Σάββατο 7 Απριλίου 2018

"Ἡ εἰς Ἅδου Κάθοδος "





Παῦλος Εὐδοκίμωφ
Οἱ
εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ
[ἀπό τό βιβλίο «Ἡ τέχνη τῆς εἰκόναςΘεολογία τῆς ὡραιότητος»]


εὐαγγελικὴ διήγηση δὲν λέγει τίποτε γιὰ τὴν στιγμὴ τῆς Ἀναστάσεως. 
Ἡ εἰκονογραφία κολουθεῖ πολὺ πιστὰ αὐτὴ τὴν σιωπὴ μὲ τὸν πιὸ μεγάλο σεβασμὸ ποὺ ἁρμόζει στὸ μυστήριο.
Ἔτσι ἀκολουθώντας τὴν Γραφὴ οἱ δύο μόνες εἰκονογραφικὲς συνθέσεις τῆς Ἀναστάσεως, εἶναι «ἡ εἰς ᾍδου Κάθοδος» καὶ «οἱ Μυροφόρες στὸν Τάφο».
Εἶναι οἱ μόνες δύο εἰκόνες τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα.
Κατέβηκες στὴ γῆ, γιὰ νὰ σώσεις τὸν Ἀδάμ, καὶ μὴ βρίσκοντάς τον ἐκεῖ, Κύριε, πῆγες νὰ τὸν βρεῖς μέχρι τὸν Ἅδη (Ὄρθρος Μ. Σαββάτου).
Γιὰ νὰ ἐγγίσει τὴν ἄκρη τῆς πτώσεως καὶ νὰ τοποθετηθεῖ στὴν καρδιὰ τῆς δημιουργίας ὁ Χριστὸς γεννᾶται μυστικὰ στὸν Ἅδη, ἐκεῖ ὅπου τὸ κακὸ ζεῖ ἐκεῖ ὅπου συναντᾶ τὴν ἔσχατη ἀπελπισία.

Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως δείχνει τὸ πυκνὸ σκοτάδι τοῦ σπηλαίου, ἕνα σκοτεινὸ τρίγωνο, ὅπου τὸ παιδὶ Ἰησοῦς εἶναι ξαπλωμένος, ὅπως στὰ ζοφερὰ ἔγκατα τοῦ Ἅδη. 
«Πυρσὸς ποὺ φέρει τὸ φῶς ἡ σάρκα τοῦ Θεοῦ κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, διαλύει τὰ σκοτάδια τοῦ Ἅδη.
Αὐτὸ ποὺ ἡ Γέννηση προφητεύει, τὰ Θεοφάνεια, ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ εἰς Ἅδου Κάθοδος, τὸ πραγματοποιοῦν καὶ ἀπὸ τότε, τὸ Φῶς λάμπει στὰ σκοτάδια». [...]
Ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων δείχνει τὸν Χριστὸ νὰ εἰσέρχεται στὸν Ἰορδάνη ποὺ ὀνομάζεται «ρευστὸς τάφος», ἄβυσσος τῆς ὑδρόβιας ὕλης ποὺ κρύβει τὶς δυνάμεις τοῦ κακοῦ.
Ὁ Χριστὸς τὸν διαπερνᾶ γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴ ζοφερὴ διαμονή. 
Βλέπει κανεὶς λοιπὸν ὅτι τὸ βάπτισμα τοῦ Κυρίου εἶναι πιὰ ἡ προ-κάθοδός του στὸν Ἅδη.

Ἡ πρώτη κατήχηση ἑλκύει τὴν προσοχὴ σὲ μιὰ ἄποψη τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος, σχεδὸν ξεχασμένη κατὰ τὴν διαδρομὴ τῆς ἱστορίας: τὸ διὰ καταδύσεως βάπτισμα προσφέρει ὅλο τὸ ὁδοιπορικὸ τῆς ἱστορίας, καὶ ὁ βαπτισμένος τὸ διατρέχει ἀκολουθώντας τὸν Κύριο.
Τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος εἶναι ἔτσι μιὰ πολὺ πραγματικὴ κάθοδος μὲ τὸν Χριστὸ στὸν θάνατο, εἶναι ἐπίσης ἡ εἰς Ἅδου κάθοδος.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος τὸ λέγει καθαρά: Ἡ ἐνέργεια νὰ κατεβεῖ στὰ νερὰ καὶ νὰ ἀνεβεῖ πάλι ἔπειτα, συμβολίζει τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη καὶ τὴν ἔξοδο ἀπὸ αὐτὴ τὴ διαμονή.
Ὥστε τὸ νὰ πάρουμε τὸ βάπτισμα δὲν εἶναι μόνο νὰ πεθάνουμε καὶ νὰ ἀναστηθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἐπίσης νὰ κατεβοῦμε στὸν Ἅδη καὶ νὰ ἐξέλθουμε ἀκολουθώντας τὸν Χριστό. [...]
Ὁ Χριστὸς κατεβαίνει ἐκεῖ, φορτωμένος μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ φέρει τὰ στίγματα τοῦ σταυροῦ, τῆς σταυρωμένης Ἀγάπης.

Ἀλλὰ καὶ ὁ κάθε βαπτισμένος, ἀναστημένος μὲ τὸν Χριστό, φέρει ἐπίσης τὰ στίγματα τῶν ἱερατικῶν φροντίδων τοῦ Χριστοῦ ἱερέα, τῆς ἀποστολικῆς ἀγωνίας του γιὰ τὴν τύχη αὐτῶν ποὺ εἶναι στὸν Ἅδη.
Μπορεῖ νὰ κατεβεῖ ἐνῷ ζεῖ αὐτὸς σήμερα ἐπίσης, στὸν Ἅδη τοῦ συγχρόνου κόσμου, στὴν τελευταία κατάσταση τῆς ἀρνήσεως καὶ νὰ φέρει ἐκεῖ τὴ μαρτυρία τοῦ φωτὸς τοῦ Χριστοῦ.
Aὐτὴ ἡ φροντίδα φαίνεται στὸν Ποιμένα τοῦ Ἑρμᾶ καὶ στὸν Κλήμεντα Ἀλεξανδρέα. 
Οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας κατεβαίνουν στὸν Ἅδη μετὰ τὸν θάνατό τους, γιὰ νὰ ἀναγγείλουν τὴ σωτηρία καὶ νὰ δώσουν τὸ βάπτισμα σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸ ζητοῦν.
Ἡ ἰωάννεια Ἀνατολή, τόσο εὐαίσθητη στὴν ἀνάσταση, εἶναι ἐξ ἴσου εὐαίσθητη καὶ στὸ θέμα τοῦ Ἅδη, αὐτὸ ποὺ φαίνεται τόσο καθαρά, ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ καὶ εἰκονογραφικὴ παράδοσή της.

Αὐτὸ τὸ θέμα πιά, ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸ πραγματεύεται κάτω ἀπὸ μιὰ συναρπαστικὴ μορφὴ στὸ Ἐφεσ. 4, 9-10:
«τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστιν εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς; 
Ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα».
Βλέπει κανεὶς τὴ θαυμαστὴ ἔκταση τοῦ ὁδοιπορικοῦ: κάτω, ἄνω· τὶς δύο ἀκρότητες τῆς διαδρομῆς τοῦ φτερωτοῦ Ἀρνίου τὴν κάθοδο στὸ πιὸ χαμηλὸ σημεῖο, τὸν Ἅδη, καὶ τὴν ἀνάληψη στὸ πιὸ ψηλὸ σημεῖο, τὸν οὐρανό.
Ἡ Ἀνατολὴ σταματᾶ ἔκπληκτη θεωρώντας τὸ ὕψος καὶ τὸ βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, τὶς διαστάσεις τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ θριαμβευτικὸ μήνυμά του: «ἀναβὰς εἰς ὕψος ἠχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν» ( Ἐφεσ. 4, 8).

Ἂς ἀφήσουμε τὸν λόγο στὸν Ἐπιφάνιο, στὴ θαυμάσια ὁμιλία του γιὰ τὸ Μέγα Σάββατο.
Τί εἶναι αὐτό; Μιὰ μεγάλη σιωπὴ βασιλεύει σήμερα στὴ γῆ, μιὰ μεγάλη σιωπὴ καὶ μιὰ μεγάλη μοναξιά.
Μιὰ μεγάλη σιωπή, γιατὶ ὁ Βασιλιὰς κοιμᾶται.
Ἡ γῆ σείστηκε καὶ ἡσύχασε, γιατὶ ὁ Θεὸς κοιμήθηκε σαρκικὰ καὶ πῆγε νὰ ξυπνήσει αὐτοὺς ποὺ κοιμόνταν ἀπὸ αἰῶνες.
Ὁ Θεὸς πέθανε σαρκικὰ καὶ ὁ Ἅδης ἐσκίρτησε.
Ὁ Θεὸς κοιμήθηκε γιὰ λίγο καιρὸ καὶ ξύπνησε ἀπὸ τὸν ὕπνο αὐτοὺς ποὺ παρέμεναν στὸν Ἅδη...

Θὰ ἀναζητήσει τὸν Ἀδάμ, τόν πρῶτο μας πατέρα, τὸ χαμένο πρόβατο.
Θέλει νὰ πάει νὰ ἐπισκεφθεῖ ὅλους αὐτοὺς ποὺ εἶναι καθισμένοι στὰ σκοτάδια καὶ τὴ σκιὰ τοῦ θανάτου...
Ἃς κατεβοῦμε λοιπὸν μὲ αὐτὸν γιὰ νὰ δοῦμε τὴ συμφωνία μεταξὺ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων... ἐκεῖ βρίσκεται ὁ Ἀδάμ, ὁ Νῶε, ὁ Ἀβραάμ, ὁ Μωυσῆς, ὁ Δανιήλ, ὁ Ἱερεμίας καὶ ὁ Ἰωνάς...
Καὶ μεταξὺ τῶν προφητῶν, εἶναι ἕνας ποὺ ἀναφωνεῖ: ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ Ἅδη εἰσάκουσε τὴν ἱκεσία μου, ἄκουσε τὶς κραυγές μου, καὶ ἕνας ἄλλος: ἀπὸ τὰ βάθη κραυγάζω πρὸς σέ, Κύριε, Κύριε, ἄκουσε τὴ φωνή μου, καὶ ἕνας ἄλλος ἀκόμη: κάμε νὰ ἀκτινοβολήσει τὸ πρόσωπό σου, καὶ ἐμεῖς θὰ σωθοῦμε...

Ὁ Ἀδάμ, αἰχμάλωτος πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους... μίλησε ἔτσι:
Ἀκούω τὰ βήματα κάποιου ποὺ ἔρχεται πρὸς ἐμᾶς.
Καὶ ὅταν μιλοῦσε ὁ Κύριος εἰσῆλθε κρατώντας τὰ νικητήρια ὅπλα τοῦ σταυροῦ.
Γεμάτος ἀπὸ κατάπληξη, ὁ Ἀδὰμ ἐκραύγασε στοὺς ἄλλους:
ὁ Κύριός μου εἶναι μαζὶ μὲ ὅλους σας.
Καὶ ὁ Χριστὸς ἀπάντησε στὸν Ἀδάμ: Καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σου...
Σήκω ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Εἶμαι ὁ Θεός σου, καί, ἐξ αἰτίας σου, ἔγινα ὁ υἱός σου...

Σήκω, καὶ ἂς φύγουμε ἀπ’ ἐδῶ, γιατὶ εἶσαι σ’ ἐμένα καὶ εἶμαι σὲ σένα, σχηματίζουμε ὅλοι οἱ δύο ἕνα μοναδικὸ καὶ ἀδιαίρετο πρόσωπο...
Σηκωθεῖτε, ἂς φύγουμε ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἂς πᾶμε ἀπὸ τὴ λύπη στὴ χαρά...
Ὁ οὐράνιος Πατέρας μου περιμένει τὸ χαμένο πρόβατο... ἡ αἴθουσα τῶν γάμων εἶναι ἑτοιμασμένη..., οἱ αἰώνιες σκηνὲς εἶναι στημένες..., αὐτὴ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ποὺ ὑπῆρχε πρὸ πάντων τῶν αἰώνων σᾶς περιμένει...
Στὴ σιωπὴ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἡ θεία εὐχαριστία δὲν τελεῖται, γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι στὸν Ἅδη
Γιὰ τὴ γῆ εἶναι ἡμέρα λύπης, ἀλλὰ στὸν Ἅδη, ἡ Μεγάλη Παρασκευή, εἶναι πιὰ Πάσχα. 
Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ διασκορπίζει τὰ σκοτάδια στὴν καρδιὰ τῆς Βασιλείας τοῦ θανάτου.

Ἡ ἐκκλησία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τῆς Χώρας (Καχριὲ Τζαμί) στὴν Κωνσταντινούπολη χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν Ε΄ αἰώνα καὶ ἀνοικοδομήθηκε τὸν ΙΒ’ αἰώνα τὸ ὄνομά της δηλώνει ὅτι βρίσκεται στοὺς ἀγρούς, ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη.
Δίπλα στὴν κύρια ἐκκλησία ὑπάρχει ἕνα παρεκκλήσιο.
Ἡ κόγχη εἶναι ἀφιερωμένη στὴν Ἀνάσταση καὶ δείχνει τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη.
Ἡ τεράστια ἐργασία καθαρισμοῦ τοῦ μουσουλμανικοῦ ἀσβεστίου, ὑπὸ τὴ διεύθυνση τοῦ Βυζαντινοῦ Ἰνστιτούτου Ἀμερικῆς, ἀποδίδει ὅλο τὸν πρῶτο πλοῦτο στὶς τοιχογραφίες καὶ τὰ ψηφιδωτά, καὶ δείχνει τὴν ἐξαιρετικὴ ποιότητα τῆς τέχνης τῆς βυζαντινῆς Ἀναγεννήσεως στὸν ΙΔ’ αἰώνα.

Ὁ καλλιτέχνης ποὺ ζωγράφισε τὴν «εἰς Ἅδου Κάθοδο» εἶναι ἕνας δάσκαλος μιᾶς ἐξαιρετικῆς γνώσεως, παραμένει ἀνώνυμος καὶ τὸ ἔργο του χρονολογεῖται στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ ΙΔ’ αἰώνα.
Ἐλευθερωτὴς ὁ Χριστός, κατὰ τὸν ἅγιο Πέτρο, ἀναγγέλλει στοὺς αἰχμαλώτους τὸ εὐαγγέλιο (Α΄ Πέτρ. 4, 6), ὁ λόγος του εἶναι πιὰ ἡ πράξη ποὺ σώζει: 
«Ἔσπασε τοὺς αἰώνιους μοχλοὺς ποὺ κατεῖχαν τοὺς αἰχμαλώτους».
Ὁ Χριστὸς πατεῖ στὰ πόδια τὶς σπασμένες θύρες τοῦ Ἅδη.

Σ’ ἕνα μαῦρο χάσμα ὁ Σατανᾶς εἶναι ἁλυσοδεμένος, καὶ οἱ ἡττημένες δυνάμεις τοῦ Ἅδη, τὰ συντρίμματα τοῦ κακόβουλου βάρους του παριστάνονται συμβολικὰ μὲ ἕνα πλῆθος σπασμένων ἁλυσίδων, κλειδιῶν καὶ καρφιῶν...
Στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας σκιρτᾶ ὁ Χριστός, ὁ Κύριος τῆς Ζωῆς, λάμποντας ἀπὸ φῶς, γεμάτος μὲ τὸ δυναμισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀκτινοβολώντας θεῖες ἐνέργειες
Τὸ πρόσωπό του, σὰν ἀκινητοποιημένο ἀπὸ τὸ ἄπειρο τῆς τρυφερότητός του, ἐξουσιάζει καὶ κυριαρχεῖ βασιλικὰ.

Ἡ δύναμη τῆς χειρονομίας του, αὐτὴ ἡ βία, ποὺ κυριεύει τοὺς οὐρανοὺς καὶ διέρχεται τοὺς αἰθέρες, ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ ἱμάτιό του ποὺ κυματίζει.
Περιστοιχίζεται ἀπὸ μιὰ φωτεινὴ δόξα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ οὐράνιες σφαῖρες στολισμένες μὲ λαμπρά ἄστρα ποὺ φωτίζονται ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία του.
Εἶναι ντυμένος μὲ φῶς, χαρακτηριστικὸ τοῦ δοξασμένου σώματος, σύμβολο τῆς θείας Δόξας.
Γι’ αὐτὸ τὰ ἐνδύματά του εἶναι ἀπὸ μιὰ ὑπερφυσικὴ λευκότητα ποὺ τὴν συναντοῦμε στὰ χρώματα τοῦ Θαβώρ.

Ὁ Χριστὸς εἶναι μὲ βασιλικὰ ἐνδύματα, εἶναι ὁ Κύριος, ἀλλὰ ἡ μόνη δύναμή του εἶναι ἡ σταυρωμένη Ἀγάπη καὶ ἡ ἀήττητη δύναμη τοῦ Σταυροῦ.
Μὲ μιὰ δυνατὴ κίνηση τῶν χεριῶν του ἁρπάζει στὸν Ἅδη τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ταραγμένους. [...]
Αὐτὸς ποὺ ἔχει πεῖ στὸν Ἀδὰμ «ποῦ εἶσαι;», ἀνέβηκε στὸν σταυρὸ γιὰ νὰ ζητήσει αὐτὸν ποὺ χάθηκε.
Κατέβηκε στὸν Ἅδη λέγοντας: Ἔλα λοιπόν, ἐσὺ ποὺ εἶσαι δική μου εἰκόνα καὶ ἡ ὁμοιότης μου (Ὕμνος τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ).

Τὰ πρόσωπα ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ παριστοῦν, τὰ συστατικὰ στοιχεῖα τοῦ Ἀδάμ, τὴν ἀνθρωπότητα, τοὺς ἀνθρώπους.
Εἶναι οἱ δίκαιοι καὶ οἱ προφῆτες ἀριστερὰ βρίσκονται οἱ βασιλεῖς Δαβὶδ καὶ Σολομών, προηγοῦνται ἀπὸ τὸν Πρόδρομο δεξιὰ εἶναι ὁ Μωυσῆς, ποὺ φέρει συχνὰ πλάκες τοῦ νόμου.
Ὅλοι ἀναγνωρίζουν τὸν Σωτήρα καὶ τὸ ἐκφράζουν μὲ τὶς χειρονομίες τους καὶ τὶς στάσεις τους. Καὶ ὁ Κύριος ἁπλώνοντας τὸ χέρι ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ στὸν Ἀδὰμ καὶ σὲ ὅλους τοῦς ἁγίους, καί, κρατώντας τὸ χέρι τοῦ Ἀδάμ, ἀνέβηκε ἀπὸ τὸν Ἅδη καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι τὸν ἀκολούθησαν.
Ὁ Χριστὸς δὲν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν τάφο, ἀλλὰ ἐκ νεκρῶν, βγαίνοντας ἀπὸ τὸν ἐξουθενωμένο Ἅδη σὰν ἀπὸ ἕνα νυφικὸ ἀνάκτορο...

Μεταξὺ τῆς καθόδου στὸν Ἅδη καὶ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστοῦ ἀναστημένου τοποθετεῖται ἕνα μυστήριο ποὺ περιβάλλεται ἀπὸ σιωπή, ἀπόλυτα προσιτὸ στὸ ἀνθρώπινο βλέμμα.
Περνᾶ κανεὶς ἀμέσως στὴ δεύτερη εἰκόνα τοῦ διπτύχου της Ἀναστάσεως ποὺ δείχνει τὶς μυροφόρες γυναῖκες ποὺ ἦλθαν στὸν Τάφο, νὰ κρατοῦν δοχεῖα μὲ ἀρώματα.
Στὴν εἰκόνα τοῦ Ρουμπλιὼφ ἢ τῆς σχολῆς του, οἱ γυναῖκες ἔχουν τὴν ἐκπληκτικὴ μορφὴ μιᾶς δέσμης μὲ τρία ἄνθη, μιᾶς θαυμαστῆς κομψότητος – εἶναι σὰν μιὰ μυστηριώδης ἀντανάκλαση τῆς τριαδικῆς ἑνότητος.

Στὸν εἰκονογραφικὸ αὐτὸ τύπο βλέπει κανεὶς δύο ἀγγέλους ντυμένους μὲ λευκὰ νὰ στέκονται ὁ ἕνας στὸ κεφάλι, ὁ ἄλλος στὰ πόδια, καὶ ποὺ λέγουν στὶς γυναῖκες: 
Δὲν βρίσκεται ἐδώ ἀναστήθηκε.
Δείχνουν τὸν ἄδειο τάφο μὲ τὰ ὀθόνια καὶ αὐτὰ τὰ ὀθόνια ἔχουν ἀκριβῶς τὴ μορφὴ τῶν σπαργάνων τοῦ παιδιοῦ ποὺ βλέπει κανεὶς στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως.

Στὸ τέλος, το μόνο ποὺ μένει στὸ μνημεῖο εἶναι τὰ συντρίμματα, ἡ σκόνη, τὸ κενό, ἡ ἀνυπαρξία, ἀφοῦ ἡ Ζωὴ εἶναι ἀλλοῦ: «τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστευσεν» ( Ἰω. 20, 8). 
Ἡ εἰκόνα μᾶς δείχνει ἀκριβῶς ἐκεῖνα ποὺ εἶδε ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης. [...]
Οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἀπομακρύνονται μὲ μιὰ μεγάλη χαρά, καὶ ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται σὲ συνάντησή τους καὶ ὁ πρῶτος λόγος του εἶναι «Χαίρετε»...

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐξαφανίζει τὰ σκοτάδια τοῦ θανάτου, τὸν φόβο τῆς Κρίσεως, τὸ βαθὺ χάσμα τοῦ ἍδηΤὸ φῶς Tου μετασχηματίζει τὴν πασχαλινὴ νύχτα σὲ Συμπόσιο Χαρᾶς, ἑορτὴ τῆς Συναντήσεως.



antifono – [2fA]






Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου