια γάτα, όταν κοιμάται πάνω στο στήθος σου και σε αγαπάει, σε βγάζει χεράκι αστρικό ουράνιο ταξίδι και περνάς μυήσεις πτητικές – ίσως πάλι, όπως λέει ένας φίλος, να είναι η δική σου αγάπη και στο πιο ταπεινό πλασματάκι του κόσμου μας, που σε κάνει να πετάς…


Τα Σελήνια ακόμα και σήμερα αποτελούν έναν εκλεκτό προορισμό.
Ρωτήστε όλους που με ευλάβεια παίρνουν τον Σφουγγαράκη ή με το αμαξάκι ή το μηχανάκι τους και προσέρχονται πιστά επί δεκαετίες για την καλή παλιοπαρέα, αλλά και τον μαγικό χαρισματικό Αργοσαρωνικό, όπου βρίσκεις τα ιδία δεντράκια τα αγαπημένα, Αλόη βέρα, μικρή φιστικιά, ελιά, ότι καλό και ανάλαφρο…

Όπως και στην άγια και φωτισμένη μας Αίγινα, ο καλλιτέχνης Θεός έβαλε λεπτή γκάμα χρωμάτων στην παλέτα του και ελάφρυνε την λεπτοφυή χαρά που μεταγγίζουν τα άγια φωτεινά χρώματα της περιοχής.

Πέρσες βάρβαροι, καλοί βοσκοί και ψαράδες, περιστασιακά πάτησαν τα ιερά Σελήνια, όμως διίστανται οι γνώμες για την ονομασία, είναι ίσως λένε από την Εκάτη (Σελήνη) ή την υποδιαίρεση της Στερλίνας ή το σέλας ή you name it απλά, αναπνέεις το ιερό μύρο του άγιου νησιού μας και χαίρεσαι και μεθάς ερωτικά με την αρμονία και χωρίς κρασί, τι ωραία που ’κανε η μάνα μου να μας χαρίσει τέτοιες πολύτιμες παιδικές αναμνήσεις…


Εκεί πάνω καλή μου μανούλα, συ που μ’ έφερες στη γαία, συ που μου ’δωσες το γάλα σου, συ που σιδέρωνες το πουκαμισάκι μου με το σίδερο που έκαιγε κάρβουνο κι έσταζε ο ιδρώτας σου, αφού πρώτα το είχες μοσχοπλύνει αγαπημένη μου, με πράσινη πλάκα ελαιοσάπουνο (νομίζω ΕΤΕΛ), σε ευγνωμονώ, ναι σε ευγνωμονώ αιώνια ερωτευμένος με τα Σελήνια μου, τα Σελήνια μας, τα απανταχού Σελήνια που έλκουν με αόρατο μαγνήτη τις έτοιμες ψυχές, όλους εμάς που λαχταράμε τη θέωση μέσα από την ομορφιά, το κάλος το αγνό κι αληθινό.  


Αθήνα, Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015, με δάκρυα χαράς.



GT – [2fA]

                                                    


Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

"Αιώνια ερωτευμένος - α΄ "






ΑιΩνια ερωτευμΕνος με τα ΣελΗνιαα΄ μέρος

- Από τα χειρόγραφα του Χατζηγεώργη -


Η μάνα, μας πήγαινε –εμένα από τριών μηνών κύημα- κάθε καλοκαίρι στα Σελήνια, που είχανε όπως έλεγε, μαζί με την Άνδρο, μηδέν σχετική υγρασία, να γίνουμε γερά παιδιά, και γίναμε να ’ναι ευλογημένη, 90 με 120 μπάνια ήμασταν ταύροι, ποτέ κρυολόγημα, ούτε και συναφή, χωρίς ηλεκτρικό τότε, πολύ ωραία τα γρι-γρι το βράδυ με τα φωτάκια τους, αριστερά το κόκκινο και δεξιά το πράσινο και ψηλά τα μύρια αστέρια τρεμοσβήνανε, τι θόλος, τι ουράνια έλξη, τι ανείπωτη σιωπηλή χαρά…

Απ’ το πρωί πέντε μαυρισμένα αγοράκια κι από πάνω ν’ ασπρίζει στρώμα το αλάτι, πότε άλλωστε να κάνουμε ντους – συνέχεια οκτώ ώρες στο νερό, μπορεί και δέκα, ίσως και δεκατέσσερις, ποιος κρατάει ρολόι στον παράδεισο!...

Πεταλίδες, πίνες, όστρακα, καβουράκια, άιντε και λίγο λεμόνι από πάνω να μοιάζει ακριβό μενού.
Είχαμε χάσει όλα τα παιδιά τον νου και λειτουργούσαμε μόνο με την καρδιά, βαρκούλες κόκκινες μπλε μα κυρίως άσπρες, σχοινιά, καμάκια, ησυχία ολόγυρα ίσαμε που άκουγες.

Παιδικές φωνές πότε-πότε, χωρίς σημασία τι λέγανε και παφλασμός στο κυματάκι από καμιά άγκυρα και από πέρα ο μανάβης ντελαλούσε κρατώντας το δεξί χέρι πτερύγιο μπροστά από το αυτί του, έκανε λέει καλύτερο αντηχείο στις ψηλές πιο πολύ συχνότητες, έτσι να φτάνει στις νοικοκυρές ευκολότερα.

Στην αρχή το γαϊδουράκι με 2 κοφίνια ένθεν και ένθεν, όταν αργότερα με το κατά δύναμιν μπόρεσε και πήρε αλογάκι και κάρο, έβαζε στο μόνιππο 7-8 κοφίνια και μ’ άρπαζε με πολλή αγάπη ο κυρ Γιώργης ο Γκιόκας και αφού με φιλούσε στο κεφαλάκι μ’ έβαζε μες στα πεπόνια λέει, να με πουλήσει και μένα.
Τι όμορφο αληθινό παχύ άρωμα που πληρούσε τον εγκέφαλο - φυσική ομορφιά μυρωδιά, τι εμπειρία Παναγιά μου, ωραία…

Κι αργότερα παίρνει αυτός και αγοράζει τρίκυκλη βαριά μοτοσυκλέτα, βρουμ βρουμ τον άκουγες κι ερχότανε…
- Κυρ' Αμαλία (η μάνα μου), τι κάνουν τα παιδιά σου, τι κάνει ο Γιωργάκης που ’ναι και η αδυναμία μου; Φέρ’ τον να τον φιλέψω ένα γιαρμά (μέσα μιλάμε στην θεϊκή μυρωδιά).

Ε, αργότερα πια που μεγαλώσαμε, είχε πάρει ένα μπλε φορτηγάκι και είχε άλλο ηχόχρωμα η όλη διαδικασία…


Και οι κότες και τ’ αυγάααααα..., να ήρθε ο κοτάς με τις  πολλές ζωντανές του κότες και πάμπολλα αυγά φρεσκότατα, να κάνεις χτυπητό αυγό με ζάχαρη και άλλοτε με κακάο, τρελαινόσουν εξαιρετικά κι ο ψαράς με το πανέρι πάνω στο κεφάλι του και τον κουβά στο χέρι, μας έφερνε όλη τη θάλασσα, γυαλιστερά ολοζώντανα ψαράκια χρωματιστά σ’ όλα τα χρώματα…

Σπάνια, όταν κανένα απογευματάκι αποκάμναμε από το πολύ παιχνίδι και τα τριγυρίσματα και τις βόλτες και μέναμε να χαζεύουμε το κύμα, να σου ένα χελιδονόψαρο, άνοιγε τα μαγικά φτερά που κρατούσε κρυμμένα στις μασχάλες του και με πολύ κέφι και τόλμη έβγαινε από το γυαλιστερό γιαλό, έτσι να επισκεφτεί τον κόσμο μας, να το ιδούμε, να το καμαρώσουμε και να χαρεί κι αυτό με την σπουδαία, πέρα από τη φύση του πτήση, το καλό μου…

Λένε αυτοί που ασχολούνται, πως ο συνδετικός κρίκος μεταξύ ψαριού και πουλιού είναι το διοξείδιο του πυριτίου, που το ’χουνε και τα λέπια και τα πούπουλα, άσε που και οι τρίχες της κεφαλής μας κι αυτές έχουνε διοξείδιο του πυριτίου…

Το λέει και το θρησκευτικό βιβλίο, στην αρχή γίνανε τα ψάρια μετά τα αμφίβια, τα πουλιά κλπ κλπ, τι ωραία να είναι τόσο ευφυής η ζωή κι έτσι να εξελίσσεται και να εγκλιματίζεται συνεχώς ανάλογα με το περιβάλλον…
Και να προσαρμόζονται τα είδη και να επιβιώνουν παντού, αρμονία, σοφία, ομορφιά και θεία οικονομία!


Να και το κανό, ένα ίσιο σχεδόν ξύλο που ’μοιαζε με βάρκα και πάνω του ένα δυο αγόρια με περίεργα κουπιά ξενόφερτα…
Να και ο Νώντας (Επαμεινώντας) ο Μανωλιάς με το Ιστιοπλοϊκό του, για μας ήτανε τότε ο Ωνάσης ή κάτι τέτοιο μεγάλο, μια και διέθετε τέτοια ακριβή αναψυχή.

Ακούγεται λοιπόν στο βάθος και πλησιάζει ο Ναυτίλος. Οι καλύτερες βουτιές γινόντουσαν απ’ την πρώρα του, γιατί στην πρύμνη βρισκόταν η δυνατή κι επικίνδυνη προπέλα.
Εξαιρετικό ναρκαλιευτικό του αμερικανικού ναυτικού, εύπλοο, υπέροχο και καμαρωτό, του αφαιρέσανε το περιττό πυροβόλο και το βάψανε λευκό, κάτασπρο.

Ωραίο, λαχταριστό, η κόρνα του, το καμπανάκι του και γκανγκ ο γάντζος πετιότανε από τον μούτσο, το έμπειρο ναυτόπουλο που περίμενε εμάς τα πρόθυμα αγόρια-φίλους του, ποιος θα πρωτοπιάσει το σχοινί, έτσι να δέσει για μια πεντάλεπτη στάση στον άγιο Νικόλαο κι άλλοτε να τρέχουμε στο μόλο του Βασιλείου με την παιδική-εφηβική παρέα, για πιο καλές βουτιές..

Αλλά ήταν κι άλλα πλοία, ο Αίολος (ο θεός των ανέμων), η Αλίκη ένα μικρότερο βρετανικό ναρκαλιευτικό, αδελφά πλοία με την Αγία Αικατερίνη και πιο παραδοσιακά κοντά στο αρχαίο σκαρί το αβύθιστο, την τράτα, μόνο που αυτό είχε καμπίνα, καθισματάκια και γέφυρα, ήταν και η Αύρα, η Χρυσαυγή, η Αγία Τριάδα κι άλλα…

Τι χαρά, έκανε 45 λεπτά με μια ταλαίπωρη πετρελαιομηχανή να πιάσει Πειραιά, σήμερα ο Μπομπ ο Σφουγγαράκης, μπλε πλαστικό πλοίο, κάνει 20 λεπτά.

Ξέρεις τι είναι να παίρνεις το μαγευτικό τραίνο που γράφει Μην κύπτετε έξω ή  Μην πτύετε  ή Επιστρεφθήκατε τας Κατακόμβας; 

Αφού λοιπόν φθάσει το αγαπημένο τραινάκι με τα ξύλινα χειροποίητα βαγόνια, περνάς γραπ απέναντι και παίρνεις το πρώτο καραβάκι που περιμένει κι αν είσαι τυχερός θα είναι ο Ναυτίλος, η καμαρωτή ναυαρχίδα που υπηρέτησε αργότερα και στην Αίγινα και κάμνανε πάνω του και γαμήλιες κρουαζιέρες, τι κρουαζιέρα δηλαδή, έτσι μια απλή βόλτα, ίσαμε να χορτάσει το μάτι σου λίγο μπλε.


Στα Σελήνια ήτανε εφημέριος και ο παπα-Λεωνίδας, ορμώμενος απ’ τη Ζάκυνθο, όσοι δεν ήξεραν τον λέγανε και τρελό, τι τρελός παιδιά, μια χαρά ήτανε ο καλός μου παπούλης, μ’ έντυνε κάθε Κυριακή παπαδάκι με ράσο και κρατούσα το κερί και βοηθούσα, και μετά μας έδινε μπόλικα πρόσφορα για χαρά και επιβράβευση.

Ο παπούλης έζησε πολύ πάνω απ’ τα εκατό και μνημόνευε στην Ωραία Πύλη πάππον προς πάππον και από της αρχής και μέχρι των εσχάτων, δηλαδή έπιανε από τον Αδάμ έως της συντέλειας του αιώνος.
Διαχρονικά ταξίδια πολύ θεϊκά και φωτισμένα

Μετά έξω, να πάμε στις ψαρόβαρκες που ’χανε μόλις έρθει, στο ξεκαθάρισμα στα δίχτυα κρατάγανε τα εκλεκτά για τους νοικοκυραίους, ε, και με τ’ αφρόψαρα τα μικρούλια ταΐζανε ένα σωρό από γάτες ολόγυρα, που ξαφνικά «άμα τη ελεύσει», επιδεικνύανε μια εξαιρετική ευγένεια και διπλωματία και μιαρ και μιαρ, κερδίζανε βασιλικό φαγάκι δωρεάν απ’ τα γενναιόδωρα χεράκια των ψαράδων.

Το νερό λαμπίριζε και έπαιζε ο αντικατοπτρισμός μέσα στο ασπρισμένο εκκλησάκι, κάτι που δεν μπορεί να το περιγράψει η πένα και του καλύτερου συγγραφέα.
Τι ομορφιά, πώς έδενε έτσι με τα γύρω του αναδεδειγμένο αυτό το αιγαιοπελαγίτικο απλό εκκλησάκι, πιστοποιημένο με παραδοσιακά σχέδια της ναοδομίας!

Σήμερα έχει μέτριες έως και μαυρισμένες απ’ τα κεριά τοιχογραφίες και δεν δείχνει τη χαρά του φωτός όπως τότε, αλλά σε αντάλλαγμα ανάγει σε περισυλλογή…


(Τέλος 1ου από 2 μέρη)

-  Το 2ο  μέρος:   Ε Δ Ω


GT – [2fA]


                                                      



Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

"Η Σουμελά η Παναγία"






Η Σουμελά η Παναγία – Ποίημα αναγνώστριας της «Ποντιακής Εστίας» (1952)


Εσείς πουλόπα τ’ ουρανού, κ’ έμορφα χελιδόνα
αν πάτεν ’ς σην πατρίδα μου, ’ς σον έρημον τον Πόντον
ντ’ ακούτεν μη αναφέρετεν, ντ’ εξέρετεν μη λέτεν.
Μη λέτεν έρθεν άνοιξη, μηδέ το καλοκαίρι,
μη λέτεν εορτάζομεν τ’ Αυγούστ’ τη Παναγίας.

Το μοναστήρ’ εχάλασαν, τα πόρτας εκρεμίγαν
τα δισκοπότηρα έκλεψαν κ’ οι καλογέρ’ εχάθαν
και η Εικόνα επέταξεν, ηύρεν αλλού κ’ εκάτσεν
’ς ση Αλεξάντρου τα βουνά, ’ς ση Βέρμιου τη ράχαν

Εσείς πουλόπα τ’ ουρανού κ’ έμορφα χελιδόνα
γυροκλωσέστεν τα βουνά και τη Μακεδονίας
και κελαϊδέστεν την αυγήν, την νύχταν τραγουδέστεν.
- «Ακούστεν όρη και βουνά, ’γκλησιές και Μοναστήρα
Ακούστεν όρη και βουνά τ’ Αλέξαντρου τη χώρας.

Έρθεν ’ς εσάς η Σουμελά του Πόντου η Παναγία,
ασό Παλαίν την εγκλησιάν, το μέγα μοναστήρι
ντο έχτισαν καλόγεροι, λαός και βασιλιάδες
κ’ έστεσαν ’ς σην Εικόναν ατς, ολόχρυσον τον θρόνον.
.............
Εκεί ατέν προσκύναναν Χριστιανοί και Τούρκοι.


Σοφία Αρνοπούλου, Καλαμαριά
Ποντιακή Εστία, έτος Γ΄, τχ. 8-9, Αύγ.-Σεπτ. 1952




fb – isabella
[2fA] 





Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

"Απόλυτη διαφάνεια"






Οδυσσέας Ελύτης, "Ανοιχτά Χαρτιά" – απόσπασμα


Η πρώτη αλήθεια είναι ο θάνατος. Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία. Η αίσθηση του «γυρισμού των πραγμάτων», μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν ότι τ’ αφήνω να χτυπά μακριά στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο, αλλ’ ορθός – καθώς το θέλησα.

Ένας αμετανόητα ερωτευμένος· που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης, με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω – κάτω και περιμένω… Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήζει στο στήθος και βαραίνει, και ο κόσμος όλος άξαφνα φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί.

Κάποτε είναι μια κοπέλα· κάποτε πάλι, δυο – τρεις στίχοι· πολλές φορές, απλά και μόνο το καλοκαίρι.


Τα πιο ανεπαίσθητα σημάδια, τα πιο αόρατα- ο τρόπος που γέρνει λίγο πιο λοξά ένα πουλί, που φωνάζει λίγο πιο δυνατά ο γιαουρτάς το δειλινό στον κατηφορικό δρόμο, που μπαίνει απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο αναπάντεχα μια μυρωδιά καμένου χόρτου (που βρέθηκε; από που να ’ρχεται;) -, παίρνουν ολάκερη τη σημασία τους, λες κι έχουν αποστολή τους μοναδική, να με πείσουν ότι οπού να ‘ναι, σήμανε ο ερχομός της αγαπημένης.

Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη, αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται.

Η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός. Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός – που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου».

Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει·
να γιατί πρέπει να γράφουμε.
Γιατί η Ποίηση, μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση.

Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα, σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή. Κάποτε είναι η αλήθεια, μ’ εξαναγκάσανε και σ’ αυτό.
Κανείς δεν ξέρει, δεν ανακάλυψε ποτέ, από που κρατάει το πάθος του ανθρώπου να μισεί τη δυνατότητα της ίδιας του της σωτηρίας.

Είναι που ίσως θα ήθελε να μην το ξέρει, αλλά παρ’ όλα αυτά το ξέρει πως υπάρχει· και πως είναι αυτός η αιτία που δεν μπορεί μήτε να την πλησιάσει μήτε να την υπερβεί. Θέλουμε δε θέλουμε, είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας, που από δικό μας λάθος αποστερούμαστε. Να από που ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης.

[…]
Έτσι, ανάμεσα από το αδιάφορο «μεγάλο κοινόν» και τις «εχθρικές Εξουσίες» πέρασα όπως ανάμεσα απ’ τις Συμπληγάδες.
Κι ότι δεν υπάρχει χρυσόμαλλο δέρας είναι ψέματα· ο καθένας από μας είναι το χρυσόμαλλο δέρας του εαυτού του.
Κι ότι δεν αφήνει ο θάνατος να το δούμε, και να τ’ αναγνωρίσουμε, είναι απάτη· πρέπει ν’ αδειάσουμε τον θάνατο απ’ αυτά που τον έχουν παραγεμίσει, να τον φτάσουμε στην απόλυτη καθαρότητα, για ν’ αρχίσουν να ξεχωρίζουν μέσα απ’ αυτόν τ’ αληθινά βουνά και η αληθινή χλόη, ο γδικιωμένος κόσμος γιομάτος δροσοσταλίδες, που λάμπουν καθαρότερες από τα πιο πολύτιμα δάκρυα.

Να τι είναι αυτό που περιμένω κάθε χρόνο, με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο, μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή: την πλήρη αντιστροφή, την απόλυτη διαφάνεια…



to23ogramma – [2fA]