Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

"Ένα ραφτάκι στην Πόλη "




Η βασιλοπούλα και το ραφτάκι της

Γεώργιος ΒιζυηνόςΑπό «Τὸ μόνον της ζωής του ταξείδιον»


Ότε μ᾿ εστρατολόγουν δια το εντιμότατον των ραπτών επάγγελμα, ουδεμία υπόσχεσίς των ενεποίησεν επί της παιδικής μου φαντασίας τοσαύτην γοητευτικήν εντύπωσιν, όσον η διαβεβαίωσις, ότι εν Κωνσταντινουπόλει έμελλον να ράπτω τα φορέματα της θυγατρός του Βασιλέως.

Εγνώριζον ήδη πολύ καλά, ότι «οι βασιλοπούλες» έχουν εξαιρετικήν τινα αδυναμίαν εις τα ραφτόπουλα, μάλιστα, όταν αυτά ηξεύρουν να τραγουδούν τους επαίνους των θελγήτρων αυτών, ενώ ράπτουν τα «βλατιά», με τα οποία στολίζουσι τα κάλλη των.

Εγνώριζον, πως όταν ερωτευθεί καμία βασιλοπούλα με το ραφτάκι της, δεν χωρατεύει·
μόνον ερωτεύεται εις τα γερά· και αρρωστά· και πέφτει στο κρεβάτι· γίνεται του θανατά· και κανείς ιατρός δεν ημπορεί να την ιατρεύσει, καμία μάγισσα να την φέρει στα καλά της. - Ως που φωνάζει επί τέλους τον πατέρα της η βασιλοπούλα και του το λέγει παστρικά-παστρικά: «Πατεράκι μου ή το ραφτόπουλο, που τραγουδά τόσον εύμορφα ή θα πεθάνω!»

Ο βασιλεύς άλλο παιδί δεν έχει. Τι να κάμει; Φορεί την κορώνα του στο κεφάλι, και πηγαίνει στα πόδια του ραφτόπουλου και «Στον Θεό και στα χέρια σου!» του κράζει!
«Κάμε μου την χάρη να πάρεις την κόρη μου. Κάμε μου την χάρη να γενείς γαμβρός μου.
Αλλά δείξε δα πρωτύτερα και καμιά παλληκαριά, δια να μην πέσω από την υπόληψί μου, ωσάν βασιλέας όπου είμαι».

Το ραφτόπουλο, του φαίνεται πως έχει σκαλώσει στον λαιμό του κανένα στυφό μέσπιλο και δεν ημπορεί να καταπιεί. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν έχει να καταπιεί τίποτε, γιατί ως και το σάλιο του εξεράθη μεσ᾿ στον λάρυγγά του. Τόσο πολύ εφοβήθηκε σαν είδε τον βασιλέα με την κορώνα!

Ο βασιλεύς με την κορώνα, του «παπαρίζει» τον ώμο και το ρωτά να του ειπεί και καλά:
τι είναι άξιο το ραφτόπουλο να κάμει. Περιμένει δε με ενδόμυχον χαράν ν᾿ ακούσει, ότι ο επίδοξος γαμβρός του είναι άξιος να κατεβάσει κανένα ζωντανό λεοντάρι από τα βουνά, ή να σκοτώσει κανένα δράκοντα ή να κυριεύσει κανένα βασίλειο.


Το ραφτόπουλο εις το μεταξύ επήρε θάρρος, αλλά δι’ αυτό δεν έχασε και τον νου του να πα να «πετσοκόβεται» με τα θηρία δια να γίνει γαμβρός της Μεγαλειότητός του.
Το ραφτόπουλο είναι εν γένει ειρηνικός άνθρωπος. Και επειδή τα καταφέρει καλλίτερα όταν ψάλλει, παρά όταν ομιλεί, αποκρίνεται προς τον βασιλέα τραγουδιστά-τραγουδιστά και του λέγει, πως είναι άξιο και δυνατό - να ράψει τα νυφιάτικα χωρίς ραφή και ράμμα».

«Καλά, βρε άτιμε!» βάλλει με τον νου του ο βασιλεύς, ο οποίος δεν συγκινείται πολύ πολύ από τραγούδια.
«Θα σου δείξω εγώ πώς ξεμυαλίζεις το παιδί μου, αφού δεν έχεις ενός λεπτού παλληκαριά μεσ᾿ στα στήθη σου!» Έπειτα βλέπει το ραφτόπουλο με κάτι άσχημες ματιές, και: 

«Πολύ καλά, του λέγει, κυρ γαμβρέ! Ράψε μου λοιπόν σαράντα φορεσιές νυφιάτικες, καθώς ταιριάζουν εις μίαν βασιλοπούλαν και πρόσεξε να μην τύχει και διακρίνω καμίαν ραφήν και καμίαν κλωστήν πουθενά!
Φρόντισε όμως να τας έχεις ετοίμους αύριον πρωί-πρωί, πριν εβγεί ο ήλιος, γιατί αλλιώς - σου κόβω το κεφάλι!».

Και ο βασιλεύς με την κορώνα δεν χωρατεύει αυτήν την στιγμήν. Το έχει πάρει απόφαση ο φιλόδοξος άνθρωπος, να σκοτώσει το ραφτόπουλο για να δώσει την κόρη του εις κανέναν μεγαλοσιάνο!

Κατ᾿ ευτυχίαν το ραφτόπουλο έχει σίγουρη την δουλειά του και δεν σκοτίζεται πολύ πολύ. Διότι είναι - άλλοι μεν λέγουν υιός, άλλοι δε λέγουν εγγονός της Νεράιδας. Και έχει μίαν δακτυλήθραν με πάτο, την οποίαν ποτέ δεν αφαιρεί από το δάκτυλόν του.

Όλην εκείνην την εσπέραν τρώγει και πίνει και διασκεδάζει.
Επάνω εις τα μεσάνυκτα που κοιμούνται ο «μάστορης» και οι «καλφάδες», εβγάλλει την δακτυλήθραν από το δάκτυλόν του, παίρνει μίαν χρυσήν τρίχαν που έχει αυτού μέσα φυλαγμένην, και καίει την ακρίτσα της εις την φλόγαν του λυχναρίου.
Ευθύς παρουσιάζεται εμπρός του η χρυσόμαλλη Νεράιδα...

- Τι στενοχωρία έχεις, αγάπη μου;
- Το και το, αποκρίνεται το ραφτόπουλο, λέγοντας την ιστορία.

Η χρυσόμαλλη Νεράιδα, που του έχει τάξει να το γλυτώνει οσάκις κινδυνεύει, χτυπά τότε τα λευκά της χεράκια τρεις φορές, και -διες εσύ!-
Σαράντα λευκονδυμένα Νεραϊδόπουλα, το ’να ευμορφότερο απ᾿ το άλλο και με κάτι γλυκά τραγούδια, με κάτι μαργιόλικα λυγίσματα εις τον αέρα, θέτουν κάθε μία εμπρός εις το ραφτάκι τα πολυτιμότερα υφάσματα της οικουμένης.

Το ραφτόπουλο κόφτει και οι νεράιδες ράφτουν· και ράφτουν και τραγουδούν και όλες αστεΐζονται και πειράζουν το ραφτόπουλο, καμιά φορά τόσον ερωτότροπα, αλλά και τόσον γαργαλιστικά, που αν δεν ήτον η μητέρα τους εκεί κοντά, θα του έπαιρναν τον νου του χωρίς άλλο.
Μα η χρυσόμαλλη Νεράιδα τις προσέχει, τις οδηγεί και τις παρακινεί, και τελειώνουν όλα τα νυφιάτικα, πριν η λαλήσ᾿ ο πετεινός, πριν εβγεί ο ήλιος.

Μόλις προφθάνουν να φύγουν οι Νεράιδες, να και ο βασιλέας που εμβαίνει με την κορώνα στο κεφάλι και με τους δημίους καταπόδι του: Έρχεται να σφάξει το ραφτόπουλο!
Αλλά εκεί που εμβαίνει, βλέπει τις σαράντα νυφιάτικες φορεσιές κρεμασμένες εις το σχοινί χωρίς ραφή και ράμμα, και θαμβώνουνται τα μάτια του: Το χρυσάφι και το μαργαριτάρι, που έχουν επάνω κεντημένο, αξίζει όλο του το ψωροβασίλειο!

Ο βασιλεύς με την κορώνα δαγκάνει τα χείλη του. Παίρνει το ραφτόπουλο από το χέρι, το πηγαίνει στο παλάτι και του δίδει την κόρην του, και τελειώνει η ιστορία. –

------------------------------------------

Ταύτα πάντα μοι τα διηγείτο ο πάππος μου, και μοι τα διηγείτο ωσάν να είχον συμβεί χθες ακόμη, ωσάν να συνέβαινον ανά πάσαν στιγμήν εις τον κόσμον.
Ενθυμούμαι δ᾿ έτι και σήμερον με πόσην παιδικήν υπερηφάνειαν εισήλθον πρώτην φοράν εις την πόλιν ως νεοσύλλεκτος του «εσναφίου» των ραπτών, αναλογιζόμενος, ότι μετά τινας ημέρας θα εξήλαυνον εκ της δι᾿ ης επεζοπόρουν τώρα πύλης, εν θριάμβω συνοδεύων την ωραιοτέραν βασιλοπούλαν εις το χωρίον μου.
Και τούτο μοι το υπέδειξεν ο παππούς.
Και επειδή ο παππούς ήτο δι᾿ εμέ ο πλέον κοσμογυρισμένος και κοσμομαθής άνθρωπος, επίστευον τους λόγους του μέχρι κεραίας.



«Τὸ μόνον τῆς ζωῆς του ταξείδιον» [πλήρες]: nektar-uoa

[2fA]






Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου