Παρασκευή 28 Απριλίου 2017

"Δίπλα στο ποτάμι "












ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΑΦΟΥΤΗΣ  -  Τρία ποιήματα


Δίπλα στο ποτάμι

Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι
Περνούσαν τα παλιά ποταμόπλοια με τους πολύχρωμους τουρίστες
πάντα εν εγρηγόρσει και πλήρη ευθυμία
Και είπα «τι παρακμή, σε τι κατάντια η στερημένη μου ψυχή»
Ήρθανε σήμερα πρωί-πρωί και αδειάσανε το σπίτι
Ξένος σ’ αυτή την πόλη
κι άστεγος μες την ομίχλη που φτάνει απ’ το ποτάμι
Ερχόταν το φθινόπωρο
με την οργή των ανέμων, που ξέφυγαν απ’ τα βαθιά σκοτάδια
και ραίνουν τα βάσανα των πικραμένων
Κι οι πεθαμένοι πια τουρίστες
να  κρατούν στην αγκαλιά σφιχτά τα πανωφόρια
όπως κρατάμε μες το στεναγμό
τις μακρινές πατρίδες και τις χαμένες μας αγάπες.

Ξενιτιά

Τις βαθιές νύχτες έσκαβε τα δικά του σύννεφα
αχόρταγος των ονείρων τυμβωρύχος
Παραδαρμένος νους, που σάλεψε στο λιγοστό του κόσμου φως
και η καρδούλα του διψούσε από έρωτα,
για όλα τα κρίματα που δε στεριώσαν στον απάνω κόσμο
Μες στο σκοτάδι ατροφικά και βουτηγμένα στο αψύ παράπονο
κάνουν να ψιθυρίσουν το σκληρό τους λόγο,
μα πάλι παραδίνονται
Είπε «θα πάω σ’ άλλη γη , θα πάω σ’ άλλη θάλασσα»
Σκληρή πατρίδα ο ουρανός με δίχως χώμα κι αρμυρό παράπονο
Σκύβει να πιει νερό και το θολώνει η ξενιτιά.

Ονόματα

Όλοι αυτοί που με θυμούνται
σε ξένες πατρίδες μετανάστευσαν
σκυφτοί και μεθυσμένοι μ’ αξεπέραστη λήθη
Μου γνέφουν με θλιμμένες χειρονομίες
σα διαβατάρικα πουλιά που αφήνουνε μικρούς σταυρούς στο πέταγμα τους
Τις συννεφιασμένες μέρες κλείνω τα μάτια
κάνω πως δεν τους βλέπω
ξεχνώ τη γύμνια τους
ντυμένος μες τα φορέματα του κόσμου
και τους προσπερνώ
Και τα βράδια, αχ τα ματωμένα μου βράδια
σα σκουριασμένο σκαρί πάνω στο ποτισμένο μαξιλάρι
ψιθυρίζω τα μικρά και τα μεγάλα τους ονόματα.



GT – [2fA]






Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου