Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

"Η Μουσική "





Δημήτρης Φαφούτης  -  Η ΜΟΥΣΙΚΗ



Πάνε τριάντα χρόνια,
που ακούω την ίδια μουσική
μόλις περάσουν τα μεσάνυχτα
- σαν τον κωδωνοκρούστη που επιμένει
με το φθαρμένο του σχοινί,
να ξημερώσει η Κυριακή του

Δε θέλω να ξεχάσω τη λύπη των ματιών σου,
σαν πήρες το σοκάκι της επιστροφής,
ψηλά στο κάστρο για την εξορία.
Να ζεις ή πέθανες
ή μαραζώνεις μέσα στη σιωπή;
Ή πάλι από ψηλά αγναντεύεις
τις πίσω θάλασσες και τα ποτάμια
και σε λυτρώνει ο στεναγμός;

Οι άγιοι στα εικονίσματα
δεν απαντούν και κλαίνε.
Κι ας τους ρωτώ για σένα τα μεσάνυχτα,
που κατεβαίνουν απ’ τις κρύπτες τους
και ζητιανεύουν τις χαμένες τους αγάπες.



GT – [2fA]



"Nebraska "






Nebraska
π. Χριστόδουλος Μπίθας

Από παρουσίαση της ταινίας, μετά την προβολή της
στο Πολιτιστικό κέντρο της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών



Η α­φή­γη­ση στις ι­στο­ρί­ες ­δρό­μου­’’ και ο μύ­θος τους ως έ­να υ­παρ­ξια­κό τα­ξί­δι στις γειτο­νι­ές του κό­σμου, ξε­κί­νη­σε τρεις χι­λιά­δες χρό­νια πριν με την Ο­δύσ­σεια του Ομήρου.
Έ­κτο­τε, τρο­φο­δό­τη­σε την παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α με πλή­θος ι­στο­ρι­ών, ποιημά­των, μυθι­στο­ρη­μά­των και δι­η­γη­μά­των και α­πο­τέ­λε­σε προ­σφι­λή α­φη­γη­μα­τι­κή φόρ­μα για να στο­χα­σμό πάνω σε ι­δέ­ες ση­μαν­τι­κές. Α­πό τούς πε­ρι­πλα­νώ­με­νους κυνικούς φιλοσο­φούν­τες στην Α­θή­να μέ­χρι τους  Shramanas δα­σκά­λους στην Ιν­δί­α, οι εμπειρίες της πε­ρι­πλά­νη­σης τρο­φο­δο­τούν την αν­θρώ­πι­νη σκέ­ψη.

Στην Χρι­στι­α­νι­κή μας πα­ρά­δο­ση οι Συ­νο­πτι­κοί ευ­αγ­γε­λι­στές θα πε­ρι­γρά­ψουν τα γεγο­νό­τα της συνοδοιπο­ρί­ας τους  με τον Χρι­στό στην Πα­λαι­στί­νη, ε­νώ ε­πί αι­ώ­νες η Ορ­θο­δο­ξί­α θα εμ­πλου­τί­ζε­ται με ο­δοι­πο­ρι­κά ό­πως το Λαυ­σα­ϊ­κό, το Λει­μω­νά­ριο  ή το πιο πρό­σφα­το Ρω­σι­κό α­φή­γη­μα "Πε­ρι­πέ­τει­ες ε­νός προ­σκυ­νη­τού", ό­που περιγράφονται οι ζω­ές περίφη­μων α­σκη­τών και πνευ­μα­τι­κές εμ­πει­ρί­ες.

Ο κι­νη­μα­το­γρά­φος, η 7η τέ­χνη που εμ­πε­ρι­έ­χει ό­λες τις άλ­λες τέχνες, γέν­νη­σε πάμπολ­λες ται­νί­ες, πε­ρι­πέ­τει­ες, έ­πη, μα πά­νω α­π' ό­λα τα­ξί­δια πνευ­μα­τι­κής ω­ρί­μαν­σης με φόν­το, πό­λεις, ε­ρή­μους και χώ­ρες πολ­λές και δι­ά­φο­ρες.
Λί­γη ση­μα­σί­α έ­χει εάν οι πρω­τα­γω­νι­στές θα τα­ξι­δεύ­ουν με αυ­το­κί­νη­το, με πλοί­ο, ή τρέ­νο - με ά­λο­γα ή με τα πό­δια, ό­πως λί­γη ση­μα­σί­α έ­χει τε­λι­κά και ο προ­ο­ρι­σμός – το κα­θο­ρι­στι­κό στην μυθολο­γί­α του δρό­μου εί­ναι η με­τά­βα­ση που λαμ­βά­νει χώ­ρα με ταυ­τό­χρο­νο τρό­πο, εσω­τε­ρι­κά και ε­ξω­τε­ρι­κά.

Οι Κύ­κλω­πες και οι Λαι­στρυ­γό­νες, η Κίρ­κη και η Καλυψώ, θα α­πο­τε­λούν δι­α­χρο­νι­κά σύμ­βο­λα, πάν­τα θα πα­ρα­πέμ­πουν στην ανθρώπινη α­μαρ­τί­α, στην φυ­γή, στην αναζήτη­ση, στην ε­λευ­θε­ρί­α, στην αυ­το­γνω­σί­α.

Κα­θώς ξε­κι­νά η α­να­συγ­κρό­τη­ση του δυ­τι­κού κό­σμου μετά α­πό τις πλη­γές του Β' Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου και οι άν­θρω­ποι αρ­χί­ζουν πά­λι να τα­ξι­δεύ­ουν, το εί­δος των απο­κα­λού­με­νων road movies ε­ξε­λίσ­σε­ται.
Με ε­πιρ­ρο­ές α­πό τα γου­έ­στερν και βέ­βαι­α α­πό κλασ­σι­κούς συγ­γρα­φείς ό­πως ο Μάρκ Του­αίν, ο Τζών Στά­ιν­μπεκ, αλ­λά και επίκαι­ρους ό­πως ο Τζακ Κε­ρου­ακ με το μυθιστό­ρη­μα του Στον Δρό­μο (1951), δημιουρ­γεί­ται μια σει­ρά ται­νι­ών ό­που βλέπουμε α­νή­συ­χους ή­ρω­ες να πε­ρι­πλα­νών­ται στην Α­με­ρι­κά­νι­κη εν­δο­χώ­ρα ή εκπροσώ­πους μιας ε­πα­να­στα­τη­μέ­νης γε­νιάς να περιφέ­ρε­ται με μο­το­συ­κλέ­τες και αυτο­κί­νη­τα α­να­ζη­τών­τας εμ­πει­ρί­ες και ε­λευ­θε­ρί­α.

Ται­νί­ες ό­πως το Bonnie and Clyde, το Easy Rider δί­νουν την εκ­κί­νη­ση την δε­κα­ε­τί­α του 70 για πλή­θος ται­νί­ες δρό­μου, φτη­νού προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού αλ­λά και εμ­πο­ρι­κές, και δη­μι­ουρ­γούν την ευ­και­ρί­α για Ευρωπαϊκά και διεθνή α­ρι­στουρ­γή­μα­τα ό­πως το Week end του Ζαν Λυκ Γκον­τάρ, το "Πα­ρί­σι Τέ­ξας" του Βιμ Βεν­τερς κα­θώς και οι πρώ­τες ται­νί­ες του, το P­α­s­s­e­n­g­er του Αν­το­νι­ό­νι και πολ­λά άλ­λα.

Στην 24 φο­ρές βρα­βευ­μέ­νη μαυ­ρό­α­σπρη πε­ρι­πλά­νη­ση που φέ­ρει τον τί­τλο Nebraska, o Α­λε­ξάν­τερ Πέ­ην ή αλ­λι­ώς Α­λέ­ξαν­δρος Πα­πα­δό­που­λος, πε­ρι­δι­α­βαί­νει μα­ζί με τους ήρωες του τα λι­βά­δια της καρ­διάς της Α­με­ρι­κής. Το έ­χει ξα­να­κά­νει πά­λι, στα ε­πί­σης βρα­βευ­μέ­να "Πλα­γί­ως" και "Σχε­τι­κά με τον Σμίντ".

Η α­πλή ι­στο­ρί­α τού η­λι­κι­ω­μέ­νου με αρ­χή ά­νοι­ας, που πι­στεύ­ει πως το δι­α­φη­μι­στι­κό χαρ­τί που κρα­τά θα τού λύ­σει ό­λα τα οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα,  εί­ναι πρό­σχη­μα για να μι­λή­σει μέ­σα α­πό το υ­πέ­ρο­χο σενά­ριο του Bob Nelson για πολ­λά θέ­μα­τα, ό­πως τα παι­δι­κά τραύ­μα­τα,  η συμφιλίωση με τους 
γο­νείς, η πο­ρεί­α προς την ω­ρι­μό­τη­τα, η οικο­γέ­νεια, η συγχώρεση.

Πα­ράλ­λη­λα, η πε­ρι­πλά­νη­ση στην καρ­διά της Α­με­ρι­κα­νι­κής ε­παρ­χί­ας θα αποκαλύ­ψει έ­να κό­σμο που ζει πα­ραι­τη­μέ­νος α­πό τους χυ­μούς της ζω­ής. Χιλιάδες άνθρωποι ξεχασμέ­νοι μπρο­στά σε μια τη­λε­ό­ρα­ση, πα­θη­τι­κοί θε­α­τές α­νό­η­των θεμάτων, πί­νουν δια­ρκώς σε πλη­κτι­κά μπαρ και συ­ζη­τούν για πράγ­μα­τα α­νού­σια, ζών­τας α­δι­ά­φο­ρες οι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις, ό­που η ρου­τί­να κι η έλ­λει­ψη α­λη­θι­νής α­γά­πης χα­ρα­κτη­ρί­ζει το κε­νό. 

1450 χι­λι­ό­με­τρα α­νά­με­σα σε μο­νό­το­νες πό­λεις και α­πέ­ραν­τα χω­ρά­φια.
Ό­λα μελαγ­χο­λι­κά, α­πο­χρω­μα­τι­σμέ­να, δί­χως την πα­λέ­τα των χρω­μά­των τού Πλά­στη που δί­νουν ευ­χα­ρί­στη­ση και προ­σκα­λούν σε τα­ξί­δι α­να­ψυ­χής. Μαυ­ρό­α­σπρα, ό­πως οι ζωές και τα συ­ναι­σθή­μα­τα των κα­τοί­κων.
Το το­πί­ο πρω­τα­γω­νι­στεί κι αυ­τό σε ό­λη την διά­ρκεια της ται­νί­ας.  
Το τα­ξί­δι εί­ναι ε­σω­τε­ρι­κό, και το το­πί­ο α­πο­τε­λεί το φόν­το, όπως κα­ταν­τά η ζω­ή μας ό­ταν εί­ναι δί­χως νό­η­μα.

Ο ε­πί­σης Έλ­λη­νας φω­το­γρά­φος Φαί­δω­νας Πα­πα­μι­χα­ήλ, κι­νη­μα­το­γρα­φεί την Αμερικα­νι­κή εν­δο­χώ­ρα χω­ρίς να χρη­σι­μο­ποι­εί τε­χνι­κές που εν­τυ­πω­σιά­ζουν τα μά­τια. Κα­νέ­να στυ­λι­ζά­ρι­σμα, ού­τε πε­ρί­τε­χνοι φω­τι­σμοί, μό­νο υ­ψη­λό κον­τρά­στ στην φωτογρα­φί­α για να το­νί­ζε­ται η δρα­μα­τι­κό­τη­τα της ι­στο­ρί­ας.

Τί­πο­τα που να δια­σπά την αί­σθη­ση του θε­α­τή α­πό τους ή­ρω­ες.
Η ται­νί­α εί­ναι γυ­ρι­σμέ­νη σε σι­νε­μα­σκόπ με α­να­μορ­φι­κούς φα­κούς, ώ­στε μέ­σα στο με­γά­λο κά­δρο να α­να­δει­κνύ­ον­ται οι α­πέ­ραν­τες πε­διά­δες και να το­νί­ζε­ται η μο­να­ξιά και η α­πο­μό­νω­ση των η­ρώ­ων. 
Γε­νι­κά κά­δρα και συν­θέ­σεις που δη­μι­ουρ­γούν ατμόσφαι­ρα, κον­τι­νά πλά­να που πε­ρι­γρά­φουν πρό­σω­πα με α­δρά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά.

Και η σκη­νο­θε­σί­α, ό­πως μας λέ­ει ο ί­διος Πέ­ην, εί­ναι σαν μια ντο­κυ­μαν­τε­ρί­στι­κη προ­σέγ­γι­ση της μυ­θο­πλα­σί­ας. Ό­λα εί­ναι ρε­α­λι­στι­κά, οι πόλεις, τα χω­ριά, οι άνθρωποι. Τί­πο­τε ψεύ­τι­κο, που­θε­νά δεν θα δού­με πλα­στι­κούς Χολλυ­γουν­τια­νούς ήρω­ες και ι­δε­α­τές κα­τα­στά­σεις. 
Αυ­τή η ρε­α­λι­στι­κή προ­σέγ­γι­ση, ό­μως, θα ε­πεν­δυ­θεί με ει­κό­να, α­τμό­σφαι­ρα και α­φή­γη­ση ποι­η­τι­κή.

Η ται­νί­α μοιά­ζει σαν μί­α Ο­δύσ­σεια ό­που ο πρω­τα­γω­νι­στής μπο­ρεί να πή­γε στον πόλε­μο, ό­μως σε τού­τη την ζω­ή δεν εί­ναι κα­θό­λου η­ρω­ϊ­κός, αλ­λά νι­κη­μέ­νος. Η μα­τιά του σκη­νο­θέ­τη εί­ναι αν­θρω­πο­κεν­τρι­κή. Οι κω­μι­κο­τρα­γι­κές φι­γού­ρες αντιμετωπίζονται με συμ­πά­θεια, ο άν­θρω­πος μοιά­ζει α­βο­ή­θη­τος μέ­σα στις δυ­σκο­λί­ες της βιοτής, αλ­λά κα­τά βά­σιν εί­ναι κα­λός.
Ό­πως και στις άλ­λες ται­νί­ες του, έ­τσι και εδώ ο Πέ­ην, έ­χει μια Πα­πα­δι­α­μαν­τι­κή μα­τιά στους ή­ρω­ές του, τους α­γα­πά μέ­σα στα πά­θη τους, στην μι­κρό­τη­τά τους, βλέ­πει την α­στει­ό­τη­τα της α­νο­η­σί­ας τους, τούς συγχω­ρεί.

….    ….    ….

Σε μια πρώ­τη α­νά­γνω­ση η ται­νί­α μοιά­ζει με σά­τι­ρα στον α­με­ρι­κα­νι­κό ψευδοπαράδεισο, στην χτυ­πη­μέ­νη α­πό την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση καρ­διά της χώ­ρας. Όμως, βα­θύ­τε­ρα, η ται­νί­α μάς βά­ζει μπρο­στά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τά μας. Και τό­τε ο τί­τλος μπο­ρεί να πα­ραλ­λα­χτεί. 
Η ται­νί­α θα μπο­ρού­σε να λε­γό­ταν Σπάρ­τη, Κα­τε­ρί­νη, Λα­μί­α.
Α­πό ό­που κι αν προ­έρ­χε­σαι, νι­ώ­θεις σα να στο­χά­ζε­σαι κοι­τών­τας τις φωτογρα­φί­ες των δι­κών σου γο­νι­ών.
Που κα­τα­λα­βαί­νεις πως δεν τους ξέ­ρεις κα­λά, πως δεν ξέ­ρεις πολ­λά πράγ­μα­τα για την ζω­ή τους. Και πως έ­χει έρ­θει ί­σως η ώ­ρα να μά­θεις κά­τι παρα­πά­νω γι αυ­τούς, να τους συγ­χω­ρή­σεις αν σε πλη­γώ­σα­νε.

Για­τί τώ­ρα έ­χεις αρ­χί­σει να συ­νει­δη­το­ποι­είς και την δι­κή σου α­μαρ­τί­α.
Για­τί αν εί­σαι Χρι­στια­νός Ορ­θό­δο­ξος εν με­τα­νοί­α, έ­χεις αρ­χί­σει να κα­τα­λα­βαί­νεις τον λόγο που οι συμπατριώτες σου ζουν έ­τσι.

Για­τί σου α­πο­κα­λύ­φθη­κε ε­κεί­νο το "ο α­να­μάρ­τη­τος πρώ­τος βα­λέ­τω λί­θον" που αναφώ­νη­σε ο γλυ­κύ­τα­τος Γα­λι­λαί­ος και κα­τα­νό­η­σες συντε­τριμ­μέ­νος τι θα πει πνευμα­τι­κός θά­να­τος και θέ­λεις να ξε­φύ­γεις α­π' αυ­τόν, να ανα­στη­θείς, για­τί αποφάσισες να α­να­λά­βεις την ευ­θύ­νη της ζω­ή σου, και συν Θεῷ απέκτησες την επίγνωση πως δεν υ­πάρ­χει λό­γος να κα­τη­γο­ρείς τους άλ­λους.
Μό­νο να τους πε­ρι­χω­ρείς και να τους συγ­χω­ρείς. 

Η Νεμ­πρά­σκα εί­ναι μια ρε­α­λι­στι­κή και ποι­η­τι­κή ται­νί­α, που ό­πως κά­θε κα­λό έργο τέ­χνης υ­πεν­θυ­μί­ζει, συγ­κι­νεί, προ­βλη­μα­τί­ζει.


Σκηνοθεσία: Alexander Payne, Σενάριο: Bob Nelson.
Παίζουν: Bruce Dern, Will Forte Διάρκεια: 114'



Πλήρες το κείμενο:

[2fA]



Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

"Ερειπωμένη πόλη.. "







fb – [2fA]



Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Ώρα χειμώνα








ΩΡΑ ΧΕΙΜΩΝΑ


Μην ξεχαστείς...
απόψε τρεις με τέσσερις την νύχτα
γίνεται ανάληψη χρόνου ελεγχόμενου
από την τράπεζα του καλοκαιριού

πρόκειται για χρόνο που δεν είναι χρήμα
για χρόνο ζεστό
ή παγωμένο – εξαρτάται
για χρόνο που δεν ανταλλάσσεται με θεωρίες,
που δεν προσφέρεται για αναλύσεις
μόνο μετριέται υποχρεωτικά
με δείκτες ρολογιού

μα είναι τραγικό να σκέφτεσαι πως σαν αυτή την ώρα
την τόσο σπάνια, ιδιαίτερη, ξεχωριστή
κι επώνυμη που θα χαθεί
ξοδεύτηκαν χιλιάδες ώρες της ζωής σου
σε αναμονή εκείνης της "κατάλληλης"
που μόνη της ποτέ της δεν θα ’ρθεί
- ούτε κι απόψε.



Μ [2φΑ]



Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

"Γιατί Όχι "












Τεκμηρίωση της ορθότητας του ιστορικού ΟΧΙ


Τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο Ιταλός πρέσβης Γκράτσι παρέδωσε στον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά το τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσε να καταλάβει ο ιταλικός στρατός στρατηγικές ελληνικές θέσεις. 

Ο Μεταξάς απάντησε χωρίς να συμβουλευτεί τον Βασιλιά, το Υπουργείο Εξωτερικών ή κάποιον από τους συμβούλους του.
Το «ΟΧΙ» δεν ήταν δύσκολη απάντηση, δεδομένου ότι ήταν φυσική και λογική εξέλιξη προηγούμενων αποφάσεων του Έλληνα δικτάτορα. 


Τρεις ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου, στις 30 Οκτωβρίου 1940, ο Μεταξάς εξήγησε στους εκδότες των εφημερίδων και σε σημαντικούς δημοσιογράφους, τους λόγους της απόφασής του.

Πρώτα αναφέρθηκε στην προσπάθεια να κρατήσει τη χώρα ουδέτερη και μακριά από τις πολεμικές συρράξεις. 
Στη συνέχεια, τόνισε τους παράγοντες που τον οδήγησαν στο μεγαλοπρεπές «ΟΧΙ». 
Αυτοί ήταν γεωπολιτικοί, στρατιωτικοί, αλλά και κοινωνικοί. 

Ο Μεταξάς είπε, ότι το ΝΑΙ θα ισοδυναμούσε με ακρωτηριασμό της χώρας:

«Για να αποφύγουμε τον πόλεμο θα έπρεπε να γίνουμε εθελόδουλοι και να πληρώσουμε με άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδας για ακρωτηριασμό από την Ιταλία· το αριστερό χέρι θα μας το έκοβε η Βουλγαρία.

Φυσικά, δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς ότι σε μια τέτοια περίπτωση, οι Άγγλοι θα έκοβαν τα πόδια της Ελλάδας. Και με το δίκιο τους. Καθώς είναι κυρίαρχοι στην θάλασσα, δεν θα παρέλειπαν, αφού έβλεπαν την υποδούλωση της Ελλάδας, να καταλάβουν την Κρήτη και άλλα νησιά μας, υπερασπιζόμενοι τα συμφέροντά τους… »

Στην ανάλυση του ο Μεταξάς υποστήριξε ότι αν δεχόταν την ιταλική εισβολή, θα έβλεπε τη χώρα να χωρίζεται στα τρία:

«Το πρώτο τμήμα θα ήταν η επίσημη θέση της Αθήνας, η οποία για να αποφύγει τον πόλεμο θα είχε γίνει υπόδουλη  (αν είχε δεχθεί το τελεσίγραφο).

Δεύτερον, θα υπήρχε η πραγματική Ελλάδα, η παμψηφία δηλαδή της κοινής γνώμης που ποτέ δεν θα αποδεχόταν την υποδούλωση του Έθνους, που ισοδυναμούσε με εθνικό ακρωτηριασμό και οριστική ατίμωση και εκμηδένιση του Ελληνισμού και

Τρίτον, θα προέκυπτε μια Ελλάδα η οποία θα δημιουργούνταν, στο όνομα της δημοκρατίας φυσικά, από προστατευμένους του βρετανικού στόλου στην Κρήτη και τα άλλα νησιά. 
Αυτή θα είχε την εύνοια της Αγγλίας στην οποία θα δινόταν το δικαίωμα να επεμβαίνει και στο Εθνικό μας Δίκαιο..»

Ο τότε πρωθυπουργός θεωρούσε αναπόφευκτο το να γίνει μια ελεύθερη Ελλάδα με έδρα της κυβέρνησης την Κρήτη, που ήταν βέβαιο ότι οι Βρετανοί θα μπορούσαν να την υπερασπιστούν.


Έχει μεγάλη σημασία, ότι η ανάλυσή του έγινε δυο μέρες μετά τη κήρυξη του πολέμου, όταν ακόμη δεν γνώριζε ότι ο ελληνικός στρατός θα κατατρόπωνε τους Ιταλούς. 
Τότε ανησυχούσε για τον μεγάλο ενθουσιασμό του λαού και φοβόταν ότι οι Έλληνες θα απογοητεύονταν από την υποχώρηση που προέβλεπε το σχέδιο του ΓΕΣ.

Φυσικά δεν γνώριζε, ότι ο Κατσιμήτρος θα αγνοούσε το σχέδιο αυτό και θα έβγαζε διαταγή που απαγόρευε κάθε υποχώρηση, αντίθετα με τις εντολές του επιτελείου, που είχε σκοπό να αντισταθεί σε μια πιο ευνοϊκή θέση. 

Ο Μεταξάς είχε κάνει μετεκπαίδευση στη Γερμανία και σίγουρα συμπαθούσε τη χώρα αυτή περισσότερο από την Αγγλία. 
Ωστόσο η ανάλυσή του έλεγε, ότι μια ναυτική χώρα όπως η Ελλάδα, έπρεπε πάντα να έχει καλές σχέσεις με μια ναυτική υπερδύναμη όπως ήταν η Αγγλία.

Τελικά πίστευε και στη νίκη της Αγγλίας, λόγω της ναυτικής της ισχύος, της πολεμικής της παράδοσης και των τεράστιων πόρων που αντλούσε από τις αποικίες.

Οι εκτιμήσεις του δεν έπεσαν έξω, αλλά ο ίδιος δεν διαπίστωσε ποτέ αν επαληθεύτηκαν. 
Είχε πεθάνει τον Ιανουάριο, κατά την διάρκεια της ιταλικής επίθεσης και τρεις μήνες πριν επιτεθούν οι Γερμανοί, κάτι που άλλωστε είχε προβλέψει με τους επιτελείς του….











pentapostagma – [2fA]




Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

"Ο άνθρωπος και το άλογο "





Νικηφόρος Βρεττάκος  -  Ο άνθρωπος και το άλογο


Είχε ένα άλογο. Πήγε στον πόλεμο.
Δεν περάσαν δυο μήνες που γύρισε πίσω
με κομμένο το πόδι του· όταν τον είδε
τ’ άλογο του χλιμίντρισε.

Λίγες μέρες
μετά, το επιτάξανε.
Εκείνο δεν γύρισε.

Κι από τότε, όταν ήθελε
να θυμηθεί κάτι αξέχαστο από
τη ζωή του, κάτι όμορφο
- την Παναγία, τον Χριστό ή τον ήλιο
παραδείγματος χάρη –
θυμόταν
αυτό το χλιμίντρισμα.



[2fA]



Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

"Ένθρονος Άγιος Δημήτριος "





Ελ Γκρέκο  -  Ένθρονος Άγιος Δημήτριος


Γερμανός συλλέκτης αγόρασε πέρυσι σε Διαδικτυακό πλειστηριασμό μικρού Οίκου Έργων Τέχνης μια αγιογραφία σε ξύλο κυπαρισσιού, που παρουσιάζει τον Άγιο Δημήτριο καθισμένο σε θρόνο.

Ο πωλητής χαρακτήριζε την εικόνα ως «μεταβυζαντινή της κρητικής σχολής», χωρίς να αναφέρει άλλες λεπτομέρειες, όπως όμως αποκαλύφθηκε μετά την αγορά του έργου, στο πίσω μέρος υπήρχε η υπογραφή «Χειρ Δομήνικου».

Ο Γερμανός απευθύνθηκε σε δυο ειδικούς σε αγιογραφίες, στην Ιταλίδα Λομπέφαρο και σε Έλληνα συντηρητή του Μουσείου Μπενάκη, όπου επίσης βρίσκεται κι ένας πολύτιμος «Ευαγγελιστής Λουκάς» με την υπογραφή του Ελ Γκρέκο.

Ο Έλληνας εμπειρογνώμονας θεώρησε πως πιθανόν να υπήρχε κάποιος άλλος Κρητικός αγιογράφος με το όνομα Δομήνικος ή ότι η εικόνα είναι μία από τα πάμπολλες πλαστές που είχαν κατακλείσει την ευρωπαϊκή αγορά στη δεκαετία του ΄50 και του ΄60.

Η Ιταλίδα συντηρήτρια Μαριέλλα Λομπέφαρο ωστόσο, έψαξε το ιστορικό της εικόνας και βρήκε πως ο «Άγιος Δημήτριος» είχε ήδη εκτεθεί σε μεγάλη έκθεση στη Λυών το 1935. 




«Τόσο το καλλιτεχνικό ύφος όσο και οι εργαστηριακές έρευνες που ξεκινήσαμε τον Μάιο, μας επιβεβαίωσαν ότι η υπογραφή είναι γνήσια και ότι πρόκειται για αυθεντικό Ελ Γκρέκο, που χωρίς αμφιβολία ανήκει στην κρητική περίοδο του ζωγράφου», δήλωσε η Μαριέλλα Λομπέφαρο.
Την γνωμάτευση της επικύρωσε και ο καθηγητής Λιονέλλο Πούπι που διδάσκει Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Βενετίας.

Η Ιταλίδα συντηρήτρια πρόσθεσε, πως «Σίγουρα είναι έργο της περιόδου πριν από το 1567 και γι’ αυτό μια σπανιότατη εικόνα, και ακόμα η μόνη που έφτασε μέχρι εμάς σε τόσο καλή κατάσταση».



newpost – [2fA]



Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Αισθητική διαβεβαίωση



χωρίς όρια
στην απλότητα της…




fb [2fA]




Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

"Ο στόχος μιας καρδιάς "





-  Από την Αλκυόνη Παπαδάκη


Η Αγάπη καλέ μου,
δεν δέχεται παρακάλια...
γιατί φτάνει πάντα απρόσκλητη
όπως ένα χαμόγελο...
σαν ένα χάδι....
όπως του Ήλιου η αυγή,
μετά από μια νύχτα προσμονής

Ουράνιο χάρισμα..
που αντάλλαγμα δεν προσδοκά,
ούτε κλειδώνεται στο χρονοντούλαπο της μνήμης

Δεν αρέσκεται στη πεζότητα
των ψεύτικων υποσχέσεων
αντανακλά το όνειρο...
την ειλικρίνεια αναπνέει
όπως μια έναστρη νύχτα...
χωρίς σύννεφα αυταπάτης

Είναι ο στόχος μιας καρδιάς
που ελεύθερη πετάει.



fb - Nota Nicolopoulou Katras

[2φΑ]



Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

"Στο νησί μου.. "











Σωκράτης Μπάχλας  -  Στο νησί μου


Τα ταξίδια που έχω χάσει
όλα τα ’χω πια ξεχάσει
σε νησιά και χωριουδάκια
και σε πόλεις, ποταμάκια.
Με αέρα με μπουνάτσα
έπαθα πολλά στραπάτσο
έχασα τον προορισμό μου
τον σωστό βηματισμό μου.
Μου τα λέγανε οι σειρήνες,
οι ξανθές οι καρδερίνες
μα τα ζάρια του μυαλού μου
ντόρτια έφερναν, τριάρια·
έλειψαν οι εξυπνάδες
και οι τυχερές εξάρες…

Τώρα ο κύκλος έχει κλείσει
νέο ταξίδι δεν θ' αρχίσει
σφαλιστήκανε οι πόρτες
κι οι γενναίοι γίναν κότες.
Ένα τώρα θέλω μόνο
να γλυκάνω αυτόν τον πόνο
μόλις στο νησί πλευρίσεις
από με να το φιλήσεις.



fb – kitsa

[2fA]



Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

"Ταξιδεύουμε αδέρφια.. "





Ματθαίος Μουντές  -  Ταξιδεύουμε αδέρφια


Τους δρόμους ξετυλίγει το ταξίδι
Ένα κουβάρι δρόμους
Ξετυλίγει το ταξίδι
Ταξιδεύουμε αδέρφια
Ταξιδεύουμε

Τον κόσμο ξετυλίγει το ταξίδι
Βουνά λαγκάδια κάμπους
Ξετυλίγει το ταξίδι
Ταξιδεύουμε αδέρφια
ταξιδεύουμε

Τις πολιτείες ξετυλίγει το ταξίδι
χωριά και μοναστήρια
ξετυλίγει το ταξίδι
ταξιδεύουμε αδέρφια
ταξιδεύουμε

Τα καλοκαίρια ξετυλίγει το ταξίδι
ανέμητες και μπόρες
ξετυλίγει το ταξίδι
ταξιδεύουμε αδέρφια
ταξιδεύουμε

Τα πανδοχεία ξετυλίγει το ταξίδι
τρίστρατα και πλατείες
Ξετυλίγει το ταξίδι
Ταξιδεύουμε αδέρφια
Ταξιδεύουμε

Τα όνειρά μας ξετυλίγει το ταξίδι
Κουβάρι τη ζωή μας
Ξετυλίγει το ταξίδι
Αχ σ’ όλη τη ζωή θα ταξιδεύουμε
Ταξιδεύουμε αδέρφια
ταξιδεύουμε.



db – [2fA]



Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

"Έτσι μιλώ για σένα.. "





Οδυσσέας Ελύτης  -  Το Μονόγραμμα


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή
σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά -- κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μες από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας
στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τι" και το "ε"
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό
πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει

Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.



fb – Nota Katras

[2fA]


Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

"Ο χρόνος της ψυχής... "




π. λίβυος


Στη ζωή πολλές φορές θα προκύψει ένα σοβαρό πρόβλημα
που θα απειλήσει το γαλάζιο της ψυχής μας,
θα βασανιστούμε και θα υποφέρουμε.
Παρά ταύτα όμως, αισθανόμαστε ότι τελικά τα καταφέραμε να περάσουμε
απέναντι κι ας κοντέψαμε να πνιγούμε σε απύθμενα πελάγη.

Περνάνε οι ώρες και οι μέρες, και ξάφνου, νιώθεις μια ζάλη,
μια ταχυπαλμία, ένα φόβο να σε κατακλύζει και μια θλίψη να υφαίνει ιστό
γύρω από την χαρά σου.

Ναι. Είναι ο πόνος που αντιμετώπισες και έρχεται τώρα πίσω
να πάρει την ρεβάνς της ήττας του.
Μα τώρα όχι κατά μέτωπο, αλλά μεταμφιεσμένος.

Τις περισσότερες φορές, όταν αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα,
ο ψυχισμός μας έχει άμυνες που αντέχουν την σκληρή μάχη.
Όταν ηρεμήσουμε όμως, εμφανίζονται τα τραύματα.
Οπότε μην εκπλήσσεσαι που σήμερα έπαθες πανικό ή θλίψη,
είναι τα κατάλοιπα της μάχης.

Η ψυχή έχει άλλους χρόνους.
Είναι όπως την θάλασσα, που μονάχα όταν ηρεμήσει η φουρτούνα
ξεβράζει στις ακτές τα πτώματα των εραστών της…



plibyos – [2fA]



Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

"Μπομπ Ντύλαν "




Bob Dylan  -  από το "Blowin' in the Wind"


Σαν πόσες δημοσιές κανείς πρέπει να δρασκελίσει
για να τον πούνε άντρα
πόσες να είναι οι θάλασσες που τ’ άσπρο περιστέρι θα περάσει
πριν ξαποστάσει σ’ αμμουδιά
πόσες φορές ακόμα θα βροντήσει το κανόνι
προτού το διώξουν μια και καλή από τη γη;

φίλε μου η απάντηση, στον άνεμο πλανιέται
στον αέρα.

Πόσο μπορεί ν’ αντέξει ένα βουνό
η αρμύρα σαν το τρώει και το λιώνει
για πόσο κανείς να κάνει πως κοιτά αλλού
πως τάχα δεν μπορεί να δει πέρα απ’ τη μύτη του;

Πόσες φορές να στρέψει τη ματιά ψηλά
λίγο γαλάζιο τ’ ουρανού για ν’ αντικρίσει;

φίλε μου η απάντηση, στον άνεμο πλανιέται
στον αέρα…



[2φΑ]



"Αυτό που είμαστε "




Irvin Yalom  -  από το βιβλίο του "Στον κήπο του Επίκουρου"


Ποιος από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; 

Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποια απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.


Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενχάουερ προς το τέλος της ζωής του.
Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι.

Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία.
Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλα αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.


1. Αυτό που κατέχουμε

Τα υλικά αγαθά είναι απατηλά. Ο Σοπενχάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά, ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. 
Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας.

Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας:
"όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε." 
Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.


2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων

Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενχάουερ γράφει: 
“Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων· πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ’ τη σάρκα μας”.

Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε και για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες.

Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. 
Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι ή ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.


3. Αυτό που είμαστε

Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. 
Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενχάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. 
Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή.


Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.

Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πως εμείς ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – 
είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα.

Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενχάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωσιακή-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.



healingeffect – [2fA]




Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Ωδή στη Συνάντηση..




ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


-  Πριν τρία χρόνια
σήμερα
μα και κάθε καινούργια στιγμή
αδιάκοπα





Μ Ψ  -  [2φΑ]



Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

" ελληνική γλώσσα "





Γ. Σεφέρης  -  Δοκιμές Α'


Η ελληνική γλώσσα, o άνθρωπος, η θάλασσα...
Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως,
από την εποχή που μίλησε o Όμηρος ως τα σήμερα,
μιλούμε, ανασαίνουμε, και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα.

Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά
στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού
και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο,
είτε το δημοτικό τραγούδι.

Και όλοι αυτοί, οι μεγάλοι και οι μικροί, που σκέφτηκαν, μίλησαν,
μέτρησαν ελληνικά,
δεν πρέπει να νομίσετε πως είναι σαν ένας δρόμος, μια σειρά ιστορική,
που χάνεται στη νύχτα των περασμένων και βρίσκεται έξω από σας.

Πρέπει να σκεφτείτε πως όλα αυτά βρίσκονται μέσα σας, τώρα,
βρίσκονται μέσα σας όλα μαζί, πως είναι το μεδούλι των κοκάλων σας,
και πως θα τα βρείτε αν σκάψετε αρκετά βαθιά τον εαυτό σας.  ….



[2fA]



Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

"Αυτό το κόκκινο σημάδι.. "




-  της Αλκυόνης Παπαδάκη


Αυτό το κόκκινο σημάδι στον ορίζοντα είναι από το πληγωμένο φεγγάρι 
που κρύφτηκε στην ανάσα τ' ουρανού.
Αυτό το κόκκινο σημάδι στο χιόνι είναι από το πληγωμένο μου όνειρο 
που κρύφτηκε στον ίσκιο της ψυχής μου.

Σήμερα ξέφυγα από τον ίσκιο μου.
Φτερούγισα ελεύθερα στα τοπία της ψυχής μου.
Πήρα την ανάσα της ροδακινιάς και ξέπλυνα το πρόσωπό μου.
Έκλεψα το χαμόγελο από τον ύπνο ενός παιδιού και σκέπασα τη γύμνια μου.
Μάζεψα τα σκόρπια φύλλα από τα όνειρά μου και άναψα φωτιά να ζεσταθώ.

Σχεδόν όλη μου τη ζωή την πέρασα στην ακροθαλασσιά.
Κρατούσα ένα κοχύλι κι ονειρευόμουνα τον ωκεανό.

Ήμουν έτοιμη να πέσω στα κύματα, όταν πέρασε ξαφνικά ένα θαλασσοπούλι
και μου ψιθύρισε:
"Έι ψιτ... εσένα μιλάω. Μου παράγγειλε η ζωή να σου δώσω ένα φιλί."

Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου.
Ένα μικρό φθαρμένο ψαροκάικο που έχει σμαραγδιά φεγγάρια στο κατάρτι
κι ένα ξεσκούφωτο ήλιο αληταρά για τιμονιέρη.
Τι με πιάνει και θέλω πάντα να τεντώνω τα σκοινιά και ν' αρχίζω τις ακροβασίες 
δίνοντας πέντε φάσκελα στις συνέπειες.

Αν βρισκόταν τώρα κάποιος δίπλα μου να μου ζεστάνει τα χέρια...
Να μου πει ψιθυριστά, εντάξει, εντάξει, μη φοβάσαι...
Κι εγώ να σύρω τα δάχτυλά μου στο πρόσωπό του και να πιάσω
το σχήμα του χαμόγελού του.
Να πιάσω το σχήμα του κόσμου. Αν βρισκότανε λέει...

Ευτυχώς σου λέω που έμαθα μερικά χρήσιμα πραματάκια. Να μαζεύω,
ας πούμε, πολύχρωμα χαρτάκια και να βάζω ουρές στα όνειρά μου.

Κάνει τόση παγωνιά! 
Κι αυτή η ψυχή μου, τι μανία!
Να θέλει να ρίχνει τα όνειρά της στη φωτιά για να ζεσταθεί...
Ευτυχώς που ξέχασε η αυγή όλα τα χρώματά της στην ψυχή μου.
Έτσι δε φοβάμαι πια όταν σκοτεινιάζει.




db – [2fA]