Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

"Μαρία Π. Κουτρουμπή"







Στον απόηχο μιας εκδρομής…

Από τον Σπύρο  Παυλίδη, αναγνώστη



Ψάχνοντας πρόσφατα μια γωνιά του γραφείου μου με ξεχασμένα βιβλία, το κουβάρι του χρόνου ξετυλίχθηκε απότομα μπροστά μου. Βρέθηκα ξαφνικά στην δεκαετία του ’60, να κρατώ εκστατικός την ποιητική συλλογή της ΜΑΡΙΑΣ Π. ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΗ:  "Σπίθες  μες από τη στάχτη".

Συγκινημένος βαθύτατα τότε, από το ποίημα της συλλογής "ΑΓΑΠΗ ΝΑ ΜΟΥ ΔΩΣΕΙΣ", έψαξα, εντόπισα και συνάντησα την ποιήτρια.
Της είπα απερίφραστα ότι αυτό το τόσο συγκλονιστικό ποίημά της, αποτελεί για μένα τη μετάφραση  του "ΥΜΝΟΥ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ" στα νεοελληνικά.

Βαθιά και ανεξίτηλα παραμένει από τότε στη μνήμη μου, η άμεση, αυθόρμητη και μεστή από ταπείνωση αντίδρασή της: 
"Προς Θεού", μου είπε με δέος, "μη με βάζετε δίπλα στον Απόστολο Παύλο"...
Αργότερα, μία καλλιγράφος Μοναχή στον Καρέα, μου φιλοτέχνησε το ποίημα σε πάπυρο, που ανήρτησα σε λουστραρισμένο ξύλο, να κοσμεί έκτοτε τον χώρο μελέτης μου.


Ακόμα πιο πρόσφατα, στις συζητήσεις που είχαμε σε μια εκδρομή της ενοριακής συντροφιάς μας, η παρουσία της ποιήτριας μέσα από δυο ποιήματα της συλλογής, έδρασε καταλυτικά στη γενική διαπίστωση πως η ομολογητική παρουσία μας στον κόσμο, δεν μπορεί να είναι μόνο μια μαρτυρία λεκτική, αλλά κυρίως αγαπητική.

Όπως πληροφορήθηκα όμως, η ποιήτρια δεν βρίσκεται πια στον κόσμο μας, παραθέτω λοιπόν τα δυο αυτά ποιήματα στην αγάπη σας, σαν προσφορά αντιδώρου στη μνήμη της.

Σαν μνημόσυνο υπέρ της αδελφής και συνοδίτισσας ημών Μαρίας, αναπαυθείσης εν πίστει, επ’ ελπίδι Αναστάσεως ζωής αιωνίου.




Μαρία Π. Κουτρουμπή
Δύο ποιήματα από την συλλογή της «Σπίθες μες από τη στάχτη»


ΑΓΑΠΗ ΝΑ ΜΟΥ ΔΩΣΕΙΣ


Αγάπη να μου δώσεις σου ζητώ
από την άδολη εκείνη τη δική Σου
να την κερνώ σαν το αγνό γλυκό πιοτό
στον διαβατάρη, στον φτωχό, στον αρνητή Σου.

Να μην την λογαριάζω και να μη μετρώ
αν κείνος που την παίρνει την αξίζει
να την μοιράζω όπως η βρύση το νερό
που χύνεται ολοένα κι αναβλύζει.

Αγάπη να σκορπίζω πώς ποθώ
δίχως ποτέ υπολογισμό κανένα
μες στη ζωή μοναδικό να ’χω σκοπό
όλο τον κόσμο ν’ αγαπώ, για Σένα.

Κάνε να νοιώθω πόνο αληθινό
για τον ανήμπορο τον παραστρατημένο
σαν μάνα ν' αγαπώ τον ορφανό
και γι’ αδερφό μου να θαρρώ τον ξένο.

Κι ακόμα κάτι άλλο πιο πολύ
-Χριστέ, μεγάλη χάρη δο’ μου-
να δίνω μάννα κει που μου ’δωσαν χολή
και ν’ αγαπώ σαν φίλο τον εχθρό μου.

Κι όποτε ο κάματος μου φαίνεται βαρύς
να γονατίζω με λατρεία μπρος Σου
ν’ αναλογίζομαι το «άφες αυτοίς»
και δύναμη να παίρνω απ’ τον Σταυρό Σου.



ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ ΕΛΘΕΙΝ
ΑΠΑΡΝΗΣΑΣΘΩ ΕΑΥΤΟΝ


Κύριε, ποιος να ’ναι τάχα αυτός
που μόλις πα’ στ’ αχνάρια Σου πατήσω
βράχος αδιάβατος ορθώνεται στητός
και μ’ αναγκάζει να γυρίσω πίσω;

Ποιος να ’ναι που όταν τον Σταυρό
για την ανηφοριά παίρνω στον ώμο
πριν να προφθάσω να Σε βρω
πάντα με σταματά στον δρόμο;

Ποιος είναι, πώς να λέγεται ο εχθρός
που ενώ έχω πόθο φλογερό παλάτι να σου χτίσω
ό,τι δουλέψω με χαρά από το πρωινό
στο σούρουπο μου λέει να το γκρεμίσω.

Έλα κοντά μου απόψε να μου πεις
τώρα που ίσως κοιμάται και δε θα αγροικήσει
έλα Σωτήρα μου και μην αργείς
φοβούμαι πάλι πως θα με νικήσει.

Τότε μου τράβηξες το πέπλο το πυκνό
και ξέσκεπο είδα τον εχθρό μου
δεν ήταν φάντασμα ούτε ξωτικό
παρά ψυχρό κι αλύγιστο το φοβερό εγώ μου…

Καθώς το κοίταξα όρκο έκανα βαρύ
μ’ όλα τα δυνατά μου να το πολεμήσω
κι αφού βαθιά το θάψω μες στη γη
τότε να ’ρθω να Σε συναπαντήσω.



- Το πρωτότυπο αφιέρωμα του Σ. Π. «Μια εκδρομή, μια ανάμνηση, δύο ποιήματα, μια προσευχή», δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Αρχαγγέλων ΛΟΓΟΣ» του Ι. Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μοσχάτου, στο 18ο τεύχος, Φθινόπωρο 2015 -
 

Σχετικά: gonia - iosnews

ep[2φΑ]





Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

"Οι παππούδες του Χόρχε "






- Ο Χόρχε Μπουκάι [Jorge Bucay], γνωστός και αγαπητός σε πολλές χώρες, όπως και στην Ελλάδα, γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου του 1949 στην Αργεντινή.

Ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής με προσανατολισμό στο Psychodrama και στην Gestalt, έχει γράψει πολλά βιβλία που μεταφρασμένα σε περισσότερες από 17 γλώσσες, κυκλοφορούν με μεγάλη επιτυχία σε όλον τον κόσμο. -



Από συνέντευξη του Χόρχε Μπουκάι στον Θανάση Λάλα – 1ο μέρος


Γεννήθηκα μέσα σε μια οικογένεια μεταναστών. Είχα έναν παππού Εβραίο και έναν Άραβα, ο οποίοι πήγαν στην Αργεντινή στις αρχές του 20ου αιώνα για να γλιτώσουν από την πείνα και να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Αυτοί οι 2 παππούδες, ο Εβραίος και ο Άραβας, είχαν γεννηθεί και οι δύο στη Δαμασκό και ήταν συμμαθητές απ’ το σχολείο. Εκείνους τους καιρούς, η σχέση μεταξύ Αράβων κι Εβραίων δεν ήταν τόσο προβληματική, ούτε στη Συρία ούτε στον υπόλοιπο κόσμο. Οι παππούδες μου ήταν πολύ φίλοι. Στην Αργεντινή ο καθένας ακολούθησε το δικό του δρόμο. Ο ένας ήταν πιο τυχερός γιατί είχε ένα επάγγελμα, ήταν βιοτέχνης πουκαμίσων. Ο άλλος ήταν έμπορος, όπως και τόσοι άλλοι μετανάστες. Είχε ένα κατάστημα, το οποίο πουλούσε τα πάντα.

Έτσι, ο καθένας τους έφτιαξε τη ζωή του και μια μέρα, χάρη σ’ ένα απ’ αυτά τα παιχνίδια που πιστεύω πως παίζει το πεπρωμένο, τα παιδιά τους παντρεύτηκαν μεταξύ τους. Κι έτσι, μέσα σε μια οικογένεια μικτής καταγωγής, Εβραίων και Αράβων, ήταν λογικό το σπίτι να είναι πάντα γεμάτο παραμύθια.
Ο Άραβας παππούς αφηγούνταν τα παραμύθια των Δερβίσηδων, ο Εβραίος παππούς αφηγούνταν τα παραμύθια του Χασιδισμού κι όλοι στην οικογένεια καθόμασταν γύρω τους και τους ακούγαμε. Κι έτσι ο αδελφός μου κι εγώ, μεγαλώσαμε με ιστορίες και παραμύθια από την Ανατολή. Ειδικά ο Άραβας παππούς μου, είχε να πει μια ιστορία για τα πάντα.

Ο Εβραίος παππούς ήταν από τη μεριά της μητέρας μου. Στο σπίτι όμως, δεν υπήρχε η λογική της Εβραϊκής κοινότητας, γιατί επρόκειτο για μια κοινότητα Σεφαρδιτών. Δεν ήταν σαν την Εβραϊκή κοινότητα της Ανατολικής Ευρώπης. Ήταν η Εβραϊκή κοινότητα των Αραβικών χωρών. Και οι τέσσερις παππούδες μου μιλούσαν Αραβικά. Δεν μιλούσαν ούτε Ισπανικά ούτε Εβραϊκά. Στο σπίτι μου κανείς δε μίλησε ποτέ Εβραϊκά. Και το φαγητό που έτρωγα σε όλη μου τη ζωή ήταν Αραβικό, όπως για παράδειγμα το λαχματζούν και το κέμπε. Η μητέρα μου μαγείρευε τα Αραβικά φαγητά με έναν τρόπο, που δεν μπόρεσε ποτέ κανείς να μου ξαναμαγειρέψει στη ζωή μου. Έτσι, η κουλτούρα με την οποία μεγάλωσα, η μουσική που ακουγόταν στο σπίτι μου και τα τραγούδια που αγαπούσαμε ήταν όλα στα Αραβικά. Δεν είχα κάποια σχέση με την άλλη πλευρά, την Εβραϊκή, με την Εβραϊκή κουζίνα και τις επιρροές από τη Ρωσία, τη Γερμανία ή την Πολωνία.

Το περιβάλλον της οικογένειας μου, ήταν πάντα περισσότερο Αραβικό απ’ ότι Εβραϊκό.
Όμως, στην Αργεντινή δεν υπήρξε ποτέ διαμάχη μεταξύ Αράβων και Εβραίων. Το σπίτι μου δεν ήταν μοναδική περίπτωση.
Η Αραβική και η Εβραϊκή κοινότητα στην Αργεντινή, είχαν πάντα άριστες σχέσεις.
Τόσο που, όταν έγινε το χτύπημα στην ισραηλινή πρεσβεία στην Αργεντινή και το δεύτερο χτύπημα στη συναγωγή AMIA (Asociación Mutual Israelita Argentina), η Αραβική κοινότητα βγήκε στους δρόμους να διαδηλώσει δίπλα-δίπλα με την Εβραϊκή, επειδή αισθάνθηκαν πως στην πραγματικότητα όλο αυτό ήταν μια επίθεση εναντίον της ίδιας τους της ταυτότητας και του δεσμού μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Ο ένας παππούς μου ήταν πιο καλλιεργημένος και ήταν σε κάπως καλύτερη οικονομική κατάσταση. Ο άλλος, ο Άραβας, ο πατέρας του πατέρα μου, ήταν ένας τεμπέλης.
Του άρεσε πολύ το κρασί, να καπνίζει -κάπνιζε εκατό τσιγάρα την ημέρα- του άρεσε πολύ να παίζει τάβλι -ήταν το αγαπημένο του παιχνίδι- και του άρεσε πολύ να μιλάει με φίλους.
Το μόνο που δεν του άρεσε ήταν η δουλειά. Όλα τα υπόλοιπα του άρεσαν πολύ!

Εγώ πάντα αστειευόμενος, λέω πως όταν πέθανε ο παππούς μου ο Φάρας, η γιαγιά μου ήθελε να βάλουν στον τάφο μια επιγραφή που να λέει:
«Εδώ εξακολουθεί να αναπαύεται ο Φάρας Μπουκάι». Μιλάμε για περίπτωση...
Όταν έφτασε 46-47 χρονών, φώναξε τα παιδιά του -ο μεγαλύτερος ήταν ο πατέρας μου που ήταν τότε 18 χρονών- και τους είπε: «Αυτά είναι τα κλειδιά της επιχείρησής μου. Εγώ έχω δουλέψει ήδη αρκετά. Τώρα δουλέψτε εσείς.» Και δεν δούλεψε ποτέ ξανά στη ζωή του.
Έζησε σαράντα χρόνια ακόμα, παρόλο που κάπνιζε, αλλά δεν δούλεψε ποτέ ξανά στη ζωή του.

….



boro – [2fA]





Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

"Αη Γιώργης που γυρίζει.. "













"Αη Γιώργης"


Λουδοβίκος των Ανωγείων
Στίχοι: Φίλιππος Γράψας
Ερμηνεία: Μαριώ






Ταξίδι απ' τα Επτάνησα κι η Σαλονίκη μάγισσα
σε κράτησε δικό της.
Βρήκε η αγάπη αφορμή - διάλεξε τη σωστή στιγμή -
πήρε το μερτικό της.

Δίπλα σου που μεγάλωσα πόσες φορές καμάρωσα
το φως που 'χε η καρδιά σου.
Την περηφάνια της ματιάς τη μυρωδιά της αγκαλιάς
την τρυφερότητά σου.
         
          Ποιος περνάει έξω στο δρόμο
          μ' ένα σύννεφο στον ώμο.
          Αη Γιώργης που γυρίζει τραυματίας
          το '40 απ' τα βουνά της Αλβανίας.
          
          Ποιος κρατάει εκεί στα αστέρια
          την Πανσέληνο στα χέρια.
          Αη Γιώργης να μου φέγγει κάθε νύχτα
          της ζωής του το λαμπρό "εν τούτω νίκα".

Πάλευες πάντα τον καιρό μα είχες γυναίκα θησαυρό
κι άντεξες το τιμόνι.
Κι αν στη ζωή "τα πάντα ρει" ακούω το βήμα σου βαρύ
στης μνήμης μου τ' αλώνι.



GT - [2φΑ]





Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

"Έλληνες, του Hayri Engin"







Ένα ποίημα του τούρκου ποιητή HAYRI ENGIN
καθηγητή στο Γυμνάσιο της Σαμψούντας

- Το ποίημα, γραμμένο αμέσως μετά τη νίκη της Κορυτσάς,
εστάλη σε γνωστό έλληνα λογοτέχνη, μαζί με το παρακάτω γράμμα:


Αξιότιμε Κύριε,

Αισθάνομαι βαθύ θαυμασμό για τον πολιτισμό σας, φίλοι Έλληνες,
όταν σκέπτομαι τα ηρωικά κατορθώματά σας που μόνο με όσα ο Όμηρος
στα έπη του περιγράφει, μπορούν να συγκριθούν.
Νοιώθω τέτοια συγκίνηση, όταν σκέπτομαι τις μάχες που ηρωικά διεξάγετε
στο μέτωπο…
Ένα έθνος ευγενικό σαν το δικό σας, που αγωνίζεται στον εικοστό αιώνα για
την άμυνα της πατρίδας του, αξίζει κάθε τιμή. 








ΕΛΛΗΝΕΣ


Χυθείτε, λεβέντες, χυθείτε,
πάνω απ’ την Ακρόπολη
σαν ηφαιστείου λάβα
για να σβήσετε
τα σκοτεινά σημάδια
του μαύρου θεριού,
τις χιλιόχρονες χίμαιρες της Ρώμης,
τη λαχανιασμένη ανασεμιά
των τσακαλιών που κάψαν το Αιγαίο,
για ν’ αντισκόψετε
τον πελώριο, μαύρο σκύλο
που γυρεύει τη λεία του ν’ αρπάξει!
Αχ! Άγρια πηδάτε και στριφογυρίζετε
νόθα παιδιά της άθλιας Βενετιάς,
σκυλιά της θάλασσας του Τραϊανού.
Ω, του πολιτισμού παράσιτα!
Νομίσατε για Αιθίοπες
του Αχιλλέα και του Έχτορα τους γιούς,
τους ήρωες έλληνες στρατιώτες;

Είν’ εκείνοι: Στου Δία το νικηφόρο το άρμα
τα πύρινα άτια έχουνε ζέψει
του Προμηθέα.
Τινάζοντας τα γκέμια,
στη θάλασσα του Τραϊανού
σαν άγριο ηφαίστειο ροβολάνε!
Τι χούγιασμα θεϊκό!
σαν τα πελώρια κι άγρια κύματα του ωκεανού
με τη γαλάζια αφροστόλιστη σημαία,
τα λιοντάρια βρυχώνται,
αυτοί που του Δαρείου σύντριψαν τις ορδές,
σαν τους προγόνους τους,
που τρέξανε στους λόφους των Θερμοπυλών,
σαν τους θεούς τους
που δάμασαν τον κεραυνό στους ουρανούς,
σαν το σίδερο,
σαν το ατσάλι,
στρατός γεμάτος πίστη
ορμάει με αγάπη, φλόγα, εκδίκηση
και με τα δοξασμένα του έπη…

Κι ως φεύγουνε τα κύματα μπροστά στον άνεμο
και σπάνε ορμητικά στους κοφτερούς τους βράχους,
έτσι κι οι Βενετσιάνοι,
οι Γενοβέζοι, οι Φιορεντίνοι,
με τα γυναικεία γόνατα,
πίσω απ’ τους λόφους φεύγουνε της Κορυτσάς.
Εμπρός!
Εμπρός λιοντάρια εσείς του Παρθενώνα,
ευγενικιάς φυλής αδέλφια,

Εμπρός!
Εμπρός! τραβάτε για τη θάλασσα
τη θάλασσα της νίκης που μπρος σας,
τρεις- τέσσερις βουνοκορφές μένουν ακόμα!
Πίσω!
Πίσω! σκυλιά της μπόρας λυσσασμένα,
που οι φτέρνες σας μονάχα για να φεύγουν έχουν γίνει.
Πίσω!
Τούτος ο αγώνας ο ιερός, ο δοξασμένος
γίνεται για τη λευτεριά.
Λεβέντες έλληνες
Η ΝΙΚΗ είναι δική σας!

Τα κύματα κι οι τρικυμίες
μπροστά στη νικήτρια σας κραυγή λουφάζουν!
Οι μυθικοί σας ήρωες,
που παραβγαίνουν με τον άνεμο,
κάνουν τα στοιχειά της Φύσης να ζηλέψουν!
Μα τι ωφελεί;
Κι εκείνα βγήκανε από σας,
κι εσείς έχετε βγει από κείνα!
Από την μάχη των Θερμοπυλών κι από το Μαραθώνα,
οι αλαλαγμοί της νίκης σας
ως την Άγκυρα φτάνουν!
Με τους θεούς σας,
με την αγάπη των θεών σας, με το αίμα σας το ευγενικό
τη γαλανόλευκη, Έλληνες, σημαία σας ανεμίστε
αγνάντια στις στρατιές τις υπνοκλέφτρες!
Δείξτε την πίστη σας
πιο αλύγιστη κι από ατσάλι,
πιο φλογερή κι από τη φλόγα!

Ω εσείς, του Δία παιδιά, που πλάθετε
τη νίκη από τη νίκη,
σε σας αιώνια δόξα και τιμή!



- Μετάφραση από τα τουρκικά: Αλέκος Σπανόπουλος -

[Το ποίημα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
που διεύθυνε ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς, τ. 18, της 1ης Νοεμβρίου 1948]

Αφίσα 1: Η Παναγιά μαζί του – Γεώργιος Γουναρόπουλος
Αφίσα 2: Ηρωίδες του 1940 – Κώστας Γραμματόπουλος




dialeimma – [2fA]





"Διπλή γιορτή "






Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ


Σύμφωνα με την ιερή μας παράδοση, στα χρόνια του Λέοντα του Μεγάλου ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ο Όσιος Ανδρέας. Μια νύχτα που γινόταν αγρυπνία στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο Όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο είδαν την Παναγία να μπαίνει στον Ναό.

Την συνόδευαν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο Ιωάννης ο Θεολόγος και πλήθος αγγέλων.
Αφού τελείωσε την προσευχή της, άπλωσε το ωμοφόριο της στους πιστούς για να τους σκεπάσει και να τους προστατέψει.

Χάρη σ’ αυτό το γεγονός, η Εκκλησία μας καθιέρωσε την γιορτή της Αγίας Σκέπης προς τιμήν της Παναγίας, η οποία προστατεύει τους πιστούς.

Η γιορτή αυτή μετατέθηκε από την 1η Οκτωβρίου που εορταζόταν, στην 28η του ιδίου, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς την μητέρα του Ιησού για την προστασία της στον αγώνα των Ελλήνων στον πόλεμο του 1940.










Η 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940


Η Σημαία

Της πατρίδας μου η σημαία
έχει χρώμα γαλανό
και στη μέση χαραγμένο
έναν κάτασπρο σταυρό

Κυματίζει με καμάρι
δεν φοβάται τον εχθρό
σαν τη θάλασσα είν’ γαλάζια
και λευκή σαν τον αφρό.

----

Μέσα μας βαθιά για σένα
μια λαχτάρα πάντα ζει
την Πατρίδα συμβολίζει
και τη Λευτεριά μαζί

Γαλανόλευκη η θωριά σου
και φαντάζεις μες στον νου
σαν το κύμα σαν το γέλιο
του πελάου και τ’ ουρανού











[2fA]




Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

"Οἱ παραδόσεις τοῦ Γένους"






Στρατής Μυριβήλης - Οἱ παραδόσεις τοῦ Γένους
καὶ ἡ δύναμη τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς (απόσπασμα)

["Ἡ Ἑλληνικὴ Παράδοση" – Συλλογικὸς Τόμος ἐκδόσεων ΕΥΘΥΝΗ]

….

Εἶναι μοιραῖο γεγονός γιὰ τὸ Ἔθνος μας, τὰ θρησκευτικά του ζητήματα νὰ εἶναι ἀδιάσπαστα συνδεμένα μὲ τὴν ἱστορικὴ μοίρα τοῦ λαοῦ μας. Ἡ Ἑλληνικὴ Ὀρθοδοξία, εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, ἔχει ταυτιστεῖ μὲ τὴν ἐθνική μας ὑπόσταση, ἤγουν μὲ τὴν ἐλευθερία μας.

Ἔχει γίνει δηλαδὴ ἐθνικὴ θρησκεία, ὅπως καί τὸ Δωδεκάθεο τοῦ Ὀλύμπου ἦταν ἡ ἐθνικὴ θρησκεία τῶν προγόνων μας. Όμως ἡ ἐθνικὴ θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ξέφτισε καὶ κατέρρευσε μαζὶ μὲ τὴν ἐθνική τους ἐλευθερία.

Πάνω στὰ κατάρτια τῶν βαρβαρομάχων καραβιῶν τῆς Πόλης κυμάτιζαν τὰ χρυσὰ λάβαρα τῆς Παναγίας, ποὺ ἦταν γιὰ τὸ χριστιανικὸ Κράτος στρατηλάτης μαζi καὶ πολέμαρχος, σὰν τὴν Ἀθηνᾶ. Πρὸς Αὐτήν, πρὸς τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό, ἀποτείνεται τὸ θαυμάσιο βυζαντινὸ τροπάριο, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι ὁ ἐθνικὸς ὕμνος τοῦ ἀγωνιστικοῦ Βυζαντίου.

Καὶ σὰν ἐθνικό μας ὕμνο ἔπρεπε νὰ τὸ κρατήσει καὶ ἡ ἀπελευθερωμένη Ἑλλάδα τοῦ 21, ἂν οἱ λόγιοι καὶ οἱ πολιτικοὶ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἶχαν τὴν ὀξυδέρκεια νὰ καταλάβουν τὴν σημασία ποὺ παίρνει ἡ παράδοση στὴ ζωὴ τῶν Ἐθνῶν, καὶ δὲν ἔβλεπαν τὴν Κλασσικὴν Ἑλλάδα νὰ ἑνώνεται ἠθικὰ καὶ ἱστορικὰ μὲ τὸ ἀπελευθερωμένο Ἔθνος, παρακάμπτοντας ὅμως τὴν ἔνδοξη καὶ μεγαλόπρεπη περίοδο τῆς Βυζαντινῆς χιλιετίας, ποὺ σφυρηλάτησε τὴν νέα μας Ἑλληνοχριστιανικὴ συνείδηση.

Δεῖτε ὅμως.
Αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκανε τὸ μεταεπαναστατικὸ Κράτος τὸ ἔκαμε μόνος του ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
Ἔτσι, κάθε φορὰ ποὺ κάποιο μεγάλο ἐθνικὸ γεγονὸς τρικυμίζει στὴν ψυχή μας, τὸ βυζαντινὸ τροπάριο αὐθόρμητα ἀνεβαίνει στὰ χείλη μας καὶ σμίγει μὲ τοὺς στίχους τοῦ Σολωμοῦ.

Καὶ πάλι αὐθόρμητα, κάθε φορὰ ποὺ ἕνα ὑπόδουλο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἑνώνεται μὲ τὴν ἑνιαία ἐλεύθερη πατρίδα, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀλληλο-χαιρετᾶται μὲ τὴν θρησκευτικὴ φράση «Χριστὸς Ἀνέστη».

Καὶ προχτὲς ἀκόμα, ὅταν ἡ Ἑλλάδα ἔκαμε τὸ θαῦμα τοῦ '40-41, οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες ἔβλεπαν τὴν Ὑπέρμαχον τοῦ Βυζαντίου νὰ πολεμᾶ ἐπὶ κεφαλῆς των τοὺς ἐπιδρομεῖς.

Πῆγα καὶ τοὺς εἶδα, ἐκεῖ στὰ χιονισμένα βουνὰ τῆς Ἀλβανίας, αὐτοὺς τοὺς νεαροὺς ἥρωες τῶν ἡμερῶν μας καὶ ὅλοι εἶχαν κρεμασμένη στὸ στῆθος καὶ στὸν ὀρθοστάτη τοῦ παγωμένου τους ἀντίσκηνου τὴν εἰκόνα τῆς Βυζαντινῆς Ὑπερμάχου.

Σὰν νὰ μην ἦταν πολεμιστὲς τοῦ Γεωργίου τοῦ Β´, ἀλλὰ τοῦ Τσιμισκῆ ἢ τοῦ Βασιλείου τοῦ Βουλγαροκτόνου ἢ τοῦ τελευταίου Παλαιολόγου.
Ὡς αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἡ Ἐθνική μας ὑπόσταση εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν Ὀρθοδοξία τῆς Πόλης.

….


[2φΑ]





Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

"Ο Χρόνης "






Ο ΧΡΟΝΗΣ

Του Δημήτρη Φαφούτη, από "το Ημερολόγιο του Μενέλαου"


Τα φώτα άρχισαν ν’ ανάβουν μακριά, σαν κεριά στη μνήμη της μέρας που σώθηκε. Κάτω στο Μαλιακό οι ορφανές βάρκες με ξηλωμένες πετρελαιομηχανές λίκνιζαν το αμόλυντο σκαρί τους κι ο Σπερχειός αμίλητος δραγάτης, έσπρωχνε τα πικραμένα του νερά ανάμεσα στους ορυζώνες και τα βαλτοτόπια.

Μύριζε χιονιά η Λαμία και κόντευε να νυχτώσει. Κοπάδια διαβατάρικα πουλιά ερχόνταν από τη μεριά του Δομοκού. Κατάλαβαν βαρυχειμωνιά και ξεπέζευαν απ’ την κούραση στο βάλτο του Σπερχειού. Αύριο θα συνέχιζαν προς το Νότο το ταξίδι της αποδημίας και οι κυνηγοί χαρούμενοι ξεκρέμαγαν τις καραμπίνες.

Είχα σχολάσει απ’ το σχολείο και περνώντας από το φοντιατζίδικο του μπάρμπα μου του Γιαννάκου, έμαθα το μαντάτο «Ο γερο-Χρόνης πέθανε».
Οι τσαγκαράδες στη οδό Ναυαγών ήτανε μαζεμένοι στο μαγέρικο του Αφεντούλη, μοιράζανε υγρές ματιές σκοτεινιασμένες από λύπη και τα πίνανε.

Ο Τάκης Σκάρλας έβγαλε από το αμπέχονο τη σκεβρωμένη φυσαρμόνικα κι έπαιξε το τραγούδι της Κατοχής, που ξεπροβόδιζαν τους σκοτωμένους.
Τσούγκρισαν τα ποτήρια, «τόκα ρε Χρόνη άγιε» και δεν τους πήγαινε να πούνε «θεός σχωρέστον», ποιες αμαρτίες είχε ο φουκαράς για να συγχωρεθούνε;

Η ώρα μάζευε, το ρολόι της Μητρόπολης σήμανε μεσάνυχτα, μα κανένας δεν έλεγε να φύγει. Γύρισα σπίτι και βάλθηκα να γράψω το συναξάρι του Χρόνη, όπως το άκουσα απ’ τις παρέες και τις συντροφιές στα νυχτέρια του χωριού.


Ο Χρόνης ήταν αλλόφερτος στη Μενδενίτσα και ξενοχωρίτης. Ποτέ δεν έβγαλε ταυτότητα που να μαρτυράει τη φύτρα του, λογάριαζε τον εαυτό του με τους λησμονημένους.
Το χαμόσπιτο που κοιμόταν κείνες τις μέρες της Κατοχής, ένα δωμάτιο και παραδίπλα το γουρνοκούμασο, ήταν στην άκρη του χωριού, στ’ αλώνια, ανάμεσα στις μυγδαλιές του Τσιτσοπέτρου.

Δούλευε σιδεράς και τράβαγε φυσερό στο χαλκιάδικο του Μαστραποστόλη, κάτω απ’ το κάστρο.
Οκτώβρης του ’43, σαν μπήκανε οι Γερμανοί και κάψανε το χωριό, τον έδεσαν με τριχιά στον κορμό της μυγδαλιάς μέσα στην αυλή και του έπλεναν το μαυριδερό πρόσωπο με πηχτό ασβέστη, για «ν’ ασπρίσει», όπως του εξηγούσαν με σαρκασμό.

Αυτό το ασβέστωμα του άφησε ανεξίτηλα σημάδια στο πρόσωπο που τα ’δειχνε με καμάρι και καημό όλα τα χρόνια που ζητιάνευε.
«Είδης τι μ’ κάνανι τα χτήνη» κι ακούμπαγε με το δάχτυλο τα σημάδια του.

Σαν άσπρισαν το μαύρο του πρόσωπο, τον κάθισαν καλά στο πεσμένο αγκωνάρι του μαντρότοιχου, του δώσανε το καπνισμένο κλαρίνο στα κοκαλιάρικα χέρια και του ζήτησαν να παίξει το εμβατήριο της γερμανικής εισβολής.

Η αναπνοή του πάγωσε, τα δάχτυλα δεν έβρισκαν τις τρύπες του κλαρίνου, αυτός που τις μαύρες εκείνες μέρες έπαιζε λυπητερούς σκοπούς και μοιρολόγια και γλύκαινε την πίκρα της Κατοχής.
Συνήλθε γρήγορα από τη ταραχή, τον πήρανε τα κλάματα κι άρχισε να παίζει πνιχτά την ιτιά.

Ο επικεφαλής του άστραψε δυο χαστούκια, τον ξανάδεσε στον κορμό της μυγδαλιάς, πήρε το κλαρίνο απ’ τα χέρια του Χρόνη έβαλε φωτιά και το ’καψε μπροστά στα μάτια του.
Τ’ άλλο πρωί τον βρήκε μισοπεθαμένο και τον έλυσε ο μπάρμπα Πάστρας, που πέρναγε από κει με τα μανάρια του χωριού.


Σαν του κάψανε το κλαρίνο, ο Χρόνης μοιρολογούσε κι έκλαιγε απαρηγόρητος. Τ' απόβραδο έβγαινε στη μικρή αυλή κι αφουγκράζονταν, έπαιρνε το μονοπάτι για τον Αι Αντώνη μεριά, απ’ όπου φύγανε οι Γερμανοί μετά το κάψιμο του χωριού και φώναζε «Το κλαρίνο, να μ’ το φέρετι πίσω, χτήνη.. »


Κόντευε το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, ο Χρόνης είχε μαζέψει αγριολούλουδα απ’ τον Αμπελόβραχο για τον επιτάφιο και ξεροστάλιαζε στην πόρτα, ώσπου να χτυπήσει η καμπάνα του Αι Γιώργη.
Πέρασε απ’ έξω ο Γιάννης της Σταντίκως, άκουσε τους αναστεναγμούς του Χρόνη για το καμένο κλαρίνο και βάλθηκε να  τον παρηγορήσει «Έχει ο Θεός ρε Χρόνη». Γούρλωσε τότε τ’ αθώα μάτια ο Χρόνης και τον αφόπλισε «Έχει ο Θεός κλαρίνα ρε Γιαννάκο;»



GT – [2fA]





"Ο Θεός του Δημητρίου.. "





Από το κείμενο της Ι. Μ. Θεσσαλονίκης "ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ο ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΣ"


Σπανίως κάποιος άγιος συνέδεσε τη μνήμη του τόσο πολύ με τις περιπέτειες και αγωνίες της πατρίδος του, όσο ο άγιος Δημήτριος. Στις αλλεπάλληλες επιθέσεις των Σλάβων και των Αβάρων, Αράβων και Βουλγάρων, ο άγιος Δημήτριος πρωταγωνιστεί και προστατεύει την πόλη του από τους επιδρομείς. Βαρβαρικές φάλαγγες επιτίθενται κατά καιρούς με μανία.

Ως άμμος της θαλάσσης, αναφέρουν οι πηγές, εμφανίζονται οι εχθροί.
Καταλαμβάνουν περιοχές της Θράκης και της Μακεδονίας.
Πλησιάζουν με ακάθεκτη ορμή προς την Θεσσαλονίκη, κυριεύουν φρούρια και προάστια της πόλεως. Πάνοπλοι οι εχθροί προετοιμάζονται για την τελική έφοδο κατά της Θεσσαλονίκης.

Οι κάτοικοι ζητούν εν ονόματι του Θεού και του αγίου Δημητρίου βοήθεια. Παρακαλούν τον Θεό με τις πρεσβείες του αγίου Δημητρίου να μην πέσουν στα χέρια των αλλοπίστων.

Έφιππος τότε εμφανίζεται ο Άγιος, διατρέχοντας τα τείχη, και συντρίβει με το δόρυ τους επιτιθεμένους. Τα σχέδια των εχθρών ματαιώνονται.
Ο Θεός του Δημητρίου διατηρεί την πόλη "ατάραχον" και "άτρωτον".
Οι Θεσσαλονικείς δέχονται τη σωτηρία τους “θεόθεν”.

Και σε άλλες περιπτώσεις, κρίσιμες για την πόλη, ο άγιος Δημήτριος αποδεικνύεται επίσης προστάτης.
Απαλλάσσει από λιμούς και ασθένειες την πόλη του και την διατηρεί "εν ευταξία".

Ο άγιος Δημήτριος αποβαίνει για τους Θεσσαλονικείς "ακριβής φρουρός", φύλαξ άυπνος, τείχος άσειστο κατά των βαρβάρων, φιλόπολις και κηδεμών, πολιούχος και προϊστάμενος. Η Θεσσαλονίκη αναδεικνύεται με τη βοήθεια του Θεού και τις πρεσβείες του μεγαλομάρτυρος, "θεοφύλακτος", "θεοφρούρητος" και "θεόσωστος".

Αργότερα σε μέρες χαλεπές, σε στιγμές κρίσιμες για την πόλη, οι πνευματικοί αυτής οδηγοί, παρότρυναν τους Θεσσαλονικείς να ενθυμούνται τις ευεργεσίες του μάρτυρος αγίου, και να μιμούνται τον βίο του· να ασκούνται στην αρετή, για να έχουν το θάρρος, υψώνοντας τη φωνή τους, να αναφωνούν: "Ο Θεός του Δημητρίου, βοήθει ημίν".



imth – [2fA]





Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

"Μυστική αγκαλιά "





".. και πνευματικό χάδι"
Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης,


Κάθε φορά, που ο Γέροντας μιλούσε για την προσευχή, αντιλαμβανόμουν ότι δεν εννοούσε μια προσπάθεια επιδερμική και αποσπασματική, αλλά βαθιά και διαρκή.
Κάποτε αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα του παιδιού, μιας γνωστής στον Γέροντα και σε μένα μητέρας, η οποία μου ζήτησε να τον ρωτήσω σχετικά, μου είπε: 


"Το παιδί έχει ένα εσωτερικό πρόβλημα και γι’ αυτό συμπεριφέρεται έτσι.
Το παιδί είναι καλό, δεν το θέλει αυτό που κάνει, αλλά αναγκάζεται, είναι δεμένο από κάτι.
Δεν διορθώνεται με τη λογική, δε μπορείς να το πείσεις με συμβουλές, ούτε και να το αναγκάσεις με απειλές. Αυτό θα κάνει τα αντίθετα.

Μπορεί να γίνει χειρότερα, μπορεί να μείνει έτσι, μπορεί και να απαλλαγεί από αυτό.
Για να απαλλαγεί, πρέπει να εξαγιασθεί η μητέρα του. Για να ελευθερωθεί, θέλει κοντά του έναν άγιο άνθρωπο, με πολλή αγάπη, που δε θα του κάνει διδασκαλία, ούτε και θα το φοβερίζει, αλλά θα ζει με αγιότητα, και το παιδί που θα τον βλέπει, θα ζηλέψει και θα τον μιμηθεί.

Προ πάντων το παιδί θέλει κοντά του έναν άνθρωπο πολλής και θερμής προσευχής. 
Η προσευχή κάνει θαύματα. Δεν πρέπει η μητέρα να αρκείται στο αισθητό χάδι στο παιδί της, αλλά να ασκείται στο πνευματικό χάδι της προσευχής.

Όταν πάει να το χαϊδέψει χωρίς προσευχή, το παιδί κάνει έτσι (απλώνει βίαια τα χέρια και απωθεί τη μητέρα). Όταν όμως χωρίς να το χαϊδέψει, κάνει μυστικά για το παιδί της θερμή προσευχή, τότε αυτό αισθάνεται στην ψυχή του ένα ανεξήγητο για κείνο, πνευματικό χάδι, που το ελκύει προς τη μητέρα του.

Η μητέρα στην προσευχή της για το παιδί πρέπει να λιώνει σαν την λαμπάδα.
Να προσεύχεται σιωπηλά και με τα χέρια ψηλά προς τον Χριστό, να αγκαλιάζει μυστικά το παιδί της."




[2φΑ]





Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

"Hermann Hesse: Η Πόλη"






"Η Πόλη", διήγημα του Hermann Hesse (1877-1962)
- Νόμπελ Λογοτεχνίας 1946 -


«ΠΡΟΧΩΡΟΥΜΕ!..» φώναξε ο μηχανικός όταν στις ακόμα στρωμένες σιδηροδρομικές ράγες έφτασε το δεύτερο τρένο γεμάτο ανθρώπους, κάρβουνο, εργαλεία και τρόφιμα. Τα λιβάδια λαμπύριζαν στο κίτρινο ηλιόφως, σαν μέσα σε γαλάζια ομίχλη υψωνόταν στον ορίζοντα η ψηλή δασωμένη οροσειρά. Άγρια σκυλιά και έκπληκτα αγριοβούβαλα παρακολουθούσαν την πυρετώδικη δουλειά και το πηγαινέλα στην ερημιά, και το πως στην πράσινη εξοχή γεννιούνταν κηλίδες από κάρβουνο και από στάχτη, από χαρτί και από λαμαρίνα.

Το πρώτο ροκάνι αντήχησε στριγκό στην τρομαγμένη εξοχή, η πρώτη τουφεκιά καραμπίνας αντιβούιζε στο βουνό, το πρώτο αμόνι ακούστηκε με καθάριο ήχο κάτω από τα γρήγορα χτυπήματα του σφυριού, ένα σπίτι από λαμαρίνα γεννήθηκε, την άλλη μέρα ένα από ξύλο και άλλα και άλλα, και καθημερινά καινούρια και σε λίγο και σπίτια πέτρινα. 

Τα άγρια σκυλιά και οι αγριοβούβαλοι έμειναν μακριά, η περιοχή έγινε ήμερη και εύφορη, την πρώτη κιόλας άνοιξη ξεφύτρωσαν οι πεδιάδες γεμάτες καρπούς, υποστατικά και στάβλοι· και φτυάρια δούλεψαν δραστήρια και δρόμοι χαράχτηκαν στον αλλοτινό ερημότοπο.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός τελείωσε και εγκαινιάστηκε, και επίσης τέλειωσαν το κυβερνητικό κτίριο και η τράπεζα και κάμποσες μόλις κατά μήνες νεότερες αδερφές-πόλεις γεννήθηκαν στη γύρω περιοχή. Ήρθαν εργάτες απ' όλο τον κόσμο, χωρικοί και αστοί, ήρθαν έμποροι και δικηγόροι, ιεροκήρυκες και δάσκαλοι, ιδρύθηκε ένα σχολείο, δημιουργήθηκαν τρεις θρησκευτικές κοινότητες, εκδόθηκαν δυο εφημερίδες.

Στα δυτικά βρέθηκαν πετρελαιοπηγές, ήρθε μεγαλύτερη ευημερία στη νεαρή πόλη.
Δεν πέρασε καλά-καλά ένας χρόνος και εμφανίστηκαν πορτοφολάδες, μαστροποί, διαρρήκτες, ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα, ένας αντιαλκοολικός σύλλογος, ένας παρισινός ράφτης, μια βαυαρέζικη μπιραρία. Ο ανταγωνισμός των διπλανών πόλεων επιτάχυνε τον ρυθμό.
Τίποτα δεν έλειπε πια, από τους προεκλογικούς λόγους μέχρι την απεργία, από το κινηματοθέατρο μέχρι τον σύλλογο πνευματιστών.

Μπορούσε να βρει κανείς στην πόλη γαλλικό κρασί, νορβηγικές ρέγκες, ιταλικά σαλάμια, αγγλικά υφάσματα, ρώσικο χαβιάρι. Ήρθαν τραγουδιστές, χορευτές και μουσικοί δεύτερης κατηγορίας σε περιοδείες στον τόπο.


Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Αρκετά.. – 28













ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΛΟΙΟΥ
–––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––-----------------
Σημειώσεις στο περιθώριο




ΑΡΚΕΤΑ..



Φωνάζω μέσα μου και σε καλώ
σ’ αναζητώ στη ραγισμένη απ’ τις κραυγές
σιωπή μου
η αγωνία μου σκοντάφτει
σ’ ευγενικά χαμόγελα
που ανταποδίδω και πονώ
- τα μάγουλα ας είναι αφανισμένα
για μάτια ψάχνω να γελούν, να κλαίνε, να μιλούν
να νοιάζονται, ν’ ακούν
μ’ ακούς, ν’ ακούν…
μα είναι όλα δακρυσμένα
θολά από σκόνη από θυμό και άνεμο

γρήγορα συμβιβάζονται οι καιροί
διαλέγουν απ’ τα λόγια τα πιο όμορφα 
κι από τα χρώματα τα πιο φανταχτερά
και πλέκουν χάρτινες χαρές
που ξεγελούν
υπαγορεύοντας την αποχώρηση.



Μ[2φΑ]





Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

"Ένα πένθιμο δείλι.. "





Κώστας Ουράνης  (1890 – 1953)
Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο..


Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσ᾿ στὴν κρύα μου κάμαρα, ὅπως ἔζησα μόνος·
στὴ στερνὴ ἀγωνία μου τὴ βροχὴ θὲ ν᾿ ἀκούω
καὶ τὸν κούφιο τὸν θόρυβο ποὺ ἀνεβάζει ὁ δρόμος.

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσα σ᾿ ἔπιπλα ξένα καὶ σὲ σκόρπια βιβλία,
θὰ μὲ βροῦν στὸ κρεββάτι μου, θὲ νἀρθεῖ ὁ ἀστυνόμος
θὰ μὲ θάψουν σὰν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε ἱστορία.

Ἀπ᾿ τοὺς φίλους ποὺ παίζαμε πότε-πότε χαρτιὰ
θὰ ρωτήσει κανένας τους ἔτσι ἁπλά: « - Τὸν Οὐράνη
μὴν τὸν εἶδε κανείς; Ἔχει μέρες ποὺ χάθηκε!... »
Θ᾿ ἀπαντήσει ἄλλος παίζοντας: « - Μ᾿ αὐτὸς ἔχει πεθάνει».

Μιὰ στιγμὴ θὰ κοιτάξουνε ὁ καθένας τὸν ἄλλον,
θὰ κουνήσουν περίλυπα καὶ σιγὰ τὸ κεφάλι,
θὲ νὰ ποῦν: «Τ᾿ εἶν᾿ ὁ ἄνθρωπος!... Χτὲς ἀκόμα ἐζοῦσε!»
Καὶ βουβὰ τὸ παιγνίδι τους θ᾿ ἀρχινήσουνε πάλι.

Κάποιος θἆναι συνάδελφος στὰ «ψιλὰ» ποὺ θὰ γράψει
πὼς «προώρως ἀπέθανεν ὁ Οὐράνης στὴν ξένη,
νέος γνωστὸς εἰς τοὺς κύκλους μας, ποὖχε κάποτ᾿ ἐκδώσει
συλλογὴν μὲ ποιήματα, πολλὰ ὑποσχομένη».

Κι αὐτὸς θἆναι ὁ στερνός της ζωῆς μου ἐπιτάφιος.
Θὰ μὲ κλάψουνε βέβαια μόνο οἱ γέροι γονιοί μου
καὶ θὰ κάνουν μνημόσυνο μὲ περίσιους παπάδες
ὅπου θἆναι ὅλοι οἱ φίλοι μου κι ἴσως-ἴσως οἱ ὀχτροί μου.

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
σὲ μία κάμαρα ξένη στὸ πολύβοο Παρίσι,
καὶ μία Κίττυ θαρώντας πὼς τὴν ξέχασα γι᾿ ἄλλην
θὰ μοῦ γράψει ἕνα γράμμα - καὶ νεκρὸ θὰ μὲ βρίσει.




[2fA]





Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

"Να προσέχεις το βλέμμα "






Μάρω Βαμβουνάκη
Κυριακή απόγευμα στη Βιέννη (απόσπασμα)


Της θύμιζε κατά τις συνεδρίες τους εκείνο το ωραίο του Νίτσε: «Μ’ αρέσει εκείνος που η ψυχή του είναι πιο βαθιά απ’ την πληγή του». Να δουλέψουμε με τις πληγές μας αλλά να μην τις γλείφουμε· κινδυνεύουμε να διαστρέψουμε τις ηδονές μας. Η ψυχή είναι πανίσχυρη. Μην κολλάς! Μην κολλάς ούτε στην ψυχανάλυση, προορίζεται μονάχα για τις πληγές, για την ψυχή σου θα προχωρήσεις πιο πέρα, στην πνευματική περιπέτεια. Για να σου δώσω να καταλάβεις, είναι σαν να πηγαίνεις σε έναν ορθοπεδικό γιατί έσπασες το πόδι σου. Ο ορθοπεδικός θα σου γιατρέψει το κάταγμα, δε θα σου μάθει όμως ούτε να βαδίζεις, ούτε ποιο δρόμο θα περπατήσεις, ούτε πολύ περισσότερο τον προορισμό. Η ευθύνη σου είναι αμεταβίβαστη. Αν κάτσεις εκεί να σου χαϊδεύουν, να σου κάνουν μασάζ στο σπασμένο πόδι σου, θα ατροφήσεις, θα μείνεις ακίνητη. Ο δρόμος είναι αποκλειστικά δικός σου. Πολύ δύσκολο αυτό, αλλά τίποτα σαγηνευτικότερο. Ετοιμάσου να με εγκαταλείψεις πριν παραλύσεις στο ντιβάνι μου. Να μην εμπιστεύεσαι με την πρώτη τα συναισθήματά σου, ούτε αγαπώ, ούτε δεν αγαπώ να λες εύκολα. Τα ένστικτα ξέρουν θαυμάσια να προσποιούνται πως είναι συναισθήματα ή να εκλογικεύουν την παρουσία τους με δήθεν πνευματικές ιδέες. Μην νομίζεις καν ότι συμπονάς τον άλλον όσο νομίζεις. Πάρα πολλές φορές συμπονούμε από ταύτιση, όχι από ανθρωπιά. Παίρνουμε το δράμα του άλλου μέσα μας, φανταζόμαστε πως είμαστε εμείς που μας συμβαίνει και μ’ αυτή τη μετάθεση υποφέρουμε επειδή υποφέρουμε για μας. Συχνά δηλαδή η λύση για κάποιον είναι αυτολύπη. Θέλω να πω δεν είναι ο άλλος το θέμα της στενοχώριας μας, αιτία είναι η ιδέα μας ότι ίσως συμβεί αυτό σε μας και προληπτικά το ζούμε. Πάλι ο εγωκεντρισμός κάνει παιχνίδι, πολύ δύσκολα συμπάσχουμε με τα παθήματα του όντως άλλου, πάρα πολύ δύσκολα τον καταλαβαίνουμε. Πώς να σου το πω; Δε γίνομαι εγώ εσύ, κάνω εσένα εγώ… Εκείνο που έλεγαν οι αρχαίοι, πως «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», στην πραγματικότητα των συναισθημάτων, εγώ σου λέω πως μέτρον πάντων: Εγώ. Ο πλησίον είναι τρομερά απόμακρη γη. Για να μη σου πω ανύπαρκτη… Η ουτοπία του άλλου! Μακάρι, και πιθανόν να υπερβάλλω.

Άλλο μετουσιώνω ένα πάθος μου, άλλο το εκλογικεύω. Η μετουσίωση είναι αγώνας και κάποτε υπέρβαση, η εκλογίκευση είναι πρόφαση εν αμαρτίαις. Μην κρίνεις από τις πράξεις αυτές καθαυτές, δεν εξηγούν πάντα την ουσία τους. Να γυρεύεις την κρυμμένη πρόθεση, εκεί υπάρχει η εντιμότητα, η καθαρότητα ή όχι της καρδιάς. Ένας υπέρμετρα εγωιστής μπορεί να διαλέξει για επίδειξη το ρόλο αγίου. Να ζει με σκληρή άσκηση, να κινείται με εντυπωσιακή ευσέβεια, να μοιράζει περιουσίες στην ελεημοσύνη. Όμως σκοπός του δεν είναι η συμπόνια, είναι η προβολή, η επίδειξη, ένας αυτοθαυμασμός· ένας θρίαμβος στον δικό του κύκλο.

Να προσέχεις. Να προσέχεις το βλέμμα περισσότερο απ’ τα λόγια.



to23ogramma – [2fA]


  


Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

"Η νεράιδα κι ο δράκος "






Η νεράιδα κι ο δράκος


Ήταν κάποτε ένας δράκος.
Ποτέ δεν είχε τη συντροφιά κάποιου και περιπλανιόταν ολομόναχος
σε βουνά και σε σπηλιές.

Άλλωστε τι άλλο να έκανε από το να πετά από το ένα βουνό στο άλλο,
πότε να συλλογίζεται τη δύναμη του και πότε να σκίζει τα βράχια
με τα νύχια του και να φυσά φλόγες;

Μια μέρα λοιπόν μια νεράιδα ήρθε και κάθισε στη μύτη του...

Ο δράκος ξαφνιάστηκε. Την κοίταξε στα μάτια και την ρώτησε:
- Δε φοβάσαι μήπως σε φάω;
- Όχι... είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις

- Δε φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα;
- Όχι... όποτε θέλω εξαφανίζομαι.
- Δε φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω;

Η νεράιδα σάστισε, δεν περίμενε αυτή την ερώτηση...
όμως του απάντησε...
- Όχι... όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν και ν' αγαπηθούν.


Ο δράκος ένιωσε έντονα την επιθυμία να την αγκαλιάσει... κι αυτό έκανε,
όμως τα νύχια του πλήγωσαν τη μικρή νεράιδα...
θέλησε να τη φιλήσει, μα η καυτή ανάσα του έκαψε τα φτερά της.

Ο δράκος δάκρυσε, αλλά και τα δάκρυα του την έπνιγαν.

Η μικρή νεράιδα έσβησε στην αγκαλιά του...
ενώ του ψιθύριζε απαλά το μεγάλο μυστικό...
- ... δεν φτάνει να θέλεις να αγαπήσεις... πρέπει και να μπορείς...




fb – [2fA]




Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

"Ο έρωτας, του Lacan "






Μέσα από μια συνέντευξη του Jacques-Alain Miller στην Hanna Waar


- Η ψυχανάλυση μας διδάσκει για τον έρωτα πολλά πράγματα, επειδή είναι μια εμπειρία της οποίας πηγή είναι ο έρωτας.
Είναι το ερώτημα του αυτόματου και ακόμη συχνότερα, αυτού του μη συνειδητού έρωτα, που φέρνει ο αναλυόμενος στον αναλυτή και καλείται μεταβίβαση.

Είναι σκηνοθετημένος έρωτας, αλλά φτιαγμένος από το ίδιο υλικό με τον αληθινό έρωτα.  Ρίχνει φως στον μηχανισμό του: ο έρωτας απευθύνεται σε αυτόν που νομίζεις ότι γνωρίζει την αληθινή αλήθεια σου. Αλλά ο έρωτας σε κάνει να σκεφτείς ότι αυτή η αλήθεια είναι ευχάριστη, ενώ στην πραγματικότητα είναι  δύσκολο να την αντέξεις.

- Το να είσαι αληθινά ερωτευμένος είναι να πιστεύεις ότι με το να ερωτεύεσαι θα πάρεις μια αλήθεια για τον εαυτό σου. Ερωτευόμαστε αυτόν/ή που έχει την απάντηση ή μια απάντηση στην ερώτησή μας: «Ποιος είμαι;»

- Για να ερωτευτείς πρέπει να παραδεχτείς την έλλειψή σου και να αναγνωρίσεις ότι τον χρειάζεσαι τον άλλο, ότι σου λείπει. Εκείνοι που νομίζουν ότι είναι πλήρεις μόνοι τους ή θέλουν να γίνουν, δεν ξέρουν να ερωτεύονται. Και μερικές φορές το επιβεβαιώνουν με πόνο. Χειραγωγούν, κινούν τα νήματα, αλλά για τον έρωτα δεν γνωρίζουν ούτε τα ρίσκα του, ούτε την ευχαρίστησή του.


- Ο Lacan συνήθιζε να λέει: «Το να ερωτεύεσαι είναι να δίνεις κάτι που δεν έχεις». Αυτό σημαίνει: το να ερωτεύεσαι  είναι το να αναγνωρίζεις την έλλειψή σου και να τη δίνεις στον άλλο, να την τοποθετείς στον άλλο. Δεν είναι να δίνεις αυτό που κατέχεις, αγαθά και δώρα, είναι να δίνεις κάτι που δεν κατέχεις, κάτι που είναι πέρα από σένα.

Για να το κάνεις αυτό, πρέπει να αποδεχτείς την έλλειψη, τον «ευνουχισμό»  σου όπως έλεγε ο Freud.  Και αυτό είναι ουσιωδώς γυναικείο.
Κάποιος αγαπά πραγματικά από μια γυναικεία θέση. Η αγάπη σε εκθηλύνει (feminise).
Για αυτό η αγάπη στον άνδρα είναι πάντα λίγο κωμική, αστεία.

Αν όμως κρατηθεί και επιτρέψει στον εαυτό του να φοβηθεί την γελοιοποίηση, τότε στην πραγματικότητα δεν είναι και πολύ σίγουρος για τον ανδρισμό του.

- Είναι πιο δύσκολο για τους άνδρες να ερωτευτούν. Ακόμη και ένας ερωτευμένος άνδρας έχει αναλαμπές αξιοπρέπειας, ξεσπάσματα επιθετικότητας απέναντι στο αντικείμενο του έρωτα του, επειδή αυτός ο έρωτας τον βάζει σε μια θέση έλλειψης, εξάρτησης. Για αυτό και μπορεί να επιθυμεί γυναίκες με τις οποίες δεν είναι ερωτευμένος, έτσι ώστε να επιστρέψει στην ανδροπρεπή  θέση που αναστέλλει  όταν είναι ερωτευμένος.

Ο Freud καλεί αυτή την αρχή «υποβάθμιση της ερωτικής ζωής» στους άνδρες:
τον διαχωρισμό μεταξύ έρωτα και σεξουαλικής επιθυμίας.

- «Ο έρωτας είναι πάντα αμοιβαίος» είπε ο Lacan. Αυτή η πρόταση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, χωρίς να γίνεται κατανοητή ή γίνεται κατανοητή με λάθος τρόπο. Δεν σημαίνει ότι το να είσαι ερωτευμένος με κάποιον είναι αρκετό, για να είναι ερωτευμένος και εκείνος μαζί σου. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανόητο.
Σημαίνει πως: «Αν σε έχω ερωτευτεί, είναι επειδή είσαι αξιαγάπητος. Εγώ είμαι αυτός που ερωτεύεται, αλλά και εσύ ανακατεύεσαι σε αυτό, επειδή υπάρχει κάτι σε εσένα που με κάνει να σε ερωτευτώ.

Είναι αμοιβαίο, επειδή υπάρχει ένα πίσω-μπρος:
"η αγάπη που έχω για εσένα είναι το ανταποδοτικό αποτέλεσμα του αίτιου της αγάπης που είσαι για μένα. Έτσι εμπλέκεσαι και εσύ. Ο έρωτάς μου για εσένα δεν είναι απλώς δικό μου ζήτημα αλλά και δικό σου.
Ο έρωτας μου λέει κάτι για σένα που πιθανώς να μην το γνωρίζεις".

Αυτό δεν εγγυάται ούτε στο ελάχιστο ότι κάποιος θα ανταποκριθεί στον έρωτα του άλλου:
όταν αυτό συμβαίνει είναι πάντα της τάξης του θαύματος, δεν υπολογίζεται προκαταβολικά.


- Γιατί αυτός ο άνδρας ή γιατί αυτή η γυναίκα;
Είναι αυτό που ο Freud ονομάζει Liebesbedingung, η κατάσταση της αγάπης, το αίτιο της επιθυμίας.
Είναι ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ή σύνολο χαρακτηριστικών  που οδηγούν το άτομο να επιλέξει τον αγαπημένο. Αυτό διαφεύγει εξ’ ολοκλήρου των νευροεπιστημών, επειδή είναι μοναδικό σε κάθε άνθρωπο, εξαρτάται από την μοναδική προσωπική του ιστορία.
Για παράδειγμα, ο Freud αναφέρει για έναν ασθενή του ότι αίτιο της επιθυμίας του ήταν η γυαλάδα μιας γυναικείας μύτης.

- Η πραγματικότητα του ασυνείδητου ξεπερνά την φαντασία.
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα πολλά θεμελιώνονται στην ανθρώπινη ζωή, ιδιαίτερα όσον αφορά τον έρωτα σε μικρά πράγματα, σε «θεϊκές λεπτομέρειες». Είναι αλήθεια ότι στους άντρες βρίσκεις τέτοια αίτια επιθυμίας, τα οποία είναι όπως τα φετίχ.

Η παρουσία τους είναι απαραίτητη για να πυροδοτηθεί η διαδικασία της αγάπης.
Μικροσκοπικές ιδιαιτερότητες, ενθύμια του πατέρα και της μητέρας, του αδελφού ή της αδελφής, κάποιου από την παιδική μας ηλικία επίσης παίζουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή ερωτικού αντικειμένου από την γυναίκα.

Αλλά η γυναικεία μορφή της αγάπης είναι περισσότερο ερωτομανιακή παρά φετιχιστική: θέλουν να αγαπηθούν και το ενδιαφέρον, η αγάπη που τους δείχνεται είναι συχνά sine qua non για την πυροδότηση της αγάπης τους ή τουλάχιστον της συγκατάθεσής τους.
Αυτό το φαινόμενο βρίσκεται στην βάση του φλερτ των ανδρών προς τις γυναίκες.


- Μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας τίποτα δεν γράφεται προκαταβολικά, δεν υπάρχει πυξίδα, προκαθορισμένη σχέση. Η συνάντησή τους δεν είναι προγραμματισμένη, όπως είναι μεταξύ του σπερματοζωαρίου και του ωάριου. Δεν έχει να κάνει ούτε με τα γονίδιά μας.
Οι άνδρες και οι γυναίκες μιλούν, ζουν σε έναν κόσμο λόγου, και αυτό είναι καθοριστικό.

Οι τροπικότητες του έρωτα είναι εξαιρετικά ευαίσθητες στην περιβάλλουσα κουλτούρα.
Κάθε πολιτισμός διακρίνεται για τον τρόπο που δομεί τη σχέση μεταξύ των φύλων.

- Το καλύτερο πεπρωμένο για τη συζυγική αγάπη είναι η φιλία, αυτό ουσιαστικά που είπε ο Αριστοτέλης.
Αυτό που έρχεται ως αντίρρηση στην αριστοτελική λύση, είναι ότι ο διάλογος μεταξύ των δύο φύλων είναι αδύνατος, όπως είπε ο Lacan με έναν στεναγμό.

Οι ερωτευμένοι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να συνεχίζουν να μαθαίνουν την γλώσσα του άλλου επ’ αόριστον, ψηλαφώντας, αναζητώντας τα κλειδιά, κλειδιά που είναι πάντα ανακλήσιμα.
Ο έρωτας είναι πάντα ένας λαβύρινθος από παρεξηγήσεις, όπου η έξοδος δεν υπάρχει.


[Ο Jacques-Alain Miller είναι ψυχαναλυτής και συγγραφέας,
ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της World Association of Psychoanalysis
και επιμελητής της σειράς βιβλίων «Τα Σεμινάρια του Ζακ Λακάν».]



23ogramma[2fA]





Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

"Στο φως της αγάπης.. "













Οι αγαπημένοι του Θεού
Παύλος Ευδοκίμωφ


Υπάρχουμε -και o άνθρωπος και ο κόσμος-
γιατί πρώτα είμαστε οι αγαπημένοι του Θεού,
οι αγαπώντες την επιφάνεια της ομορφιάς και της δόξας του προσώπου Του,
στην κοινωνία της τριαδικής και ωραίας αγάπης.

Στο φως αυτής της αγάπης,
η θεωρία δια των οφθαλμών της πίστεως γίνεται μέθεξη ερωτική,
μια οντολογική τρυφερότητα και ευαισθησία,
όπου ο Θείος έρωτας αφανίζει το σκότος και τον θάνατο,
την αγωνία και τις μέριμνες,
αλλά και τις τύψεις και τις ενοχές μας,

όταν η αγαπώσα καρδία είναι μεγαλύτερη από τις πράξεις μας
και ο αγαπών Θεός μεγαλύτερος από την οδύνη της καρδιάς μας.



[2φΑ]