Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

"Η συνάντηση του Θεού "





Η συνάντηση του Θεού με τον κόσμο
Νικολάου, Μ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής


Ή υπάρχει ο Θεός και του αξίζουν τα πάντα. 
Ή δεν υπάρχει και να τελειώσει το παραμύθι. Και υπάρχει... 
Και μάλιστα υπάρχει για να κοινωνείται.
Ο Θεός είναι πρώτον υπαρκτός, δεύτερον αληθινός και τρίτον μεθεκτός, κοινωνίσιμος και κοινωνούμενος.

Η σημερινή λοιπόν δική μας συνάντηση θέλει να παραπέμψει σε αυτήν την συνάντηση με τον Θεό.
Μια συνάντηση που ενίοτε προκύπτει μέσα από μια ανεξήγητη εσωτερική αποκάλυψη ή από μια ασυνήθη θαυματουργική εμπειρία.

Άλλοτε πάλι έρχεται ως αποτέλεσμα ειλικρινούς αναζήτησης ή και ως φυσική συνέπεια πνευματικά υγιούς αγωγής. Μπορεί όμως να έλθει και ως καρπός ενός υπέρλογου ρίσκου.

Ο Θεός βέβαια εμφανίζεται και μέσα από την απλότητα, ανιχνεύεται μέσα στην ισορροπία της μεσότητος, συναντάται όμως κυρίως μέσα από την ακρότητα της ανθρώπινης φύσης και βούλησης.
Στο μεθόριο του φυσικού με το υπερβατικό ανιχνεύει κανείς τα αποτυπώματα της θεϊκής παρουσίας.

Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με το άγνωστο και τον κίνδυνο, τον πόνο και την αδικία, τα αναπάντητα διλήμματα, τις εσωτερικές κρίσεις, τότε η πιθανότητα να συναντήσουμε τον Θεό αυξάνει.

Όταν οι μαθητές ήταν με τον Κύριο στη Γαλιλαία, Τον καταλάβαιναν ως διδάσκαλο.
Όταν έφθασαν στην Ιερουσαλήμ, Τον ένοιωσαν ως βασιλέα. Στον Γολγοθά Τον έχασαν και μετά την ανάσταση Τον ανεγνώρισαν μεν, αλλά «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ».

Σε αυτήν την απώλεια του Θεού και την γνωριμία της «ετέρας μορφής» Του, σκέφθηκα να αφιερώσουμε την ομιλία μας απόψε. Στην «άλλη λογική», που όλο και ξεθωριάζει καθώς η πάχυνση της ανθρώπινης φύσης και σκέψης αυξάνει επικίνδυνα.

Η τάση μας σήμερα είναι να επαγγελλόμεθα μια προσέγγιση του Θεού, είτε μέσα από την αυθάδεια εκσυγχρονιστικών προσπαθειών εντελώς επίγειου προσανατολισμού, είτε και μέσα από την δειλία και την ανασφάλεια συντηρητικών, όπως και σχολαστικών επιλογών, προσκολλημένων σε μια δοξασμένη, αλλά στείρα και δύσκαμπτη παράδοση.

Ο φόβος όμως του Θεού, στοιχείο τόσο απαραίτητο στο πλησίασμά Του, στην ουσία του κρύβει τόλμη, αποφασιστικότητα, ελευθερία και σύνεση. Κρύβει ρίσκο.

Από την μία μεριά ο Θεός και από την άλλη ο διψασμένος άνθρωπος.
Η ανάγκη της συνάντησής τους, σκοπός της όλης δημιουργίας· μυστήριο μέγα.



- Από το έντυπο «Συνάντηση του Θεού μέσα από Υπέρλογα Ρίσκα»
εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2001 -  [ 1/3]                       


nektar-uoa – [2fA]



Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

"Ιωάννης ο Χρυσόστομος"




Η χριστιανική συζυγία

Από τo βιβλίο "ΘΕΜΑΤΑ ΖΩΗΣ"
της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α’

Ομιλίες του Αγίου  Ιωάννου του Χρυσοστόμου


[... ]

Ας θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο άνδρας είναι το κεφάλι και η γυναίκα είναι το σώμα, όπως αποδεικνύει και τούτος ο αποστολικός συλλογισμός:
«Ο άνδρας είναι η κεφαλή (δηλ. ο αρχηγός) της γυναίκας, όπως και ο Χριστός της Εκκλησίας. Ο Χριστός είναι και ο σωτήρας του σώματός Του, της Εκκλησίας. Όπως όμως η Εκκλησία υποτάσσεται στον Χριστό, έτσι και οι γυναίκες πρέπει σε όλα να υποτάσσονται στους άνδρες τους» (Εφ. 5:23-24).

Εσύ ο άνδρας, ακούς τον Παύλο, που συμβουλεύει τη γυναίκα να υποτάσσεται σ’ εσένα, και τον επαινείς και τον θαυμάζεις.
Άκου, όμως, τι λέει παρακάτω. Άκου τι ζητάει από σένα: «Οι άνδρες ν' αγαπάτε τις γυναίκες σας, όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία και πρόσφερε τη ζωή Του γι’ αυτήν» (Εφ. 5:25).

Είδες προηγουμένως υπερβολή υποταγής; Δες τώρα υπερβολή αγάπης.
Θέλεις να υπακούει σ’ εσένα η γυναίκα σου, όπως η Εκκλησία υπακούει στο Χριστό; Φρόντιζε κι εσύ γι’ αυτήν, όπως ο Χριστός για την Εκκλησία.
Κι αν χρειαστεί τη ζωή σου να θυσιάσεις γι' αυτήν, κομμάτια να γίνεις χίλιες φορές, τα πάντα να υπομείνεις και να πάθεις, μην αρνηθείς να το κάνεις.

Γιατί ούτε κι έτσι θα έχεις κάνει κάτι ισάξιο μ' εκείνο που έκανε ο Χριστός για την Εκκλησία, αφού εσύ θα έχεις πάθει γι” αυτήν με την οποία είσαι ενω­μένος, ενώ ο Κύριος έπαθε γι’ αυτήν που Τον απο­στρεφόταν και Τον περιφρονούσε.
Καθώς, λοιπόν, ο Χριστός όχι με απειλές, όχι με βρισιές, όχι με φοβέ­ρες, αλλά με πολλή αγάπη και στοργή, με φροντίδα και θυσία κατόρθωσε να εμπνεύσει την ευπείθεια σ’ εκείνην που τόσο Τον είχε λυπήσει, έτσι να κάνεις κι εσύ, έτσι να φέρεσαι στη γυναίκα σου.

Αν δεν σε προσέχει, αν σε αντιμετωπίζει με υπερηφάνεια, αν σου δείχνει περιφρόνηση, θα μπορέσεις να τη συμμορφώσεις με την πολλή φροντίδα σου, με την αγάπη και την καλοσύνη σου, όχι με την οργή και το φοβέρισμα.
Μόνο έναν υπηρέτη μπορείς να συνετίσεις έτσι, ή μάλλον ούτε κι αυτόν, γιατί γρήγορα θα οργιστεί και θα φύγει από τη δούλεψή σου.

Στη σύντροφο της ζωής σου, στη μάνα των παιδιών σου, στη βάση κάθε χαράς μέσα στην οικογένειά σου, δεν πρέπει με αγριάδα και απειλές να επιβάλλεσαι, αλλά με την αγάπη και τον καλό τρόπο.

[.... ]




[2φΑ]



"Γρηγόριος ο Θεολόγος "




Για την ανθρώπινη φύση

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
"Ποιήματα Ηθικά"


Μόνος μου χτες από τις πίκρες στραγγισμένος
σε δάσος σύσκιο βαρύθυμος καθόμουν.
Μ᾿ αρέσει, αλήθεια, αυτό το φάρμακο στις θλίψεις,
με την ψυχή μου στη σιγαλιά να κρυφοκουβεντιάζω.
Αύρες ψιθύριζαν μ’ αηδόνια καλλικέλαδα
κι απ’ τα κλαδιά γλυκό αποκάρωμα χυνόταν,
στη μαύρη μου βαρυθυμιά. Και πάνω απ’ τα δέντρα
φίλοι του ήλιου, γλυκύφθογγοι του στέρνου τραγουδιστάδες
φλύαρα τζιτζίκια πλημμύριζαν το δάσος.
Κοντά, ανάμεσα στο δάσος, ρυάκι δροσερό
μού ’βρεχε τα πόδια γλυκά γλυκά κυλώντας.
Πώς με συνείχε ωστόσο δυνατή η οδύνη
κι έτσι δε με τραβούσαν διόλου ετούτα. Ο νους,
σαν τον στομώνει ο πόνος, τέρψεις δε γυρεύει.
Κι εγώ μέσα στις συστροφές της ταραγμένης σκέψης
σ’ αντίμαχες ιδέες παραδομένος:
Ποιος ήμουν, ποιος είμαι, τι θα γενώ; Δεν ξέρω καθαρά.
Κι άλλος σοφότερός μου ούτε κι εκείνος.
Κι έτσι μέσα σε σύννεφο μπλεγμένος
μάταια προχωρώ, μη έχοντας ούτε στ’ όνειρο όσα ποθεί η ψυχή μου

[...]

Είμαι μηδέν. Μα γιατί οι συμφορές με δέρνουν έτσι, σαν να ’μαι κάτι;
Το πρώτο κλάμα έριξα, σαν γλίστρησα απ’ της μάνας μου τα σπλάχνα,
για όλα όσα μου μέλλονταν να συναντήσω πάθια
πριν κιόλας τη ζωή αγγίξω.

 [...]

Όλη η γενιά μας πλημμύρισε με θλίψη
κομμάτι γης δε μένει ειρηνικό, πέλαγο χωρίς ανέμους.
Οι εποχές σπαρασσόμενες, τη μια διώχνει η άλλη
τη μέρα η νύχτα ρούφηξε, τα ουράνια η σκοτεινή αντάρα,
ο ήλιος έσβησε των αστεριών τη λάμψη, το νέφος εκάλυψε
κι εκεινού τη φαύση,
παλεύει το φεγγάρι σε ουρανό μισάστερο.
Τριάδα, Βασίλισσα σοφή, λυπήσου με. Δεν έχεις ούτε συ
την ασυλλόγιστη των θνητών γλώσσα ξεφύγει.
Πρώτα ο Πατέρας κι ύστερα κι ο Μέγας Γιος και τρίτο
το Πνεύμα του μεγάλου Θεού τη φλυαρία μου δεχθείτε.

Μέριμνα κακόγνωμη που θα με πας ακόμη;
Σταμάτα, κι άκουσέ με. Μπρος στο Θεό όλα δεύτερα.
Μάταια δε μ’ έπλασε ο Θεός. Πάλι στον ύμνο βρίσκομαι
μικρόψυχος και λίγος.
Σκοτάδι εδώ, κι εκεί ο Λόγος, όλα θα τα κατανοήσεις
ή τον Θεό αντικρίζοντας ή στη φωτιά να τυραννιέσαι.
Έτσι σαν μου μίλησε ο νους, μαλάκωσε κι ο πόνος.
Κι από το σκιερό δάσος χτες γυρίζοντας στο σπίτι,
μια χαμογέλαγα παράξενα
και μια σιγόκαιγε η καρδιά με σκέψη ανταριασμένη.



[2φΑ]




"Βασίλειος ο Μέγας "











Βασιλείου του Μεγάλου

"Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων "
(πως να ωφελούνται από τα ελληνικά γράμματα)


ΤΟ ΝΕΡΟ ΚΑΙ Ο ΗΛΙΟΣ

[…. ]

Οδηγός μας στην εδώ κάτω ζωή είναι η Αγία Γραφή, που η γλώσσα της έχει πολύ μυστήριο. Όσο ο άνθρωπος έχει ακόμα μικρή ηλικία, είναι φυσικό να μη καταλαβαίνει τη βαθιά της σημασία. Τι κάνει, λοιπόν; Προγυμνάζεται με τα μάτια της ψυχής σε άλλα κείμενα, όχι εντελώς ξένα, που μοιάζουν με καθρέφτες και σκιές.

Συμβαίνει δηλαδή ότι και στον στρατό. Οι στρατιώτες αποκτούν την πολεμική πείρα πρώτα με τις κινήσεις των γυμνασίων, που είναι ένα είδος παιχνίδι. Ύστερα, γνωρίζουν τον αληθινό πόλεμο.

Έχουμε κι εμείς μπροστά μας μια μάχη. Τη μεγαλύτερη απ’ όλες. Για να ετοιμασθούμε, πρέπει να γυμνασθούμε, να κοπιάσουμε. Πως θα γίνει αυτή η προγύμναση;
Με το να γνωρίσουμε καλά τους ποιητές, τους πεζογράφους, τους ρήτορες κι όλους τους ανθρώπους, που θα μας προσφέρουν κάτι για να δυναμώσουμε την ψυχή μας.

Θυμηθείτε τι κάνουν τα βαφεία. Πρώτα ετοιμάζουν με διάφορους τρόπους το ύφασμα που θα βάψουν. Και μονάχα αφού γίνει αυτή η προεργασία, τότε παίρνουν και μεταχειρίζονται το κόκκινο η άλλο χρώμα για να κάνουν το βάψιμο. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και σε μας.

Πρώτα θα ετοιμάσουμε τη συνείδησή μας με την κοσμική σοφία κι ύστερα θα ακούσουμε τα ιερά και βαθιά νοήματα της χριστιανικής διδασκαλίας. Πρώτα θα συνηθίσουμε να βλέπουμε τον ήλιο μέσα στο νερό κι ύστερα θα ατενίσουμε τον ίδιο τον ήλιο.

[…. ]



[2fA]



"Των Τριών Ιεραρχών "




Των Τριών Ιεραρχών

Τους τρεις μεγίστους φωστήρας της Τρισηλίου Θεότητος,
τους την οικουμένην ακτίσι, δογμάτων θείων πυρσεύσαντας·
τους μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας,
τους την κτίσιν πάσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας·
Βασίλειον τον μέγα, και τον θεολόγον Γρηγόριον,
συν τω κλεινώ Ιωάννη, τω την γλώτταν χρυσορρήμονι·
πάντες οι των λόγων αυτών ερασταί, συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν·
αυτοί γαρ τη Τριάδι, υπέρ ημών αεί πρεσβεύουσιν.





Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

"Ο γιατρός και ο δεσπότης "






Ο Γιατρός ο Ζαμάνης και ο Δεσπότης ο Βούλτσος
Γράφει ο Ηγούμενος της Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Βέροιας, Αρχιμ. Πορφύριος


Ο πατήρ Ιερώνυμος της Αναλήψεως στην Αθήνα, ο Σιμωνοπετρίτης, ο Όσιος του Θεού, ήταν ιδιαίτερα ελεήμων.
Είχε ένα συρτάρι όπου έβαζε ό,τι του έδιναν, και έβγαζε να δώσει ό,τι έπιανε το χέρι του, χωρίς να τα κοιτάζει. Ήξερε όμως απόλυτα και τι έβαζε και τι έδινε.

Μια φορά, ο μακαρίτης ο Γερο Γελάσιος, ως Επίτροπος του Μοναστηριού, βρέθηκε στο Μετόχι και έβαλε τις φωνές στον Άγιο Γέροντα, γιατί τάχα είναι πολλές οι ελεημοσύνες που δίνει και ξοδεύει τα χρήματα του Μοναστηριού. 

Αλλιώς σκεφτόταν ο ένας, αλλιώς σκεφτόταν ο άλλος.
Και ο πατήρ, γεμάτος σθένος και θεϊκό ζήλο απάντησε:
- Από ελεημοσύνας προέρχονται και εις ελεημοσύνας υπάγουν.

Ο Γέρων Ιερώνυμος δεν ήταν μόνο ο ίδιος άκρως ελεήμων. Είχε διδάξει και στους μαθητές και στις μαθήτριές του, που ήταν πολυάριθμοι, την χριστομίμητη αυτήν αρετή.


Από όλους τους Αναληψιμιώτες ξεχώριζε, και στο ύψος και στο πλάτος της ελεημοσύνης, ο γιατρός ο Ζαμάνης. Ήταν και αυτός, αν καλοθυμάμαι, Μικρασιάτης, έμενε και κοντά στην Ανάληψη, και ακολουθούσε τον όσιο Γέροντα κατά γράμμα.

Μια από τις ευλογημένες συνήθειες του γιατρού Ιωάννη, ήταν το να εξαφανίζεται κάθε σαββατόβραδο.
Με το που τελείωνε ο αναστάσιμος εσπερινός, έπαιρνε το αυτοκίνητο και εξαφανιζόταν.
Κανείς δεν γνώριζε πού πήγαινε και τι έκαμνε. Μόνον βέβαια ο Γέροντας το ήξερε.

Ένα σαββατόβραδο, ο Κύριος Χαράλαμπος - άλλος ένας θαυμάσιος άνθρωπος του Θεού, λεβέντης Ρουμελιώτης, με χαμόγελο μικρού παιδιού - λέει στον γιατρό:
- Γιατρέ, απόψε θα με πάρεις μαζί σου.
- Χαράλαμπε, μην έρχεσαι, δεν θα αντέξεις, θα το μετανιώσεις.
- Όχι, θα έρθω. - Ε, καλά, έλα. Αλλά να ξέρεις, θα στενοχωρηθείς.

Τελείωσε λοιπόν ο αναστάσιμος εσπερινός, και τα δυο πρωτοπαλίκαρα της Αναλήψεως, κατέβηκαν από το Μετόχι.
Το αυτοκίνητο του γιατρού ήταν γεμάτο μέχρι απάνω. Φάρμακα και τρόφιμα.
- Γιατρέ, τι είναι αυτά; Ρωτάει ο Χαράλαμπος.
- Σώπα, θα δεις, λέει ο γιατρός.

Ξεκίνησαν και σε λίγο μπήκαν σε κάτι στενά δρομάκια, όσο που χωρούσε το αμάξι του γιατρού. Σε λίγο σταματούν σε ένα χαμόσπιτο.
Κατεβαίνει ο γιατρός, δεν λέει τίποτα στον κυρ Χαράλαμπο, αλλά εκείνος, θέλεις ήταν τρομαγμένος από την άγνωστη περιοχή, θέλεις φοβισμένος από το ύφος του γιατρού, σιγά σιγά, κατέβηκε και τον ακολούθησε.

Μπήκαν μέσα. Οι γονείς, υπερήλικες, και δυο παιδιά, παλληκάρια, παράλυτα και τυφλά.
Ο γιατρός έβαλε ποδιά, ζέστανε νερό και έπλυνε πρώτα τα παράλυτα παιδιά και ύστερα τους δύο γέρους.
Και όταν τελείωσε, κατέβασε από το αμάξι φάρμακα και τα αναλογούντα τρόφιμα.

Ο Χαραλάμπης έπαθε σοκ από την όλη ατμόσφαιρα.
Όταν τελείωσαν ξεκίνησαν, να φύγουν. Ο Χαραλάμπης αποσβολωμένος, δεν μιλούσε.

Κάνανε λίγο δρόμο με το αμάξι, σιωπηλοί, και ξανασταμάτησαν. Κατέβηκαν σε ένα άλλο χαμόσπιτο, όπου κατοικούσε μια γριά μητέρα με μία κωφάλαλη θυγατέρα. Τα ίδια και εδώ.
Ο γιατρός τις έπλυνε, συμμάζεψε λίγο, έφερε φάρμακα και τρόφιμα και έφυγαν.

Μόλις μπήκαν στο αυτοκίνητο, ο Χαράλαμπος ξέσπασε σε λυγμούς.
- Γιατρέ, τι είναι αυτά; Κατάφερε να ξεστομίσει.
- Σώπα, Χαράλαμπε. Τώρα μόλις αρχίσαμε.
- Γιατρέ, δεν αντέχω.
- Χαράλαμπε, κάτσε μέσα στο αμάξι και μην κατεβαίνεις. Συμφώνησαν.

Αλλά τα δρομολόγια του γιατρού δεν τελείωσαν. Ήταν νωρίς ακόμα.
Αυτή η δουλειά κράτησε μέχρι σχεδόν τα μεσάνυχτα.
Πήγαιναν με το αυτοκίνητο, σταματούσαν. Κατέβαινε ο γιατρός, έκαμνε τα απαραίτητα, άφηνε φάρμακα και τρόφιμα και συνέχιζαν στους επόμενους αδελφούς του Χριστού.

Και αυτό συνεχίζονταν όλα τα χρόνια, από το τέλος του Εσπερινού του Σαββάτου μέχρι σχεδόν τα μεσάνυχτα.
Ο Χαράλαμπος τρομοκρατήθηκε. - Γιατρέ, τι κάνεις; - Χαράλαμπε, μη μιλάς.


Ο Γέρων Ιερώνυμος απεβίωσε οσιακά τον Γενάρη του 1959. 
Ο γιατρός κοιμήθηκε αργότερα, συνεχίζοντας το μυστικό έργο του καλού Σαμαρίτη.
Στα Σαράντα, στο μνημόσυνο του γιατρού, όλη η φαμελιά του, είδαν το ίδιο όνειρο.
Η σύζυγος, ο γιος, οι θυγατέρες και η αδελφή του, που απεβίωσε ως Ιερωνύμη Μοναχή πολύ αργότερα.

Ποιο ήταν το όνειρο;
Ήταν σε ένα φωτεινό μέρος, ένα στρωμένο τραπέζι. Στην κορυφή καθόταν ο Χριστός και στα δεξιά του ο γιατρός.
Οι υπόλοιπες θέσεις ήταν γεμάτες με τους ασθενείς που υπηρετούσε.

Στην μέση στο τραπέζι αυτό, ένα πελώριο σταφύλι.
Πήρε ο Χριστός την πιατέλα με το σταφύλι, πήρε τρεις ρώγες, και την έδωσε στον γιατρό:
- Γιατρέ, πάρτο να το μοιράσεις, του είπε.

Πολύ αργότερα, καθόμασταν μια συντροφιά στην Ανάληψη, και κει ο κυρ Χαράλαμπος, περασμένα ογδόντα πλέον, άφταστος στις διηγήσεις για τον άγιο γέροντά του, μας έλεγε το τι είχε τραβήξει, εκείνο το Σαββατόβραδο με τον Γιατρό.
Και ύστερα μας είπε το όνειρο της οικογένειας.

Στις άκρες των ματιών του είχαν αρχίσει να γράφουν δρόμους, σταγόνες τα δάκρυα.


Κάποια στιγμή, με ρωτάει:
- Τον δεσπότη τον Βούλτσο τον έχεις ακουστά;
- Μπα, δεν τον ξέρω, απάντησα.

Να, εδώ πιο κάτω είναι το σπίτι τους. Είναι και κουρεμένος, πρόσθεσε, και άρχισε να γελάει, με εκείνο το παιδιάστικο γέλιο.
- Ε, καπνίζει και κανένα τσιγαράκι. Άγιος άνθρωπος όμως, πρόσθεσε.
- Έλα, ρε παπού;, τι λες;

- Ναι, ναι, άγιος άνθρωπος. Αυτός, ο πατέρας του ήταν ο Θωμάς ο Βούλτσος, τον έφτασα. Ήταν γραμματέας στον Δεσπότη, στον Χρυσόστομο, στην Σμύρνη.
Αυτός είχε και το ευαγγέλιο του Δεσπότη, ποτισμένο δάκρυα. 
Ε, ο γιος του είναι ο Χρυσόστομος, ίδιο όνομα με τον Σμύρνης.

- Ε και τι, επειδή ο πατέρας ήταν γραμματέας στον άγιο δέσποτα, είναι και ο γιος του άγιος; Σόϊ το βασίλειο; Τι είναι αυτά;
- Α, εσύ δεν τα ξέρεις, συνέχισε ο μπαρμπα-Χαράλαμπος. Ο δεσπότης ο Βούλτσος ξέρεις τι κάνει; - Πού να ξέρω, βρε παπού;

- Σε είπα, είναι κουρεμένος. Λοιπόν, βγάζει και τα ράσα, κανένας δεν τον καταλαβαίνει. Πάει και ξεσκατίζει γέρους. Κανένας δεν τον ξέρει. Κανένας δεν τον καταλαβαίνει.
Το βραδάκι, έχει πέσει κι ο ήλιος. Σχεδόν κάθε βράδυ αυτή η δουλειά.

Ο λόγος του γερο-Χαράλαμπου δεν σήκωνε αμφισβήτηση.
Δεν τόλμησα να συνεχίσω τις αυθάδεις ερωτήσεις μου. Πάγωσα.

- Πέθανε και ο δεσπότης. Στην κηδεία του πέρασε όλη η Νέα Σμύρνη και τον χαιρέτησε. 
Είχαν να το λένε οι εφημερίδες. Ο Θεός να αναπαύσει τις μακάριες ψυχές των κρυφών εργατών του μυστικού του αμπελώνα. Αμήν.
Δόξα τω Θεώ! Γνωρίσαμε αγίους κρυφούς, μυστικούς, άγνωστους ανθρώπους του Θεού.

Οι προσευχές τους να μας σκεπάζουν, γιατί ο δρόμος είναι μακρύς ακόμα και έχει άγνωστες στροφές και χαράδρες.
Αδελφοί, να μην ξεθαρρεύουμε, είμαστε νέοι… Αμήν.




db – [2fA]




Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

"Η Γλώσσα - Hermann Hesse"






Χέρμαν Έσσε – "Γλώσσα"  [1917]
Από την συλλογή Αναγνωστικό (εκδόσεις ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ)


Μια έλλειψη από την οποία ο ποιητής υποφέρει πιο βαριά απ' οτιδήποτε άλλο είναι της γλώσσας. Κατά καιρούς φτάνει στο σημείο να τη μισεί κυριολεκτικά, να μαίνεται εναντίον της και να την καταριέται ή πολύ περισσότερο, να αναθεματίζει τον εαυτό του για το ότι γεννήθηκε για τη δουλειά του, με ένα τέτοιο ελεεινό εργαλείο.

Με φθόνο σκέφτεται τον ζωγράφο που η γλώσσα του —τα χρώματα— μιλάει το ίδιο κατανοητά σε όλους τους ανθρώπους από τον Βόρειο Πόλο μέχρι την Αφρική ή σκέφτεται με φθόνο τον μουσικό που οι τόνοι του μιλάνε κάθε ανθρώπινη γλώσσα και που πρέπει να τον υπακούνε τόσες γλώσσες, μεμονωμένες και διαφορετικές, από τη μονόφωνη μελωδία μέχρι την εκατοντάφωνη ορχήστρα, από το κόρνο μέχρι το κλαρινέτο, από το βιολί μέχρι την άρπα.

Για ένα πράγμα όμως ζηλεύει ο ποιητής τον μουσικό ιδιαίτερα βαθιά και κάθε ημέρα: για τo ότι ο μουσικός έχει τη γλώσσα του μόνο για τον εαυτό του, μόνο για τη μουσική!
Ενώ ο συγγραφέας πρέπει να χρησιμοποιεί για την καλλιτεχνική δημιουργία του την ίδια γλώσσα, με την οποία διεκπεραιώνει κανείς δουλειές ή διδάσκει σε σχολείο ή τηλεγραφεί ή κάνει δίκες.

Πόσο φτωχός είναι ο ποιητής! Δεν έχει κανένα δικό του όργανο για την τέχνη του, δεν έχει δικό του σπίτι, δεν έχει δικό του κήπο, δεν έχει δικό του παράθυρο για να βλέπει από εκεί το φεγγάρι.
Τα πάντα πρέπει να τα μοιράζεται με την καθημερινότητα!

Όταν λέει τη λέξη «καρδιά» και εννοεί μ' αυτό ό,τι πιο ζωντανό και πιο παλλόμενο υπάρχει στον άνθρωπο, η λέξη σημαίνει ταυτόχρονα κι έναν από τους μυς του σώματος. Όταν λέει τη λέξη «δύναμη», πρέπει να κάνει αγώνα με μηχανικούς και ηλεκτρολόγους για την έννοια της λέξης, που εκείνοι την αντιλαμβάνονται αλλιώς.

Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ούτε μία και μόνη λέξη που να μην αλληθωρίζει προς μια άλλη πλευρά και που να μη θυμίζει το ίδιο κιόλας λεπτό ξένες, ενοχλητικές ή εχθρικές παραστάσεις, που να μην περιέχει συντμήσεις, που να μη θρυμματίζεται επάνω στον ίδιο τον εαυτό της σαν σε στενούς τοίχους, απ’ όπου έρχεται σαν πνιγμένος αντίλαλος μια φωνή που στην ουσία δεν αντήχησε.

Αν λοιπόν, κατεργάρης είναι όποιος προσφέρει περισσότερα απ' όσα έχει, ένας ποιητής δεν μπορεί πότε να είναι κατεργάρης. Δεν υπάρχει ούτε ένα δέκατο, ούτε ένα εκατοστό απ’ όσα θα ήθελε να δώσει, και είναι ευχαριστημένος αν ο ακροατής τον καταλαβαίνει έτσι από μακριά, έτσι παρεμπιπτόντως, έτσι γενικά ή τουλάχιστον δεν τον παρανοεί με αγροίκο τρόπο στα πιο σημαντικά που εκφράζει.

Περισσότερα απ’ αυτό σπάνια πετυχαίνει ο ποιητής.
Και παντού όπου ένας ποιητής αποκομίζει έπαινο ή κατάκριση, παντού όπου έχει επίδραση στους άλλους ή όπου λοιδορείται από τους άλλους, παντού όπου τον αγαπούν ή τον απορρίπτουν, παντού, δεν μιλάνε για τις σκέψεις του και για τα όνειρά του καθαυτά, παρά μόνο για το ένα εκατοστό απ’ αυτά που μπόρεσε να περάσει από το στενό κανάλι της γλώσσας και της περιορισμένης κατανόησης από τον αναγνώστη.

[…. ]


Πρόφερε τη λέξη «Αίγυπτος» και θα ακούσεις μια γλώσσα που θα εξυμνεί τον Θεό με επιβλητικές, χαλκόηχες συγχορδίες, γεμάτη από την αίσθηση του Αιώνιου και γεμάτη φόβο για το πεπερασμένο:
βασιλιάδες κοιτάζουν με πέτρινα μάτια αδυσώπητα πάνω από εκατομμύρια σκλάβους και πάνω από όλα και πέρα από όλα δεν βλέπουν παρά πάντοτε τον θάνατο με το σκοτεινό μάτι.

Ιερά ζώα κοιτάζουν με ακίνητη ματιά σοβαρά και γήινα.
Λουλούδια λωτού ευωδιάζουν γλυκά στα χέρια χορευτριών.
Ένας κόσμος, ένας αστροφώτιστος ουρανός γεμάτος κόσμους, είναι αυτό το «Αίγυπτος», μπορείς να ξαπλωθείς ανάσκελα και επί ένα μήνα να μη βλέπεις με τη φαντασία σου παρά αυτό και μόνο.

Αλλά ξαφνικά σου έρχεται κάτι άλλο στο νου. Ακούς το όνομα «Ρενουάρ» και χαμογελάς και βλέπεις ολόκληρο τον κόσμο ν' αναλύεται με στρογγυλές κινήσεις του χρωστήρα ρόδινος, φωτεινός, χαρωπός.

Και λες «Σοπενχάουερ» και βλέπεις αυτόν τον ίδιο κόσμο σου, να απεικονίζεται τώρα με χαρακτηριστικά ανθρώπων βασανισμένων, που σε νύχτες αγρύπνιας έχουν κάνει την οδύνη θεότητά τους και που με σοβαρά πρόσωπα πορεύονται σαν προσκυνητές σ' έναν μακρύ σκληρό δρόμο, που οδηγεί σ' έναν ατέλειωτα σιωπηλό, ατέλειωτα πενιχρό, θλιβερό παράδεισο.

Ή σου έρχεται στον νου ο ήχος «Βαλτ και Βουλτ» και ολόκληρος ο κόσμος Ζαν-πολικά —ευλύγιστος, μαζεύεται γύρω από μια γερμανική φωλιά στενοκέφαλων, όπου η ψυχή της ανθρωπότητας, χωρισμένη σε δυο αδέρφια — τον Βαλτ και τον Βουλτ — βαδίζει ανέμελα μέσα από το όνειρο φόβου μιας παράξενης διαθήκης και από τις ίντριγκες ενός πλήθους σχολαστικών.


Ευχαρίστως συγκρίνει ο αστός τους ονειροπόλους με τους τρελούς.
Ο αστός διαισθάνεται σωστά, ότι ο ίδιος θα έπρεπε να τρελαθεί αμέσως αν άφηνε τον εαυτό του να κοιτάξει — όπως κάνει ο καλλιτέχνης, ο φιλόσοφος, ο θρησκευόμενος — μέσα στο βάραθρο του εσωτερικού εαυτού του. Μπορεί αυτό το βάραθρο να το ονομάζουμε ψυχή ή Ασυνείδητο ή ό,τι άλλο, απ' αυτό όμως ξεκινάει κάθε κίνηση της ζωής μας.

Ο αστός έχει τοποθετήσει ανάμεσα στον εαυτό του και στην ψυχή του έναν φρουρό, το Συνειδητό, μια Ηθική και μια Υπηρεσία Ασφαλείας, και δεν αναγνωρίζει τίποτα από όσα έρχονται απ' αυτό το βάραθρο της ψυχής χωρίς να έχει πρώτα σφραγιστεί απ' αυτή την Υπηρεσία Ασφαλείας.

Ο καλλιτέχνης όμως κατευθύνει τη μόνιμη δυσπιστία του όχι εναντίον της χώρας της ψυχής, αλλά ακριβώς εναντίον της κάθε συνοριακής Υπηρεσίας και μπαινοβγαίνει κρυφά ανάμεσα στο Εδώ και στο Εκεί, ανάμεσα στο Συνειδητό και στο Ασυνείδητο, νιώθοντας και στα δυο σαν στο σπίτι του.

Αν μείνει από την εδώ πλευρά, από τη γνωστή ορατή πλευρά όπου κατοικεί και ο αστός, τότε τον καταπιέζει ανείπωτα η φτώχεια όλων των γλωσσών και το να είναι ποιητής, του φαίνεται μια ζωή γεμάτη αγκάθια.

Αν όμως μείνει από την άλλη πλευρά, στη χώρα της ψυχής, τότε του νεύουν μαγικά λέξη με τη λέξη όλοι οι ζωογόνοι άνεμοι, όλα τα αστέρια του τραγουδούν και τα βουνά του χαμογελούν και ο κόσμος είναι τέλειος κι εκεί, είναι η γλώσσα του Θεού.

Εκεί δεν λείπει καμιά λέξη και κανένα ψηφίο, εκεί μπορούν να ειπωθούν τα πάντα, εκεί όλα αντηχούν υπέροχα, εκεί όλα είναι λυτρωμένα.



[2φΑ]




Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

"Αποστάσεις καρδιάς.. "





Αποστάσεις καρδιάς..
Από τον Mahatma Gandhi


Μια μέρα, ένας σοφός ρώτησε τους μαθητές του:
«Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;».
«Επειδή χάνουν την ψυχραιμία τους» απάντησε κάποιος.

«Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν, αφού ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;»
επέμεινε ο σοφός.
«Γιατί θέλουν να τους ακούσει» είπε ένας άλλος μαθητής.

«Και γιατί δεν μπορεί να του μιλήσει με χαμηλή φωνή;»
ρώτησε πάλι ο δάσκαλος.
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν, αλλά καμιά δεν τον ικανοποίησε.


«Ξέρετε γιατί ουρλιάζουν δυο άνθρωποι όταν είναι θυμωμένοι;»
τους είπε τότε.

«Επειδή όταν θυμώνουν, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ.
Έτσι για να μπορέσει ο ένας ν' ακούσει τον άλλο, πρέπει να φωνάξει δυνατά,
ώστε να καλύψει την απόσταση.
Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά πρέπει να φωνάξουν για ν' ακουστούν.

Το αντίθετο γίνεται, για παράδειγμα, όταν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι.
Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνίσουν.
Μιλούν σιγανά και τρυφερά, επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ κοντά.
Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη.

Μερικές φορές μάλιστα είναι τόσο κοντά,
που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν. Ψιθυρίζουν μονάχα.
Κι όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή, δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν,
τους αρκεί να κοιταχτούν».


Όταν συζητάτε λοιπόν, μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν,
μη λέτε λόγια που σας απομακρύνουν, γιατί θα έρθει μια μέρα που η απόσταση
θα γίνει τόσο μεγάλη, ώστε τα λόγια σας δεν θα βρίσκουν πια τον δρόμο
του γυρισμού.



fb – Panos Vouis



Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

"Ἀναζητώντας τήν Ἁγιότητα "





Ἀναζητώντας τήν Ἁγιότητα

Ερωταποκρίσεις Ορθοδόξου Προβληματισμού περί Αγιότητας
Συγγραφέας:  - ΚΟΛΛΙΑΣ  ΣΩΤΗΡΙΟΣ


Tί σημαίνει νά εἶσαι ἅγιος; Ἅγιος γεννιέσαι ἤ γίνεσαι;

Εἶχαν οἱ ἅγιοι πειρασμούς; Γιατί προσκυνοῦμε τά λείψανά τους; 
Ἔχουν νόημα τά τάματα στούς ἁγίους; Ὑπάρχουν σήμερα ἅγιοι; 
Μέ τόσες ἁμαρτίες μπορῶ νά γίνω ἅγιος; Ἡ ἁγιότητα μέ ἀφορᾶ προσωπικά; 
Εἶναι ἡ ἁγιότητα ἁπλῶς μία ἠθική κατάσταση ἤ ἀποτελεῖ πρόταση ζωῆς; 

Ἐρωτήματα πού πηγάζουν ἀπό μία ἐσωτερική ὑπαρξιακή ἀναζήτηση.
Ἐρωτήματα πού σέ ἄνυδρους καιρούς δηλώνουν τήν ἀνάγκη γιά εὕρεση τοῦ ἀληθινοῦ νοήματος. Ἀπορίες πού γεννιοῦνται στόν κάθε ἄνθρωπο πού προσεγγίζει μέ ἁγνά αἰσθήματα τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. 

Σκοπός τοῦ βιβλίου εἶναι νά ἐκφραστεῖ τό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Πατέρων καί τῆς Ἱερᾶς Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μας περί τῆς ἁγιότητας, κεκαθαρμένο ἀπό προκαταλήψεις, συγχύσεις καί φανατισμούς. 

Χωρίς καμία ἠθικολογική διάθεση, παρουσιάζεται, ὑπό τή μορφή ἐρωταποκρίσεων, ἕνα ὀρθόδοξο χριστιανικό φρόνημα, πού ἀφορᾶ σέ ὅλους ἐκείνους πού ποθοῦν νά θέσουν ὡς κέντρο τῆς ζωῆς τους τόν Χριστό, μέ τή βεβαιότητα ὅτι ὁ ἅγιος εἶναι μάρτυρας τῆς θείας Χάριτος καί τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα στόν κόσμο.



Ι. Ν. Ταξιαρχών Μοσχάτου

db - [2fA]




Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

"Όταν τελειώσει η μέρα.. "





Og Mandino  [1923 – 1996]


Όταν τελειώσει η μέρα σου,
τελείωσε κι εσύ μαζί της...
ποτέ μην κρατάς τα φορτία της
για να τα κουβαλήσεις και την επόμενη μέρα...
- έκανες ότι καλύτερο μπορούσες

κι αν σου ξέφυγαν και κάποια λάθη, ξέχνα τα...
ζήσε αυτή τη μέρα και κάθε μέρα,
σαν να πρόκειται να τελειώσουν όλα το ηλιοβασίλεμα
και όταν το κεφάλι σου ακουμπήσει στο μαξιλάρι,
ξεκουράσου
- ξέροντας όμως πως έκανες, ότι καλύτερο μπορούσες !




fb - [2fA]




"Πού βρίσκεται η ποίηση.. "





Μια μαθήτρια της Δ΄ Δημοτικού στο Ηράκλειο της Κρήτης, στο μάθημα 
δημιουργικής γραφής της Μαρίας Δασκαλάκη, απαντώντας στο ερώτημα
για το τι είναι και πού βρίσκεται η ποίηση, έγραψε τους παρακάτω στίχους:


Στο βλέμμα του μικρού σκυλιού
που πεινάει τόσο πολύ
στο ξεχασμένο σπίτι
εκεί βρίσκεται η ποίηση

Στο μαύρο μολύβι
που είναι γεμάτο γνώση
στο εγκαταλελειμμένο δωμάτιο
εκεί βρίσκεται η ποίηση

Στα λουλούδια του κήπου
που τα ανεμίζει ο αέρας
χωρίς θέληση
εκεί βρίσκεται η ποίηση.





[ - Κάποιες παιδικές ψυχές βλέπουν και πέρα
από τον μαυροπίνακα… - εκεί βρίσκεται η ποίηση... ]



center-news [2fA]



Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

"Λαμά Σαβαχθανί.. "





ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ  -  ΛΑΜΑ ΣΑΒΑΧΘΑΝΙ







ΣΤΙΧΟΙ - ΜΟΥΣΙΚΗ : ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ
ΕΡΜΗΝΕΙΑ : ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ - ΣΟΦΙΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ



[2φΑ]



"Άσχετες σχέσεις "





Άσχετες σχέσεις
Παύλου, Μ. Σισανίου και Σιατίστης


Σήμερα γίνεται πολύς λόγος για σχέσεις, για σχέση, για τις ανθρώπινες σχέσεις.
Ζώντας όμως σε εποχή μιας άλλης Βαβέλ, διαπιστώνουμε ότι μιλούν για σχέσεις οι άσχετοι.
Μιλούν για σχέσεις οι αδύναμοι να σχετισθούν σε μια σχέση ουσίας και μιλούν αυτοί που μόνο επιδερμικά σχετίζονται.

Η σχέση ουσίας είναι μόνον η αγάπη.
Χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική σχέση.


Η πιο τρανή απόδειξη της αδυναμίας σχέσης είναι η θεοποίηση αυτών που ονομάζονται «ανθρώπινα δικαιώματα».
Ο καθένας διεκδικεί το «δικαίωμά» του, να κάνει ότι απολύτως θέλει.
Επειδή δε το θέλει, το θεωρεί καλό και δικαίωμα του.

Δεν υπάρχει πλέον καλό και κακό.
Υπάρχει το δικαίωμα μου και επειδή εγώ το θέλω είναι «καλό».
Στην πραγματικότητα ζούμε στον απόλυτο εγωισμό και επί της ουσίας, στην απόλυτη μοναξιά.

Ο εγωισμός συνιστά αδυναμία και ανικανότητα επικοινωνίας και γεννάει την επιθυμία όχι σχέσης, αλλά μόνο χρήσης του άλλου.
Ο εγωισμός συνιστά την αχρήστευση της σχέσης, της επικοινωνίας, της αλληλεγγύης, την αδυναμία της θυσίας, της θυσιαστικής προσφοράς.

Ο εγωισμός γεννά την ανικανότητα της αγάπης, την ανικανότητα να αγαπάς.
Με απίστευτη ευκολία ο άνθρωπος, ο άνδρας ή η γυναίκα, εγκαταλείπουν ο ένας τον άλλο, και τα παιδιά τους, στο "δικαίωμα" μιας εικονικής ευτυχίας, στο "δικαίωμα" μιας απόλαυσης χωρίς την παραμικρή προσπάθεια προβληματισμού, αλλά και έννοιας για τον άλλο.

Δεν υπάρχει πλέον, παρά το απόλυτο εγώ.


Στην Εκκλησία όμως μιλάμε για άλλα δικαιώματα.
«Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματα Σου», λέμε στη δοξολογία προς τον Θεό.
Δεν μιλάμε για τα δικά μας δικαιώματα, αλλά για τα δικαιώματα του Θεού. 
Αυτό φαίνεται περίεργο για τον σημερινό άνθρωπο που βλέπει και κρίνει επιδερμικά.

Το δικαίωμα του Θεού είναι η αγάπη. Μας το δίδαξε ξεκάθαρα.
Δύο είναι οι εντολές από τις οποίες όλος ο Νόμος και οι Προφήτες κρέμονται. 
«Να αγαπήσεις τον Θεό με όλη σου την ύπαρξη και τον πλησίον σου σαν τον εαυτόν σου».

Σε αυτή την τόσο μικρή πρόταση βρίσκεται όλη η ουσία της αγάπης. 
Η αγάπη είναι μια κίνηση δική μου, η οποία όμως με βγάζει από τον εαυτό μου.
Μια κίνηση που στρέφεται στον Θεό και δια του Θεού στον άνθρωπο.

Αλλά αυτή η κίνηση υπάρχει μόνον, όταν εγώ ζω. Όταν δεν αγαπώ, δεν ζω.

[….]


Το πλήρες κείμενο στο: antifono

[2fA]




Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

"Η βρύση του πουλιού "





Νικηφόρος Βρεττάκος
-  Από τη συλλογή  "Ο χρόνος και το ποτάμι" (1957) -

Η βρύση του πουλιού


Ω, τι καλά που 'ναι σ' αυτό τον κόσμο,
κάτω απ' τη ρόδα του ήλιου που δε χάνει
ούτε ένα χιλιοστό καθώς γυρίζει
απ' το πρωί ως το βράδυ πάνωθε μου!
Ω, τι καλά που 'ναι σ' αυτό τον κόσμο,
τον κόσμο αυτό που 'ναι γιομάτος μάγια
και βρυσούλες φωτός! Δεν έχω αρχίσει
το τραγούδι του ακόμη, μα έχω εντός μου
χρόνο πολύ κι αγέρα και πιστεύω
πως θα μου δώσει ο Θεός να το τελειώσω.

Ω, τι καλά που 'ναι σ' αυτό τον κόσμο!

Όλα τα λόγια γίνονται τραγούδι
στ' απλά μου χείλη σήμερα και τρέχουν
αβίαστα, καθαρά, σαν το νεράκι
της Βρύσης του Πουλιού που καναλίζει
το καλοκαίρι. Είμαι ένα ποτάμι
ξεχειλισμένο. Έχω καταλύσει
το φράγμα του ήλιου. Θεέ μου, περισσεύω!

Δεν σου γυρεύω τίποτα όπως ο ήλιος
κι ο αγέρας σου γυρεύουν. Έχω απ' όλα.
Μικρή φωνή πουλιού θέλω ν' αφήσω
μέσα στ' αυτί σου μόνο. Μου περίσσεψε
σήμερα το τραγούδι και δεν ξέρω
τι να το κάμω, πού να το χωρέσω!

Κάνε με αηδόνι, Θεέ μου, πάρε μου όλες
τις λέξεις κι άφησέ μου τη φωτιά,
τη λαχτάρα, το πάθος, να γιομίζω
με το κελάηδημα μου τη μεγάλη
κυψέλη τ' ουρανού. Να θησαυρίζω
τα νερά των βροχών και τις ανταύγειες
απ' το θαύμα του κόσμου. Να μ' απλώνουν
τις φούχτες τους οι ανθρώποι κι ένας ένας
να προσπερνούν και αδιάκοπα να ρέω
τη ζωή, την ελπίδα, την αγάπη,
του ηλιογέρματος το γαρουφαλένιο
ψιχάλισμα στα όρη, τη χαρά,
τα χρώματα να ρέω τ' ουράνιου τόξου
και τη βροχούλα της αστροφεγγιάς.

Ω, τι καλά που 'ναι σ' αυτό τον κόσμο!



[2φΑ]



Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

"Απόκομμα Παρασκευής.. "




Ένα απόκομμα κάποιας Παρασκευής
τυχαίας στη ζωή μας
η τελευταία μέρα κάποιων
που ίσως και μεις να μην τη ζήσαμε…





fb – [2fA]



"Κλειδιά Άπω Ανατολής "










22 αρχαία ιαπωνικά αποφθέγματα


01. Αν κάτι σας απασχολεί, σκεφτείτε το για όσο χρόνο θέλετε,
      αλλά όταν τελειώσετε, μην το σκεφτείτε ποτέ ξανά.
02. Μην κρατάτε κάτι που φεύγει, μην διώχνετε κάτι που έρχεται.

03. Γρήγορα, σημαίνει να πηγαίνεις αργά χωρίς διακοπές.
04. Καλύτερα να είσαι ο εχθρός ενός καλού ανθρώπου,
      παρά ο φίλος ενός κακού.

05. Ένας σύζυγος και μια σύζυγος είναι σαν το χέρι και το μάτι.
      Όταν το χέρι πληγώνεται, το μάτι κλαίει
      και όταν το μάτι κλαίει, το χέρι σκουπίζει τα δάκρυα.
06. Ένα μεγάλο ταξίδι αρχίζει πάντα με ένα μικρό.

07. Αυτός που πίνει δεν ξέρει τους κινδύνους από το ποτό,
      αυτός που δεν πίνει, δεν ξέρει τα οφέλη του.
08. Αν και το ξίφος μπορεί να χρειαστεί μόνο μια φορά
      σε όλη την διάρκεια της ζωής, θα πρέπει να φοριέται πάντα.

09. Τα όμορφα λουλούδια δεν κάνουν και καλούς καρπούς.
10. Ένας καλός λόγος μπορεί να σε ζεστάνει τρεις μήνες τον Χειμώνα.

11. Πάντα αφήνετε χώρο να περάσουν οι ανόητοι και οι τρελοί.
12. Εάν θέλεις να ζωγραφίσεις ένα κλαδί,
      θα πρέπει να ακούσεις την αναπνοή του ανέμου.

13. Έλεγξε το επτά φορές, πριν αμφισβητήσεις κάποιον.
14. Η τύχη πάντα θα επισκεφτεί ένα σπίτι, όπου υπάρχει γέλιο.

15. Ακόμη και οι πίθηκοι πέφτουν από τα δέντρα.
16. Το κρύο τσάι και το κρύο ρύζι υποφέρονται,
      αυτό που δεν υποφέρεται είναι το κρύο βλέμμα και τα σκληρά λόγια.

17. Εάν δεν μπεις στην φωλιά της τίγρης, δεν θα πιάσεις το μωρό της.
18. Εάν μια γυναίκα θέλει κάτι, θα ανέβει και στο βουνό για να το πάρει.

19. Κάνε μια ερώτηση και ας ντραπείς για ένα λεπτό.
      Εάν δεν την κάνεις και δεν μάθεις, θα ντρέπεσαι για όλη σου τη ζωή.
20. Η γη πάντα σκληραίνει μετά τη βροχή.

21. Τα βαθύτερα ποτάμια ρέουν πάντα σιωπηλά.
22. Εάν αποφασίσεις να ξεκινήσεις το δικό σου ταξίδι,
      θα είσαι μόνος για χίλια χιλιόμετρα.



GT – [2fA]



Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

"Η κρίση των λέξεων "




Η κρίση των λέξεων
Από την Μαριαλένα Σπυροπούλου



Οι λέξεις βρίσκονται παντού μέσα μας.
Χοροπηδάνε ως σκέψεις, περπατάνε ως παρηγορητικά λόγια, ταξιδεύουν στην ανάγκη του άλλου, βυθίζονται στη σιωπή ή στο αδιέξοδο, ψάχνουν να βρουν την ολοκλήρωση, δηλώνουν την έλλειψη.
Οι λέξεις είναι το μόνο όπλο που έχουμε σε αυτή τη ζωή.

Η μητρική σχέση δομείται με λέξεις. Ο έρωτας ανθίζει με λέξεις. Η φιλία ανδρώνεται με λέξεις.
Η ψυχοθεραπεία θεραπεύει με λέξεις. Η γραφή φτιάχνει κόσμους με λέξεις.
Οι άνθρωποι συνδεόμαστε από την πρώτη στιγμή με τον εαυτό μας και τους άλλους με λέξεις.

Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα εργαλείο. Είναι ο τρόπος που δομείται ο εγκέφαλος, είναι η λειτουργία των αρχών της ζωής. Μιλάω και η λογική βάζει σε τάξη τα πράγματα.
Μαθαίνω πώς να εκφράζομαι, μαθαίνω να ακούω τις λέξεις του άλλου, και κάπως έτσι κινείται ο κόσμος. Έτσι συγκινείται ο κόσμος.

Οι άνθρωποι όμως αποξενώνονται. Οι ψυχοθεραπείες δεν θεραπεύουν.
Οι εφημερίδες δεν πείθουν. Μυθιστορήματα πιάνουν σελίδες επί σελίδων και οι αναγνώστες δεν «πιάνουν» τίποτα. Οι μητέρες μιλάνε στα παιδιά τους και αυτά δεν χτίζουν τίποτα μέσα τους.

Οι φιλίες βυθίζονται στο τέλμα του συμβατικού. Οι ερωτικές σχέσεις χτίζουν με λέξεις τείχη.
Αυτό που εφευρέθηκε για να μας φέρει κοντά, ξάφνου, μας βυθίζει σε μεγαλύτερη απόγνωση. Οι λέξεις δεν είναι αρκετές. Έχουν ήδη αποδειχθεί κατώτερες των περιστάσεων.

Και οι άνθρωποι νιώθουν ότι τέλειωσαν οι εφεδρείες του λογικού.
Η τρέλα, η μοναξιά και η κατάθλιψη παραμονεύουν, αν δεν έχουν ήδη στρογγυλοκαθίσει στο γιορτινό τραπέζι.

Η κρίση τι είναι; Αν δεν είναι κρίση των λέξεων σε σχέση με την ουσία, τότε τι είναι;
Αποτύχαμε παταγωδώς εδώ και πολλές δεκαετίες να μιλάμε με τρόπο συνεπή με αυτό που νιώθει ο ψυχισμός μας.


Αποτύχαμε παταγωδώς να πούμε μερικές λέξεις αλήθειας.
Aποτύχαμε παταγωδώς να αποδεχτούμε λεκτικά την ήττα μας και να τη βιώσουμε.

Αποτύχαμε παταγωδώς να παραδεχτούμε ότι μας έλκει ο ψευδαισθητικός λόγος, ο παρανοϊκός λόγος, ο λόγος που κυκλώνει και εγκλωβίζει.
Γιατί δεν παραδεχόμαστε ως το μεδούλι μας ότι θέλουμε μόνο κανάκεμα;

Διαβάζω κάποιες από τις ιστορίες που εκδίδουν οι Έλληνες συγγραφείς.
Μερικές φορές θυμώνω.
Οι περισσότεροι ανακαλύπτουν την αφαίρεση σαν μοτίβο ελλειπτικότητας. Σαν στυλ.

Η έλλειψη είναι σαφώς σημαντική, είναι κινητήριος δύναμη για να ψάξεις.
Για να σηκωθείς από το κρεβάτι πρέπει κάτι να σου λείπει.
Αλλά πρέπει την ίδια στιγμή να έχεις και κάτι. Να σου δίνουν κάτι.

Τα μυθιστορήματα της εποχής μας πολλές φορές δεν μπαίνουν στον κόπο να δώσουν στους αναγνώστες μια ολοκληρωμένη ιστορία. Τι να την κάνεις την ιστορία, άλλωστε;
Να μπεις στον κόπο να διαβάσεις, να μελετήσεις, να γράψεις κάτι ολοκληρωμένο;

Όχι, η έλλειψη είναι το παλιό-καινούργιο. Αλλά δεν περπατά στο κοινό, γιατί είναι μόνο έλλειψη. Όπως δεν περπατάνε και άλλες ιστορίες, ολοκληρωμένες μεν, επιφανειακές δε.
Γιατί να ξοδεύεις τις λέξεις σου, αν δεν σκάβει κανένας πουθενά και δεν ανοίγει τελικά κανένας πόρος συνάντησης;


Και έρχονται οι κριτικοί.
Και ξοδεύουν λέξεις για να μην πούνε τίποτα. Και οι αναγνώστες χάνονται.
Έτσι και στις θεραπείες.
Οι λέξεις αρθρώνουν, επανορθώνουν, στηρίζουν, υπομένουν και κυρίως εκφράζουν το βίωμα του θεραπευτή, όπως αυτό σχηματίζεται με τον ασθενή.

Μαζί, από κοινού. Πώς λοιπόν να θεραπεύσεις κάποιον όταν οι λέξεις σου είναι κρύες;
Όταν κινούνται στον αέρα; Όταν δεν αφορά το βίωμά σου;

Ακόμα περισσότερο, όταν φοβάσαι το βίωμά σου;
Έτσι και εκεί λοιπόν η σχέση γίνεται ακατόρθωτη, γιατί δεν γίνεται βαθιά.
Και κινούμαστε αενάως σε μια σχέση λεξιλάγνα, και οι ασθενείς σαν τα μικρά παιδιά αισθάνονται ακόμα πιο μόνοι.


Και έρχονται από πίσω όλες αυτές οι σχέσεις της ζωής μας. Όλες οι λέξεις της ζωής μας.
Τα δύσκολα που δεν τολμούμε να πούμε και τα καλά που δεν τα χαρίζουμε σε κανέναν.
Κάποτε κάποια έγραψε στον αγαπημένο της «μου λείπεις» και εκείνος της απάντησε «να είσαι καλά».

Να είναι καλά, απλώς οι λέξεις πρέπει να λένε αυτό που βιώνουμε, ακόμα και τη δυσκολία μας. Είμαστε σε βαθιά κρίση των λέξεων. Και έχουμε ευθύνη για αυτό.
Οι λέξεις μας εκσφενδονίζονται σαν πέτρες ή σαν φτερά.
Τίποτα όμως δεν βρίσκει τον στόχο του. Και μένουμε έωλοι και βαθιά παραπονούμενοι.

Με μια τρύπα στην καρδιά, γιατί μας έταξαν ότι με λέξεις θα τραφούμε.
Και τώρα οι λέξεις δεν γεμίζουν τίποτα.



kathimerini – [2fA]



Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

"Ο γάτος "




Ο γάτος  -  του Ηλία Τανταλίδη


Στη θερμάστρα εμπρός

ένας γάτος χονδρός
πάντα απλώνεται,
με τα μάτια κλειστά
αγαπά στα ζεστά
να τεντώνεται.
Τεμπελιά κανταριά,
ρουθουνίζει βαριά,
τον ακούετε;
Κάπου-κάπου ξυπνά
και με πόδια στιλπνά
ξερολούεται.
Πλην το πτώμα αυτό
πουν’ εδώ ξαπλωτό,
τι νομίζετε;
Εν καιρώ της νυκτός
ωσάν λέων φριχτός
αγωνίζεται.
Κάτω χθες στην αυλή
χύθηκε αίμα πολύ
απ' το νύχι του.
Στα ποντίκια σφαγή!
Τον φθονούν στρατηγοί
για την τύχη του.


GT – [2fA]




Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

"Αντεύχομαι "
















Αντεύχομαι
της Κικής Δημουλά - από το βιβλίο της «Εκτός σχεδίου»


Έχω πολλά ράμματα για τη γούνα αυτής της μεγαλοκυρίας που λέγεται ευτυχία.
Μου έχει σπάσει τα νεύρα με όσα ισχυρίζεται, απολογούμενη που με έστησε.

Ότι τάχα ήρθε, αλλά εγώ είχα τον νου μου σε τούτο και σε κείνο, ενώ εκείνη με περίμενε σε τούτο και σε κείνο, κι όπως μου τα προσδιόρισε, με περίμενε σε πράγματα αδύνατα να συμβούν, εκεί ακριβώς δηλαδή που είχα τον νου μου.

Κι αυτός ήτανε λέει, ο λόγος που την προσπέρασα.
Άλλοτε πάλι, επιμένει πως ήρθε, στάθηκε λέει έξω από κάτι ιστορίες, στις οποίες εγώ είχα ήδη μπει μέσα, είχε τη διάθεση να πηδήξει από το παράθυρο και να μπει, αλλά ήταν τόσο υπερυψωμένη η δυσπιστία μου που δεν το τόλμησε.

Άλλη δικαιολογία, τραβηγμένη από τα μαλλιά, πως εγώ χτύπησα πολύ σιγά την πόρτα της και δε με άκουσε ή ότι χτύπησα πολύ δυνατά την πόρτα της, φοβήθηκε και δεν μου άνοιξε, και τι ψεύτρα, Θεέ μου, ότι χτύπησα λάθος τη διπλανή της πόρτα και βλέποντάς με να καθυστερώ, συνεπέρανε ότι το λάθος μου βγήκε σε καλό και δεν ήθελε να το διακόψει.

Μου έχει απαριθμήσει μία-μία τις στιγμές με το όνομά τους, που την περιείχαν λέει, αλλά εγώ θυμάμαι μόνο τι φόβο είχα μην τις χάσω.
Βλέπεις; μου λέει η κουτοπόνηρη, αν δεν ήμουνα εγώ εκεί μέσα, σ’ αυτές τις στιγμές, γιατί θα φοβόσουν μην τις χάσεις, τι σ’ ένοιαζε;
Άρα ήρθα.

Αμέτρητες οι φορές που είπαμε να συναντηθούμε σε κάποιο φωτεινό μέρος, είτε στις κάποιες έξι των απογευμάτων, είτε στις κάποιες οκτώ των δειλινών που έχουνε πιο φρόνιμο φως, κι εγώ να περιμένω, να την περιμένω με τις ώρες και πού να φανεί.

Και με τι θράσος να εμφανίζεται μετά στα όνειρά μου και να μου ζητάει συγνώμη που δεν ήρθε, γιατί είχε χάσει κάποιον δικό της λέει, κι ήτανε στις μαύρες της ή και μου επιτίθεται, πως ενώ ήρθε, ενώ περίμενε εκεί μέσα μες στις ώρες της αναμονής μου, εγώ δεν την αναγνώρισα και δεν φταίει αυτή.

Είδα κι έπαθα να μην έχω την ανάγκη της.
Και τώρα που παλεύοντας τα κατάφερα, έρχεται και μου δίνει συγχαρητήρια, πως αυτό ακριβώς, ότι δεν έχω την ανάγκη της, αυτό είναι ευτυχία.
Άπιαστη σου λέω.



tilestwra – [2fA]